Αριθμός 1151/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Β. Κ. Τ. Ε. Τ. Α. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: J.(Γ.) R. (Ρ.) του R.(Ρ.), κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοπάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1312/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1085/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 17.9.2021 και με αριθμό καταθ. 7215/895/20.9.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 1085/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων, ήτοι α) της με αριθμό καταθ. 62224/4802/15.7.2019 εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου J. R. και β) της με αριθμό καταθ. 76354/5901/9.9.2019 εφέσεως της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας με την επωνυμία "Τ. ΑΕ" κατά της υπ' αριθμ. 1312/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση (1085/2021) έγιναν τυπικά δεκτές οι ως άνω εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της εναγομένης - αναιρεσείουσας, έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 1312/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστο το κονδύλιο για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 6.7.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 68599/2011/2018) αγωγή για το ποσόν των χιλίων (1000) ευρώ, ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 2.6.2014 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη στην καταβολή πλέον των (1000) ευρώ και του ποσού των 1.712,50 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της, με ποινή το απαράδεκτο, επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική ανεπάρκειά της αγωγής, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική όμως, ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα οι δικονομικές της ελλείψεις, που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της, ελέγχονται κατά τον αρ. 14 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις 41/1981, 54/1982, 40/1983, 102/1984 και 112/1985 αποφάσεις του ΔΔΔΔ Αθηνών, εκ των οποίων οι πρώτες τέσσερις κηρύχθηκαν εκτελεστές με τις 14481/1981, 16016/1982, 17901/1983 και 21768/1984 αποφάσεις του υπουργού Εργασίας και η πέμπτη κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με την 130/1985 πράξη κατάθεσης, κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις 15560/1981, 18420/1982, 12256/1984, 11452/1985 και 13650/1987 αποφάσεις του ως άνω υπουργού, οι σερβιτόροι καφενείων, ζαχαροπλαστείων κλπ. και οι βοηθοί τους αμείβονται με το οριζόμενο κάθε φορά από την οικεία αγορανομική διάταξη ποσοστό φιλοδωρήματος. Στην περίπτωση δε κατά την οποία το ποσό που προκύπτει από το ποσοστό αυτό υπολείπεται του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, υπολογιζόμενου χωρίς καμία προσαύξηση επιδομάτων, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει τη διαφορά. Το παραπάνω ποσοστό υποχρεωτικού φιλοδωρήματος, το οποίο παλαιότερα ορίζετο στην 102/1997 αγορανομική διάταξη, καθορίστηκε στη συνέχεια με το άρθρο 238 της 14/1989 αγορανομικής διάταξης, που κωδικοποίησε τις μέχρι τότε εκδοθείσες αγορανομικές διατάξεις. Το ποσοστό αυτό καθορίστηκε τελικά με τη διάταξη του άρθρου 54 του ν. 2224/1994. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτήν η αμοιβή που δίδεται στους σερβιτόρους των καφενείων, ζαχαροπλαστείων, γαλακτοπωλείων, μπαρ, ουζερί, αναψυκτηρίων, καφεζυθo- ζαχαροπλαστείων, κυλικείων γενικά και λοιπών παρομοίων καταστημάτων καθορίζεται σε ποσοστό 16% και υπολογίζεται στο λογαριασμό των πελατών για τα είδη που κατανάλωσαν, χωρίς τις επιβαρύνσεις από φόρους και τέλη, που αποδίδονται στο Δημόσιο ή ΟΤΑ. Ακόμη οι σερβιτόροι των πιο πάνω κατηγοριών επιχειρήσεων αμείβονται και με τον λεγόμενο συμβολικό μισθό, που συνίσταται σε ένα μικρό σταθερό ποσό που προσδιορίζεται δραχμικά και αναπροσαρμόζεται περιοδικά με τις συλλογικές ρυθμίσεις. Ο μηνιαίος συμβολικός μισθός καταβάλλεται παράλληλα με τα εισπραττόμενα κάθε φορά (ΑΠ 702/2014). Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 281 και 932 Α.Κ., προκύπτει ότι, εάν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας έγινε καταχρηστικά και κάτω από συνθήκες, που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, τότε αυτός δικαιούται να ζητήσει και ο εργοδότης έχει υποχρέωση να του καταβάλει και χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που του προκάλεσε η προσβολή της προσωπικότητάς του. Για το ορισμένο, εξάλλου, του σχετικού αιτήματος, απαιτείται και αρκεί να αναφέρονται τα περιστατικά, κάτω από τα οποία έλαβε χώρα η εν λόγω προσβολή, ήτοι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη και οι οποίες συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, αφενός και αφετέρου ότι επέφεραν την προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου. Περαιτέρω δε, πρέπει να υποβάλλεται και σχετικό αίτημα, για καταβολή προς τούτο ορισμένου χρηματικού ποσού, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Η ενδεχόμενη, εξάλλου, σχετική αοριστία της αγωγής ελέγχεται αναιρετικά, με βάση τη διάταξη του άρθρου 559, αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 949/2019, 1289/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, από τη επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, ότι προσελήφθη στις 19.6.2006 από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία αρχικά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε στις 18.9.2006 και συνεχίσθηκε ως αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως σερβιτόρος στην επιχείρηση CAFE-RESTAURANT στη ... με το διακριτικό τίτλο "...". Ότι υπό την ανωτέρω ιδιότητα του εργάσθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση μέχρι και την 2.6.2014, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ότι η αμοιβή του είχε συμφωνηθεί να υπολογίζεται με το μικτό σύστημα (ποσοστό επί του λογαριασμού των πελατών και συμβολικό μισθό), κατά τα οριζόμενα στις σ.σ.ε.. Ότι η εναγομένη δεν του κατέβαλε μέρος των νομίμων αποδοχών του και ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 1571 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3.6.2014 έως 8.8.2014, και των οποίων - αποδοχών υπερημερίας - ο υπολογισμός γίνεται με βάση το κατώτατο ημερομίσθιο της ΕΓΣΣΕ, γ) να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς της και δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ και επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 1.577,79 ευρώ, ως διαφορά της νόμιμης και της καταβληθείσας αποζημίωσης. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, διότι περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, δηλαδή αναφέρει την εργασιακή του σχέση και τους όρους αυτής, και ότι πέραν της αναφοράς του στην αγωγή ότι αμειβόταν με ποσοστά, η αναφορά της συμφωνίας ότι το ημερομίσθιό του υπολογιζόταν με το προβλεπόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ), σύμφωνα με το οποίο υπολογίζει αποδοχές υπερημερίας, καθ' όσον δεν υπολογίζει τις αποδοχές του με βάση το αναφερόμενο στην αγωγή του ποσοστό, οπότε απαιτείται η αναφορά των εισπράξεων ανά μήνα. Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή, το ύψος των εισπράξεων καθώς και αν οι εισπράξεις είναι καθαρές δηλαδή δίχως τις επιβαρύνσεις από τέλη και φόρους, είναι απαράδεκτη, αφού η αναφορά αυτή δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, εφ' όσον οι αποδοχές υπερημερίας υπολογίζονται με το προβλεπόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα ΕΣΣΕ, αρκεί δηλαδή η επίκληση του ύψους των εισπράξεων, που πραγματοποίησε δίχως ειδικότερο προσδιορισμό των καθαρών, στον οποίο θα προβεί το δικαστήριο, κατά την κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, όπως είναι απαράδεκτη και εκείνη, ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή η αιτία για την οποία έλαβε τα επί μέρους ποσά, που