Αριθμός 1089/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Σ. Λ. του Μ., κατοίκου ... 3) Σ. Κ. του Ι., 4) Μ. Λ. του Α., 5) Ε. Ρ. του Ι., 6) Δ. Ρ. του Ι., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ελευθέριο Γκέλη και Γεώργιο Ζούρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΛΑΝΤΖΩΝ ΠΑΧΗΣ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Δ. του Γ., 3) Κ. Λ. του Π., 4) Δ. Δ. του Ι., 5) Γ. Δ. του Ι., 6) Γ. Δ. του Χ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κανελλόπουλο που ανακάλεσε την από 3/3/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1807/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/10/2021 αίτησή τους και τους από 24/1/2023 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24/01/2023 και επίδοση αυτών αυθημερόν στον παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Τουτζιαράκη Ιωάννη, ως αντίκλητο αυτών (άρθ. 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015 σε συνδ. με άρθ. 129 παρ.1 του ιδίου Κώδικα), όπως προκύπτει από την με αριθμό 4 6 2 1 Β έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Π., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 06/03/2023 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα άνω δικόγραφα, λόγοι αναίρεσης πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Ν. 4072/2012, ο εταίρος μπορεί με δήλωσή του προς την εταιρία και τους λοιπούς εταίρους, να εξέλθει εκουσίως από την εταιρία. Ειδικότερα, στον εταίρο που δεν επιθυμεί να συνεχίσει τη συμμετοχή του στην εταιρία, παρέχεται η δυνατότητα, να εξέλθει εκουσίως από αυτήν με μονομερή δήλωση απευθυντέα στους υπόλοιπους εταίρους και την εταιρία. Έχει δηλαδή το δικαίωμα να καταγγείλει την εταιρική του συμμετοχή, χωρίς να πρέπει να αναμένει την κρίση του δικαστηρίου, όπως γινόταν στο προγενέστερο δίκαιο όπου η καταγγελία της εταιρίας επέφερε τη λύση της και ως εκ τούτου την έξοδο του εταίρου από αυτήν. Η εν λόγω καταγγελία της εταιρικής του συμμετοχής, που γίνεται όπως αναφέρθηκε με μονομερή (απευθυντέα προς τους λοιπούς εταίρους και την εταιρεία) του δήλωση, έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και δεν απαιτείται να επικυρωθεί από το δικαστήριο, καθώς επιφέρει αμέσως τα αποτελέσματά της, ήτοι την έξοδό του από την εταιρία και τη συνέχιση της λειτουργίας της με τους λοιπούς εταίρους, από τη στιγμή που η δήλωση αυτή θα περιέλθει στην εταιρεία και τους εταίρους Ο εξερχόμενος εταίρος (όπως και ο αποκλειόμενος) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 264 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, έχει αξίωση κατά της εταιρίας για καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του. Σ' αυτήν την περίπτωση εάν μεν η εταιρία είναι αορίστου χρόνου, η αξία της συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου καταβάλλεται σε εκείνον στο τέλος της εταιρικής χρήσης (άρθρο 261 παρ. 2 Ν. 4072/2012), ενώ σε περίπτωση διαφωνίας ως προς το ύψος της, αυτό καθορίζεται από το Μονομελές Δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 264 παρ. 2 Ν. 4072/2012). Η συνδρομή σπουδαίου λόγου για την αποχώρηση του εξερχόμενου εταίρου είναι αδιάφορη όσον αφορά τις εταιρίες αορίστου χρόνου. Η συνδρομή του είναι ουσιώδης στις εταιρίες ορισμένου χρόνου, διότι η διάταξη του άρθρου 261 παρ. 3 Ν. 4072/2012, εξαρτά την καταβολή ή μη της αξίας συμμετοχής του εξερχομένου από την ύπαρξη σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί την έξοδό του από την εταιρία. Συνεπώς, στις εταιρίες αορίστου χρόνου, ο εξερχόμενος (όπως και ο αποκλειόμενος) εταίρος, ανεξάρτητα από το αν υφίσταται σπουδαίος λόγος ή όχι που να δικαιολογεί την έξοδό του από την εταιρία, εφόσον καταγγείλει την εταιρική του συμμετοχή, δικαιούται να αξιώσει από την εταιρία την καταβολή της πλήρους αξίας αυτής (εταιρικής συμμετοχής), ενώ επιπλέον από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 264 του Ν. 4072/2012 ορίζεται ότι αν η εταιρική περιουσία δεν επαρκεί για την κάλυψη των χρεών της εταιρίας, ο εξερχόμενος ή αποκλειόμενος εταίρος υποχρεούται να τα καλύψει κατά το λόγο της συμμετοχής του στις ζημίες. Ο κατά τα ανωτέρω σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρίας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης που δημιούργησε ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος, η συνδρομή ή μη του οποίου αξιολογείται με βάση αντικειμενικά κριτήρια. Η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου θα πρέπει, πάντως, να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρίας. