Αριθμός 577/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Χ. Λ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βερώνη. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10982/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1033/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα. Κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1033/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, αφού έγινε δεκτή η έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η υπ' αριθ. 10982/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έγινε κατ' ουσία δεκτή η, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε βάρος της εναγομένης-αναιρεσείουσας ασκηθείσα αγωγή της. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθρα 552. 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σ αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, κατά τη διάταξη, του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005, 7/2006). Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Η ανεπάρκεια λοιπόν, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη τη αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Η ποσοτική δε αοριστία της αγωγής ή η ποιοτική αοριστία αυτής (δηλ. η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών) ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε ή έληξε ή είναι παράνομη ή ανήθικη. Η έννοια της γενικής απαιτήσεως ή ρήτρας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προκύπτει από την ως άνω διάταξη παρ. 1 εδ. α'. Το εδάφιο δεύτερο της αυτής παραγράφου του ίδιου άρθρου σημειώνει ενδεικτικώς ορισμένες ειδικές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις, με τη μορφή παραλλαγών της άνω γενικής απαιτήσεως, οι οποίες δεν έχουν σημασία παρά μόνο για τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων των άρθρων 905 έως 907 και 909, 911, 912 του Α. Κ. Μεταξύ δε αυτών είναι και εκείνες από αχρεώστητη παροχή και για αιτία λήξασα. Παροχή για αιτία που έληξε είναι και η καταβολή σε εκτέλεση αποφάσεως πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου, αν η απόφαση αυτή εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει με νέα απόφαση (συνήθως ανώτερου) δικαστηρίου συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου. Εξάλλου, δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη πραγμάτων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας, αντίθετα δεν αποτελεί στοιχείο της ανωτέρω αγωγής ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός σώζεται, ο οποίος συνιστά ένσταση του εναγομένου, στηριζόμενη στο άρθρο 909 ΑΚ. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 11-12-1998 αγωγή η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" εξέθετε ότι, κατόπιν ασκήσεως αγωγής (αποζημίωσης από τροχαίο ατύχημα), που άσκησε η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, εναντίον των Κ. Λ. και Δ. Τ. καθώς και κατ' αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 13728/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που υποχρέωσε τους ανωτέρω εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα εντόκως το ποσό των 11.661.000 δραχμών, κηρύχθηκε δε αυτή προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 2.000.000 δραχμών, ποσό το οποίο της κατέβαλε η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία την 3-6-1997. Ότι κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως, εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση με την 287/1998 τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου αυτού και απορρίφθηκε κατ' ουσία η αγωγή. Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), παρά ταύτα δεν δεν της επέστρεψε το καταβληθέν ποσό των 2.000.000 δρχ. και έτσι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της. Με βάση αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει το εν λόγω ποσό, νομιμοτόκως, από την ημέρα που έληξε η αιτία, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με ως άνω περιεχόμενο, η αγωγή ήταν νόμιμη και ορισμένη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΑΚ, αφού περιείχε τα στοιχεία του αδικαιολόγητου πλουτισμού για αιτία που έληξε. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, με το περιεχόμενο, που αναφέρεται πιο πάνω, δεν παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 904, 909,και 911 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτή απαράδεκτη (λόγω αοριστίας), και δεν έλαβε υπόψη, θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, που αποδίδουν αντιστοίχως στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλειες από τους αρ. 1, 8, και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όσον αφορά όμως την ειδικότερη αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, διότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν διαλαμβάνεται ότι ο πλουτισμός σώζεται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι στοιχείο της βάσης της αγωγής, ενώ σύμφωνα, με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, τούτο αποτελεί στοιχείο ενδεχόμενης ενστάσεως του εναγομένου από το άρθρο 909 ΑΚ. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, όσον αφορά τη νομική, ως άνω αιτιολόγηση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ως αιτιολογία, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, νοείται μόνο η αναγόμενη στις παραδοχές (ελάσσονα πρόταση), η ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, όχι δε η αναγόμενη στη νομική θεμελίωση, ως προς την οποία χωρεί αντικατάσταση ή συμπλήρωση από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ). 3. Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118-120 του ίδιου Κώδικα στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν ελλείπει σαφής και ορισμένος λόγος έφεσης, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως. Συνίστανται δε οι πλημμέλειες της απόφασης και σε νομικά και πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα. Τούτο δε διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά εξαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, με βάση τα συνδεόμενα με αυτή μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης εφέσεως της αναιρεσίβλητης, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σ' αυτό διαλαμβάνεται ως λόγος εφέσεως η αιτίαση ότι "Η κρίση επομένως της εκκαλουμένης, ότι ο πλουτισμός της εφεσίβλητης δεν σώζεται πλέον κατά το χρόνο επίδοσης της ένδικης αγωγής μας, διότι το ληφθέν υπό της ασφαλιστικής εταιρίας μας η εφεσίβλητη το έδωσε μόλις το έλαβε (Ιούλιο 1997) στη θυγατέρα της, είναι εσφαλμένη, καθόσον σε κάθε περίπτωση εκείνος ο οποίος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος από μη νόμιμη αιτία θα έχει την ευχέρεια να προβάλει τον ισχυρισμό ότι το εκάστοτε χρηματικό ποσό είτε ότι το ανάλωσε, είτε ότι το χάρισε (δώρησε, εκχώρησε κλπ) σε οιονδήποτε τρίτο, οικείο του ή μη και με τον τρόπο αυτό η απαίτηση εκείνου που ζημίωσε από μη νόμιμη αιτία να καταστεί ατελέσφορη, χωρίς την έρευνα άλλων στοιχείων (π.χ. τη συμπεριφορά του πλουτίσαντος, το ύψος του χρηματικού ποσού για το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος και τη δυνατότητα επιστροφής του) καταργώντας στην ουσία με τον τρόπο αυτό τις βασικές διατάξεις του άρθρ. 904 Α.Κ. για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ή παρανόμως εισπραχθέντων ποσών, ευνοώντας έτσι τον εκάστοτε κακόπιστο οφειλέτη να καρπωθεί και να κρατήσει για τον εαυτό του, περιουσία που από εσφαλμένη αιτία αποκόμισε και που ανήκει σε άλλον. Ο περιορισμός της ευθύνης του πλουτίσαντος στο σωζόμενο μόνο πλουτισμό αφαιρεί, κατά την κρίση της εκκαλουμένης την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού. Πρέπει συνεπώς να εξαφανισθεί, άλλως να μεταρρυθμισθεί για τον λόγο αυτόν η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή μας και από την άποψη της ουσιαστικής της βασιμότητας. Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία αβασάνιστα δέχθηκε τ' αντίθετα έσφαλε εμφανώς ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να εξαφανισθεί και να γίνει δεκτή η αγωγή μας, στρεφόμενη κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης". Με βάση το λόγο αυτά ζητείται στο αιτητικό του ίδιου δικογράφου να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλητης. Με το παραπάνω περιεχόμενο η έφεση είναι πλήρως ορισμένη και δεν ήταν, εκτός των άλλων, αναγκαίο περιεχόμενο και της έφεσης ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός σώζεται. Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αυτής, όχι παρά το νόμο δεν απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης τη ς έφεσης ως απαράδεκτης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. 4. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του, για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.2 εδαφ. α' και β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν.2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), ορίζεται ότι, υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ.2 εδ. β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270 ΚΠολΔ. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικό ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, αποφάσεις του Ποινικού Δικαστηρίου, βουλεύματα, έγγραφα της προδικασίας της ποινικής διαδικασίας και γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και φωτογραφίες. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο το πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία (άρθρο 270 παρ.2 εδαφ. γ' ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσίβλητης, διαβεβαιώνει στην απόφασή του ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης (η ενάγουσα δεν εξέτασε μάρτυρα), που περιέχεται στα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν εκτιμώμενα είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις τους αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: ...". Από τη διαβεβαίωση αυτή και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις με επίκληση από την αναιρεσείουσα προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι οποίες κατά το άρθρο 444 ΚΠολΔ, θεωρούνται έγγραφα, και λαμβάνονται υπόψη, δεν είναι δε, αναγκαίο στοιχείο του περιεχομένου της απόφασης η ιδιαίτερη μνεία αυτών, αρκεί η γενική αναφορά ότι έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις ως άνω φωτογραφίες και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 11, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, o λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν το αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, όπως είναι και οι καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρα 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 12 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έδωσε αξιοπιστία στην κατάθεση του μάρτυρά της, απαξιώνοντας την κατάθεσή του, κατά παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με επιζήμιες γι' αυτήν συνέπειες, αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από το άρθρο 909 ΑΚ ένστασή της. 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβίασε το Εφετείο. Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος εφόσον η αποδιδομένη πλημμέλεια αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα δεν θεμελιώνεται ο πιο πάνω αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 α. 11 περ. β' ΚΠολΔ. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό των 2.000.000 δρχ, για το οποίο είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εν αυτή αναφερόμενη απόφαση, είχε καταβληθεί από την αναιρεσίβλητη σ' αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη και την 582/3-6-1997 απόδειξη της πρώτης, την οποία όμως η αναιρεσίβλητη, ούτε επικαλέσθηκε, ούτε προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν ουδόλως γίνεται αναφορά για το έγγραφο αυτό. Αντιθέτως προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την ουσιαστική βασιμότητα του συνόλου της αγωγής, και συνακόλουθα και του συγκεκριμένου περιστατικού, λαμβάνοντας υπόψη του τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη χωρίς ιδιαίτερη μνεία σε κάποιο από αυτά και μάλιστα σε έγγραφο, με εξαίρεση την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας κατά την αξιολόγηση του βαθμού της αξιοπιστίας του, όπως είχε την εκ του νόμου εξουσία. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Η δικαστική δαπάνη, θα επιβληθεί, στην ηττηθείσα αναιρεσείουσα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 1033/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