ο ενάγων αφαιρεί ως καταβληθέντα σ' αυτόν, διότι και το στοιχείο αυτό δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητά της. Την αγωγή αυτή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, την έκρινε ορισμένη και νόμιμη. Κρίνοντας την ορισμένη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης, ο ως άνω λόγος και κατά το σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν εξειδικεύονται στο δικόγραφο της αγωγής οι προσωπικές ιδιότητες του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος, για έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης, αφού η αναφορά αυτή δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αγωγής. Επιπλέον, ο αυτός ως άνω λόγος και κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση σχετικά με αοριστία της αγωγής ως προς το κονδύλιο ηθικής βλάβης, ελέγχεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθ' όσον αναφέρονται τα περιστατικά, κάτω από τα οποία έλαβε χώρα η εν λόγω προσβολή, ήτοι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη και οι οποίες συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος. Σύμφωνα με τα άρθρα 250 αρ. 6 και 17, 251 και 253 ΑΚ η αξίωση για μισθούς και άλλες περιοδικώς επαναλαμβανόμενες παροχές από σύμβαση εργασίας παραγράφεται σε πέντε έτη. Η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η γέννηση εκάστης αξίωσης και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 261 παρ. 1 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (παρ. 3 του ίδιου άρθρου) και εφαρμόζεται και επί αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΚ 279), όπως είναι και αυτή που ορίζεται στο άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 για την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοσή της (ΚΠολΔ 221 παρ. 1), αρχίζει δε και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Εξ άλλου κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της. Ως νέα έγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν το αίτημα της μεταγενέστερης αγωγής είναι ελαττωμένο σε σχέση με εκείνο της προγενέστερης, όπως και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξιώσεως υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 345/2020, 768/2016, 252/2016, 190/2008). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει την από 21.7.2014 αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας με την οποία επικαλείτο ότι η αναιρεσείουσα προέβη στην καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας εξαρτημένης εργασίας από λόγους εκδικητικότητας και επίσης ακυρότητα λόγω ελλιπούς αποζημιώσεως επειδή του καταβλήθηκε αποζημίωση εργατοτεχνίτη, ενώ ήταν υπάλληλος. Η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε τελεσίδικα ως αόριστη δυνάμει της υπ' αριθμ. 3015/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος άσκησε την ένδικη με ημερομηνία 6.7.2018 αγωγή του με την οποία επικαλείτο ότι η αναιρεσείουσα προέβη στην καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας από λόγους εκδικητικότητας, ενώ δεν έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, καθώς παρέμειναν στην επιχείρησή της υπάλληλοι με λιγότερα οικογενειακά και οικονομικά βάρη. Ότι μεταξύ της από 21.7.2014 πρώτης αγωγής και της από 6.7.2018 ένδικης αγωγής υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, καθώς και ταυτότητα της νομικής και ιστορικής βάσης τους, καθ' όσον τα περιεχόμενα στις αγωγές ουσιώδη πραγματικά περιστατικά είναι τα ίδια, υπάγονται στους ίδιους κανόνες δικαίου, ενώ ορισμένες διαφοροποιήσεις, δεν αναιρούν την ταυτότητα της ιστορικής και νομικής βάσης των αγωγών αυτών. Ότι ως εκ τούτου η άσκηση της πρώτης αγωγής, επιδοθείσα την 30.7.2014, διέκοψε την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων και μετά την απόρριψη της πρώτης αγωγής ως αόριστης, στις18.6.2018, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την δεύτερη αγωγή του, ήτοι εντός έξη μηνών από την