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει, κατά βάση να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρίας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο είναι, υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων που επικεντρώνουν στην οπτική της εμπορικής επιχείρησης, φορέας της οποίας είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας παρά στον προσωποπαγή συμβατικό εταιρικό δεσμό, η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων και η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, η έλλειψη συνεργασίας, κατανόησης, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης κ.λπ. και πάντα σε συνάρτηση με αποχρώντες οικονομικούς λόγους, που έχουν ως επακόλουθο είτε την παράλυση της λειτουργίας είτε την αδυναμία της εκπλήρωσης του σκοπού της (ΑΠ 473/2019). Για τη στοιχειοθέτηση του σπουδαίου λόγου, για τον οποίο ο νόμος δεν αναφέρει πότε θεωρείται ότι υπάρχει, γίνεται δεκτό ότι δεν προϋποτίθεται η ύπαρξη υπαιτιότητας των υπολοίπων εταίρων ή των εκπροσώπων της εταιρίας, ούτε το αναίτιο του ζητούντος την εκ της εταιρίας έξοδο. Υπό άλλη διατύπωση, σπουδαίο λόγο δύναται να αποτελέσει κάθε περιστατικό ή κάθε κατάσταση που, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, έχει ως συνέπεια, η παραμονή του εταίρου στην εταιρία να καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής (ΑΠ 654/2010). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 264 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων ως προς την αξία συμμετοχής, η αξία που καταβάλλεται ορίζεται από το δικαστήριο το οποίο αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 259, ήτοι το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αξίωση του αποχωρούντος εταίρου για την καταβολή της αξίας της εταιρικής του συμμετοχής απορρέει από την εταιρική σχέση. Οι απαιτήσεις δε των εταίρων από την εταιρική σχέση ικανοποιούνται μόνον από την εταιρική περιουσία, δεν ευθύνονται δηλαδή για τις απαιτήσεις αυτές οι λοιποί εταίροι με την προσωπική (εξωεταιρική) τους περιουσία. Έτσι, η αξία της εταιρικής συμμετοχής του αποχωρούντος εταίρου συνιστά αντικείμενο ενοχικής αξίωσης τούτου κατά της εταιρίας, η οποία και νομιμοποιείται παθητικά προς τούτο στη δίκη επί της σχετικής αγωγής του εν λόγω εταίρου, για τον καθορισμό της αξίας της μερίδας συμμετοχής κρίσιμη είναι η αξία που θα μπορούσε να επιτευχθεί για τη μεταβίβασή της στην αγορά κατά τον χρόνο αποχώρησης του εταίρου, ήτοι κατά την ημερομηνία εξόδου αυτού, η οποία συντελείται με την επίδοση της σχετικής διαπλαστικής δήλωσης στην εταιρία και τους λοιπούς Για τον σχηματισμό δικαστικής κρίσης θα πρέπει συνεκτιμάται η όλη περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας, δηλαδή το ενεργητικό αυτής τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και ειδικότερα τα περιουσιακά της στοιχεία (και το υφιστάμενο κεφάλαιό της, το οποίο δεν μειώνεται με την έξοδο ή του αποκλεισμό εταίρου) συμπεριλαμβανομένων σ` αυτά και των αξιώσεών της έναντι τρίτων και της αποτιμητέας σε χρήμα αξίας των άυλων αγαθών που απέκτησε (φήμη, πελατεία, αξία διακριτικών γνωρισμάτων κ.λπ.) από τη μέχρι τότε λειτουργία της, καθώς και το παθητικό της, δηλαδή τα χρέη της προς τρίτους, ενώ θα πρέπει λαμβάνεται υπόψη και η οικονομική απόδοση της εταιρικής επιχειρήσεως τρέχουσα και προσδοκώμενη. Για τον υπολογισμό της αξίας συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου συντάσσεται ειδικός ισολογισμός, στον οποίο απεικονίζεται η πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας κατά το χρόνο απώλειας της εταιρικής ιδιότητας, δηλαδή κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης εξόδου. Η ανάγκη ανεύρεσης της πραγματικής αξίας της εταιρικής περιουσίας επιβάλλει την αναζήτηση τόσο της υπεραξίας των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας όσο και των φανερών ή