απόρριψη της προηγούμενης, με συνέπεια να θεωρείται ότι η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων είχε διακοπεί με την πρώτη αγωγή. Κατόπιν αυτών το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αβάσιμο τον περί συμπληρώσεως του χρόνου της παραγραφής ή παρελεύσεως της αποσβεστικής προθεσμίας ισχυρισμό της εναγομένης και δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται για αποζημίωση απόλυσης το ποσόν των 1.564,21 ευρώ και επεδίκασε για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 1.712,50 ευρώ, το οποίο πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως αόριστο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς τη διακοπή της αποσβεστικής προθεσμίας για την αξίωση του ενάγοντος προς καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως και τη διακοπή της παραγραφής για τις λοιπές αξιώσεις αυτού. Επομένως, ο πρώτος κατά το οικείο σκέλος αυτού, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1 § 1 ν. 435/1976, 1 § 2 ν. 1082/1980 και 2 των κατά καιρούς εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνηθισμένος μισθός", ταυτιζόμενος προς τις "τακτικές αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές υπερημερίας, το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχομένη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου (Ολ.ΑΠ 5/2011). Επί κυμαινόμενων αποδοχών, όπως και εκείνες των σερβιτόρων, το ημερομίσθιο με βάση το οποίο υπολογίζονται οι ως άνω, είναι ο μέσος όρος των ημερομισθίων της αντίστοιχης χρονικής περιόδου, και ισούται με το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των αποδοχών συγκεκριμένης χρονικής περιόδου δια των ημερών απασχολήσεως του εργαζομένου το διάστημα αυτό. Ενόψει αυτών, εφόσον ο μισθωτός απασχολείται τακτικά το Σάββατο και τις Κυριακές, στο μέσο ημερομίσθιο υπολογίζονται και οι αποδοχές του και για τις ημέρες αυτές. Με την παρ. 1 του άρθρου 54 του Ν. 2224/1994 και του ταυτόσημου άρθρου 238 της 14/1989 Αγορανομικής Διατάξεως, ορίζεται ότι η αμοιβή που δίδεται στους σερβιτόρους των εστιατορίων, ζυθεστιατορίων, οινομαγειρείων, ταβερνών κ.λπ. καθορίζεται σε ποσοστό δεκατρία τοις εκατό (13%) στο λογαριασμό των πελατών, από το οποίο το μεν δέκα τοις εκατό (10%) δίδεται στους σερβιτόρους, το δε τρία τοις εκατό (3%) στους βοηθούς τους, εφόσον υπάρχουν. Αν δεν υπάρχουν βοηθοί, η αμοιβή καθορίζεται σε ποσοστό ένδεκα τοις εκατό (11%) στους λογαριασμούς των πελατών. Με την παρ. 5 των άρθρων αυτών ορίζεται ότι η αμοιβή του σερβιτόρου υπολογίζεται στο λογαριασμό των πελατών για τα είδη που κατανάλωσαν, χωρίς τις επιβαρύνσεις από φόρους και τέλη, που αποδίδονται στο Δημόσιο ή Ο.Τ.Α. Από την αδιάστικτη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι τα προαναφερόμενα ποσοστά αμοιβής των σερβιτόρων και των βοηθών τους καθορίζονται με βάση το ποσά που καταβάλλουν οι πελάτες των εστιατορίων κ.λπ. για την καθαρή αξία των ειδών που κατανάλωσαν χωρίς καμία επιβάρυνση, ήτοι για την αξία που απομένει μετά την αφαίρεση των επιβαρύνσεων από φόρους και τέλη υπέρ του Δημοσίου και των ΟΤΑ και όχι με βάση το τελικό ποσό που καταβάλλουν οι πελάτες, αφού το τελευταίο αυτό ποσό απαρτίζεται από το άθροισμα της καθαρής αξίας των καταναλωθέντων ειδών, των προαναφερόμενων επιβαρύνσεων και της αμοιβής των σερβιτόρων και βοηθών. Στην περίπτωση δε, κατά την οποία το ποσό της αμοιβής που προκύπτει από το πιο πάνω ποσοστό υπολείπεται του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, υπολογιζομένου χωρίς καμία προσαύξηση επιδομάτων, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει τη διαφορά. Συνεπώς, ο νόμιμος ελάχιστος μισθός των σερβιτόρων είναι αυτός που αναλογεί στα υποχρεωτικά φιλοδωρήματα, εκτός αν υπολείπεται εκείνου του ανειδίκευτου εργάτη, οπότε ως ελάχιστος νόμιμος μισθός, θεωρείται το κατώτατο ημερομίσθιο ασφαλείας (ΑΠ 949/2019, 1289/2013). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1, 3 και 7 εδ.α του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν.2556/1997 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζεται ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στην περίπτωση ελλιπούς καταβολής της οφειλομένης αποζημίωσης (ΑΠ 277/2016, ΑΠ 624/2008), η οποία υπολογίζεται κατά τα άρθρα 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυομένου μισθωτού του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας για οιονδήποτε λόγο δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, 601/2013). Επίσης, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι: Η καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί όμως ενάσκηση δικαιώματος και κατά συνέπεια είναι απαγορευμένη όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή υπό περιστάσεις οι οποίες στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, ο δε εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού προς αυτόν. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται από λόγους αντεκδικήσεως ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζόμενου, νόμιμης μεν αλλά μη αρεστής στον εργοδότη. Αντίθετα η καταγγελία δεν θεωρείται καταχρηστική όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Ως παράβαση όμως των συμβατικών υποχρεώσεων του εργαζομένου δεν μπορεί να νοηθεί το ότι αυτός αρνείται να αποδεχθεί τη μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του. Στην περίπτωση αυτή η καταγγελία που αληθώς γίνεται για το λόγο αυτό διατηρεί την καταχρηστικότητά της (Α.Π. 1303/2018, 315/2014). Η ακυρότητα της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα από το λόγο στον οποίο οφείλεται, τάσσεται υπέρ του εργαζομένου και επομένως μόνον αυτός μπορεί να την επικαλεστεί. Συνακόλουθα ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να ζητήσει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας είτε να την θεωρήσει έγκυρη, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της, και να ζητήσει την καταβολή της αποζημιώσεως. Η παραίτηση από το ανωτέρω δικαίωμα του εργαζομένου μπορεί να είναι, κατά το άρθρο 156 του ΑΚ, ρητή ή σιωπηρή (ΑΠ 934/1999). Σιωπηρή παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας σύμβασης εργασίας ως άκυρης είναι και η από μέρους του είσπραξη του ποσού της αποζημίωσης απολύσεως χωρίς καμία επιφύλαξη, εναντίωση ή διαμαρτυρία για την καταγγελία της συμβάσεως του (ΑΠ 934/1999, 1818/1990). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτής, προκύπτουν τα εξής: "Στις 19.6.2006 η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο, υπήκοο ..., κάτοχο άδειας παραμονής για εργασία και βιβλιαρίου υγείας της Διεύθυνσης Υγείας Νομαρχίας Αθηνών, προκειμένου να τον απασχολήσει ως σερβιτόρο στο ανωτέρω εστιατόριο μέχρι τις 19.9.2006, με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, από Δευτέρα έως Σάββατο με μία εργάσιμη ημέρα ανάπαυσης (ρεπό) και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, αντί του καθοριζόμενου από την τότε ισχύουσα ΕΓΣΣΕ ημερομισθίου, ποσού 27,18 ευρώ (βλ. το από 19.6.2006 έγγραφο "Γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας"). Μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας ο ενάγων εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη χωρίς η τελευταία να εναντιωθεί, με συνέπεια η σύμβαση εργασίας του να ανανεωθεί για αόριστο χρόνο (άρθρο 671 του ΑΚ). Η εναγομένη όμως δεν του κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές του αλλά σημαντικά μικρότερα ποσά, δεν του χορήγησε άδειες αναψυχής και επιπλέον τον είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ ως μερικά απασχολούμενο, ενώ εργαζόταν με πλήρες ωράριο. Εξαιτίας αυτών, ο ενάγων προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 5.5.2014 μαζί με τους συναδέλφους του σερβιτόρους, Α. Μ. και Κ. Μ., προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τις συνθήκες εργασίας τους και για την μη καταβολή των νομίμων αποδοχών τους. Συγκεκριμένα