αφανών αποθεματικών. Ο υπολογισμός της αξίας συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου ομόρρυθμης εταιρίας με βάση αποκλειστικά τα επιδεκτικά αναγραφής στον ετήσιο ισολογισμό μεμονωμένα στοιχεία της επιχείρησης οδηγεί σε ανεπιεικείς λύσεις. Ο ετήσιος ισολογισμός, που συντάσσεται στο τέλος της εταιρικής χρήσης, δεν είναι δυνατόν να αποτελεί την αποκλειστική βάση υπολογισμού της αξίας συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου, δεδομένου ότι επιτελεί εντελώς διαφορετική λειτουργία, αποβλέπει δηλαδή στη διαπίστωση κερδών ή ζημιών κατά τη συγκεκριμένη εταιρική χρήση και δεν αντικατοπτρίζει, κατά κανόνα, την αληθινή περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας, επειδή δεν περιλαμβάνει στοιχεία, όπως τα αφανή αποθεματικά, οι εκκρεμείς υποθέσεις, η πελατεία, η φήμη, η οργάνωση και η απόδοση της επιχείρησης κλπ. Συνεπώς, για τον υπολογισμό της πραγματικής αξίας της συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου απαιτείται η κατάρτιση ειδικού ισολογισμού που να εμφανίζει την πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας κατά τον χρόνο της εξόδου. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 293 του ίδιου νόμου και στην κοινοπραξία όταν αυτή ασκεί εμπορική δραστηριότητα. Ειδικότερα επειδή στο δίκαιο των ενώσεων προσώπων που συνιστώνται με σύμβαση, για την επιδίωξη κοινού σκοπού με κοινή συμβολή των μελών τους, δεν προβλέπεται η κοινοπραξία, ως ιδιαίτερος τύπος εταιρίας ωστόσο, με δεδομένο ότι η μορφή αυτή δραστηριότητας εμφανίστηκε και δρα στην πράξη ως ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων, είναι δυνατό να προσλάβει τη νομική μορφή είτε αστικής εταιρίας, εάν από τη φύση ή το σκοπό της δεν είναι εμπορική, οπότε διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ. του Α.Κ., είτε εμπορικής εταιρίας, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εμπορικού δικαίου και υπάγεται σε έναν από τους εταιρικούς τύπους που αναγνωρίζονται περιοριστικά από αυτό. Συγκεκριμένα σε περίπτωση που η κοινοπραξία επιδιώκει εμπορικό σκοπό, εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις σύνταξης εγγράφου και δημοσιότητας, που προβλέπονταν από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43 και 44 του Εμπορικού Νόμου και ίσχυαν πριν την κατάργηση των άρθρων 18 - 28, 38, 39, 47 - 50 και 64 με το άρθρο 294 παρ. 2 του ν. 4072/2012, μπορεί ανάλογα με το πώς εκδηλώθηκε εξωτερικά η δραστηριότητά της, να έχει χαρακτήρα είτε αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο ένα εκ των μελών της, οπότε προσομοιάζει στην ετερόρρυθμη εταιρία, με απεριορίστως ευθυνόμενο μόνο τον εμφανή εταίρο, είτε ομόρρυθμης, "εν τοις πράγμασι", εταιρίας, με απεριορίστως και σε ολόκληρο ευθυνόμενα (άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου) όλα τα μέλη αυτής για τις εκ της δραστηριότητάς της υποχρεώσεις (ΑΠ 1078/2010). Όσο δε η κοινοπραξία, δεν προσλαμβάνει τυπικά κάποια εταιρική μορφή, δεν αποκτά νομική προσωπικότητα μεν, ωστόσο, όμως, αποκτά την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΟλΑΠ 14/2007), ακόμη, μπορεί να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία είναι ανατεθειμένη η διαχείριση των υποθέσεών της (62 και 64 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Ο όρος "επιδίκαση" σημαίνει ότι το Δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, δηλαδή το Δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 704/2011, 777/2010). Δεν υπάρχει ωστόσο κατ' αρχήν επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος, αν το Εφετείο ενήργησε στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ). Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1665/2008, 1586/2008). Ως αίτηση επίσης νοείται και κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του Δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα" με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 483/2011, 1892/2009, 2129/2007, 28/2005), δηλαδή ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, αν αφέθηκε αδίκαστη ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστική ή δικονομική του διαδίκου, αλλά τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του ως άνω άρθρου. Τέλος, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος, αν αφέθηκε αδίκαστος λόγος έφεσης, η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον ίδιο ως άνω λόγο του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 845/2009, 40/2008, 2129/2007, 980/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 782/2019, 226/2016, 845/2011, 279/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 10/01/2019 αίτηση αγωγή τους, οι αναιρεσείοντες είχαν αναφέρει πως είναι μέλη της πρώτης των καθών και ήδη αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας, επικαλούμενοι σπουδαίους λόγους που ανάγονται σε διενέξεις, διαφωνίες και διαφορές με τους λοιπούς των καθ' ων, μέλη της ίδιας κοινοπραξίας, οι οποίοι καθιστούν τη συνέχιση της λειτουργίας της πρώτης καθής δυσβάσταχτη και αδύνατη, ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι πράγματι συντρέχουν τέτοιοι λόγοι και περαιτέρω να προσδιοριστεί η αξίωση συμμετοχής καθενός εξ αυτών στην περιουσία της κοινοπραξίας κατά το χρόνο εξόδου τους, στις 06/06/2018 και να υποχρεωθούν οι καθ ων να τους καταβάλουν το αντίστοιχο ποσό. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, με την 1807/2020 απόφαση του απέρριψε την αίτηση ως προς τους λοιπούς, πλην της κοινοπραξίας, καθ ων, δεχόμενο ότι η ένδικη, ενοχική, αξίωση των αιτούντων στρέφεται κατά της τελευταίας, η οποία και μόνο νομιμοποιείται προς τούτο παθητικά, περαιτέρω απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη και συγκεκριμένα το αναγνωριστικό αίτημα αυτής ως ουσιαστικά αβάσιμο δεχόμενη ότι η συνεργασία μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας κατέστη αδύνατη από υπαιτιότητα των αιτούντων, πλην όμως, έκρινε ότι επήλθε τέτοιος κλονισμός των σχέσεων των διαδίκων, καθιστώντας επαχθή την εξακολούθηση της συμβατικής σχέσης για αμφότερα τα διάδικα μέρη και δημιουργώντας τις τιθέμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις για την προβολή της εδραζόμενης στο άρθρο 261 παράγραφος 3 του νόμου 4072 του 2012 αξίωσης των αιτούντων. Ως προς το καταψηφιστικό αίτημα έκρινε ότι δεν συμπεριέχει τα αναγκαία για τον καθορισμό της αξίας της εν λόγω συμμετοχής του στοιχεία και σε περίπτωση που εκτιμάται ως αξίωση καταβολής του ποσοστού τους στα κέρδη της κοινοπραξίας για τα έτη 2017 - 2018 ως προώρως ασκηθέν και τελικά απέρριψε αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο. Οι αναιρεσείοντες με την από την 30/06/2020 έφεσή τους ζήτησαν να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή τους ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, σύμφωνα με τον οποίο δικαιούνται να εξέλθουν της κοινοπραξίας και να ζητήσουν την αξία της συμμετοχής τους στην εταιρεία. Η προσβαλλόμενη απόφαση αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεση εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη κρίνοντας σύμφωνα με τις παραδοχές της ότι: " ο σπουδαίος λόγος που επικαλούνται και δικαιολογεί την έξοδό τους από την κοινοπραξία είναι αντικείμενο ουσιαστικής διερεύνησης της επίδικης αίτησης -αγωγής, όμως το καταψηφιστικό κύριο αίτημα της, σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν παραπάνω, δεν είναι νόμιμο, καθώς ο απερχόμενος εταίρος δικαιούται να ζητήσει την αξία της συμμετοχής του στην εταιρεία, η οποία δεν εμπεριέχει μόνο τα καθαρά κέρδη δύο εταιρικών χρήσεων της καθής κοινοπραξίας, η οποία λειτουργεί από το έτος 2005". Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές παραλήφθηκε η υποβληθείσα προς κρίση αυτοτελής αίτηση περί αναγνώρισης της συνδρομής του σπουδαίου λόγου για την αποχώρηση των εταίρων από την κοινοπραξία, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πιο πάνω απόφασή του, δεν αποφάνθηκε για το αίτημα αυτό (βάση της αγωγής), και, συνακόλουθα, υπέπεσε στην από το άρθρο 519 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν τούτων, χωρίς να ερευνηθούν οι έτεροι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατέθεσαν για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 143/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Πειραιά, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει συνολικά σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