απευθύνθηκαν στην αρμόδια υπάλληλο Χ. Μ., η οποία κάλεσε τηλεφωνικά τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας, Ν. Σ., ο οποίος προσερχόμενος στην Επιθεώρηση Εργασίας, δήλωσε ότι θα ικανοποιήσει τα αιτήματα των ανωτέρω εργαζομένων. Πράγματι, αυτός κατέβαλε την 16.5.2014 στον ενάγοντα το ποσό των 6.830,52 ευρώ, καθώς και τα ποσά των 5.814,05 ευρώ στον Α. Μ. και 6.200 ευρώ στον Κ. Μ.. Επίσης, η εναγομένη εταιρεία προέβη στην τακτοποίηση των ασφαλιστικών εκκρεμοτήτων του ενάγοντα για την χρονική περίοδο από 12/2011 έως 2/2014, όπως προκύπτει από την από 5.2.2015 απάντηση σε δήλωση απασχόλησης - καταγγελία του ΙΚΑ .... Το ίδιο έπραξε η εναγομένη και ως προς τις ασφαλιστικές εκκρεμότητες των προαναφερόμενων δύο εργαζομένων της - σερβιτόρων, όπως προκύπτει από τις από 5.2.2015 απαντήσεις σε δήλωση απασχόλησης - καταγγελία στις οποίες προέβησαν οι εργαζόμενοι αυτοί. Ωστόσο, τόσο ο ενάγων όσο και οι ανωτέρω συνάδελφοί του, παρά, την καταβολή σε αυτούς εκ μέρους της εναγομένης των προαναφερόμενων ποσών, εξακολούθησαν να διαμαρτύρονται σε αυτήν, διότι τα ποσά που τους καταβλήθηκαν υπολείπονταν των πραγματικά οφειλομένων σε αυτούς, ζητώντας την πλήρη εξόφλησή τους. Κατόπιν αυτών, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα με την από 2.6.2014 εξώδικη καταγγελία και δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα αυθημερόν, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Κ. επί της ως άνω εξώδικης καταγγελίας -δηλώσεως, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 1.564,21 ευρώ. Το ίδιο έπραξε και ως προς τους προαναφερόμενους δύο εργαζομένους σερβιτόρους, Α. Μ. και Κ. Μ., των οποίων κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους κοινοποιώντας τους την ίδια ημερομηνία αντίστοιχες εξώδικες καταγγελίες - δηλώσεις. Τα ανωτέρω γεγονότα, επιβεβαιώνονται αφενός από την δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντα, η οποία περιλαμβάνεται στο δελτίο εργατικής διαφοράς που συντάχθηκε επ' αφορμή της από 3.6.2014 αίτησης του ενάγοντα για διενέργεια εργατικής διαφοράς λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του η οποία έλαβε χώρα στις 2.6.2014, όσο και από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάρτυρός του, Ι. Τ., ο οποίος ήταν και ο ίδιος εργαζόμενος - σερβιτόρος στην επιχείρηση της εναγομένης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα με τον ενάγοντα, έχοντας ιδία και άμεση αντίληψη των γεγονότων περί των οποίων κατέθεσε σχετικά και αφορούν τις συνθήκες και τους όρους εργασίας του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενέργειες του ενάγοντα να διαμαρτυρηθεί και να διεκδικήσει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του καθώς και τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές του για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η εναγομένη τον είχε ασφαλίσει ως εργαζόμενο μερικής απασχόλησης ενώ εργαζόταν με πλήρες ωράριο, καθώς επίσης και το γεγονός ότι παρά την καταβολή σε αυτόν του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού και την διευθέτηση των ασφαλιστικών εκκρεμοτήτων στο ΙΚΑ από την εναγομένη, αυτός εξακολούθησε να διαμαρτύρεται για την πλήρη εξόφληση των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του, προκάλεσαν την δυσαρέσκεια του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας -εναγομένης και εξ αυτού του λόγου η εναγομένη - εργοδότριά του προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε από λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπό του, διότι αυτός διεκδίκησε την ικανοποίηση των νομίμων δικαιωμάτων του ως εργαζόμενος κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως είναι άκυρη ως καταχρηστική, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται επιπλέον από το ότι καταγγέλθηκαν επίσης οι συμβάσεις εργασίας των προαναφερομένων συναδέλφων του ενάγοντος Α. Μ. και Κ. Μ., οι οποίοι αμφότεροι διεκδίκησαν ταυτόχρονα με τον ενάγοντα την ικανοποίηση των εργασιακών τους δικαιωμάτων, καθώς και από την χρονική εγγύτητα μεταξύ της διαμαρτυρίας του ενάγοντος (και των προαναφερομένων δύο συναδέλφων του) και της απολύσεώς του από την εναγομένη. Το γεγονός δε, ότι προηγήθηκε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (2.6.2014) και ακολούθως αυτός υπέβαλε αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς (3.6.2014), δεν αναιρεί την κρίση ότι η απόλυσή του οφείλονταν στην εκδικητική διάθεση της εναγομένης προς το πρόσωπό του, αφού όπως προεκτέθηκε, οι διαμαρτυρίες του ενάγοντος και των άλλων συναδέλφων του για την καταβολή των δεδουλευμένων τους είχαν ξεκινήσει ήδη πριν από την 5.5.2014, όταν και διευθετήθηκαν εν μέρει από την εναγομένη, μετά την τηλεφωνική πρόσκληση και προσέλευση του νομίμου εκπροσώπου της στην Επιθεώρηση Εργασίας, οι διαμαρτυρίες δε αυτές εξακολούθησαν και μεταγενέστερα για την πλήρη εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών τους. Τα ίδια ισχύουν και για τις ασφαλιστικές εισφορές, για την τακτοποίηση των οποίων ο ενάγων επίσης διαμαρτύρονταν προφορικά αφενός πριν την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την εναγομένη και αφετέρου πριν προβεί ο ίδιος στην υποβολή της αίτησής του για τη διευθέτηση της εργατικής διαφοράς και σε καταγγελία στο ΙΚΑ. Σημειωτέον ότι η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα στις 8.8.2014 την από 30.7.2014 εξώδικη επικουρική καταγγελία της, στην οποία ανέφερε ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η από 2.6.2014 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος προβαίνει εκ νέου και όλως επικουρικά στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού, λόγω του ότι έχουν οξυνθεί και έχει επέλθει μέγιστη δυσαρμονία στις μεταξύ τους σχέσεις, η οποία δημιουργήθηκε λόγω της σφοδρής διεκδίκησης των αξιώσεων του ενάγοντος, ώστε να καθίσταται αδύνατη η περαιτέρω συνέχιση της συνεργασίας τους. Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος της ένδικης εφέσεως της εναγομένης εταιρείας με τον οποίο υποστηρίζει ότι η εκ μέρους της από 2.6.2014 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν ήταν καταχρηστική και επομένως εξ αυτού του λόγου άκυρη είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με βάση τα προεκτιθέμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η εναγομένη, εφόσον η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη για τους προεκτιθέμενους λόγους, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος για το επίδικο αιτούμενο χρονικό διάστημα από 3.6.2014 έως 8.8.2014. Περαιτέρω, με βάση το κατώτερο όριο ημερομισθίου που καθορίσθηκε από τις διαδοχικά ισχύουσες ΕΓΣΣΕ και το άρθρο 3 της υποπαραγράφου 1 α. 11 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (βλ. και ΕΓΚ.ΥΠ.ΕΡΓ. 20/11/12) το κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη που δικαιούται να λάβει ο ενάγων, με βάση την προϋπηρεσία του και την οικογενειακή του κατάσταση ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από 13.3.2013 έως 12.3.2016, σε 34,03 ευρώ. Επομένως οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν σε 850,75 ευρώ (34,03 ευρώ ημερομίσθιο x 25 ημέρες) . Επομένως, η εναγομένη πρέπει λόγω της υπερημερίας της να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.871,65 ευρώ, (ήτοι 850,75 x 2 μήνες = 1.701,5 ευρώ + 170,15 ευρώ, ήτοι 5 ημερομίσθια x 34,03 ευρώ). Ο ίδιος όμως ζητεί το ποσό των 1.712,50 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικασθεί (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο που το απαρτίζει κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, με την ως άνω γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, η οποία έγινε καταχρηστικά και από λόγους εκδικητικότητας προς το πρόσωπό του, όπως οι λόγοι αυτοί προεκτέθηκαν, ήτοι επειδή διεκδίκησε τα νόμιμα εργασιακά του δικαιώματα (δεδουλευμένες αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές για πλήρη και όχι για μερική απασχόλησή του), οι οποίοι αναλυτικά και με σαφήνεια αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εναγομένη, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντα, γιατί μειώθηκε έναντι των συναδέλφων του και θίχθηκε η επαγγελματική και κοινωνική του υπόσταση που αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς του. Δικαιούται επομένως, ο ενάγων να αξιώσει από την εναγομένη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και πρέπει για την αιτία αυτή να του επιδικασθεί το ποσό των 1.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ηθικής βλάβης, το είδος και το μέγεθος της υπαιτιότητας της εναγομένης, καθώς και τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία, καθώς και την οικονομική κατάσταση των διάδικων, κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ για την χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης, δε έσφαλε αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του δεύτερου λόγου της ένδικης εφέσεως του ενάγοντος με τον οποίο αιτιάται τα αντίθετα". Κατόπιν αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από η 6.9.2019 έφεση της εναγομένης και έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την από 9.7.2019 έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθμ. 1312/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επιδίκασε το ποσόν των 2.712,50 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 281, 288 και 652 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ότι η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ήταν καταχρηστική και συνακόλουθα άκυρη διότι έγινε από λόγους αντεκδικήσεως εξαιτίας νόμιμης μεν, μη αρεστής όμως σ' αυτήν (εναγομένη) συμπεριφοράς τους και δικαιολογούν τη βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα: α) ότι μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου με την αναιρεσείουσα στις 19.9.2006, αυτός συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα χωρίς αυτή να εναντιωθεί, με συνέπεια να ανανεωθεί για αόριστο χρόνο, β) ότι η αναιρεσείουσα δεν του κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές αλλά μικρότερα ποσά, δεν του χορήγησε άδειες αναψυχής και τον είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ ως μερικά απασχολούμενο ενώ εργαζόταν με πλήρες ωράριο, γ) ότι εξ αιτίας αυτής της συμπεριφοράς ο αναιρεσίβλητος και άλλοι δύο εργαζόμενοι προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες εργασίας τους και τη μη καταβολή των νομίμων αποδοχών τους, δ) ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε καταβολή μέρους των αποδοχών τους και λόγω της συνεχιζόμενης διαμαρτυρίας τους με την από 2.6.2014 εξώδικη καταγγελία - δήλωση, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, ε) ότι η επίδικη καταγγελία έγινε από λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, διότι αυτός διεκδίκησε την ικανοποίηση των νομίμων δικαιωμάτων του ως εργαζόμενος και παρά ταύτα η αναιρεσείουσα συνέχισε την ιδία συμπεριφορά καταβάλλοντας μόνο μέρος των οφειλομένων αποδοχών του, την οποία επέδειξε και στους άλλους διαμαρτυρόμενους εργαζόμενους. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της καταγγελίας, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ήταν καταχρηστική και συνακόλουθα άκυρη διότι έγινε από λόγους εμπάθειας και αντεκδικήσεως εξαιτίας νόμιμης μεν, μη αρεστής όμως σε αυτήν (αναιρεσείουσα) συμπεριφοράς του, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης, η οποία υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση περί ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), α) κατά το ένα σκέλος, ως προς τον τρόπο υπολογισμού των μισθών υπερημερίας και β) κατά το δεύτερο σκέλος ως προς το κονδύλιο της ηθικής βλάβης. Με βάση όμως τις ανέλεγκτες παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία πρόσληψης του ενάγοντος, την ειδικότητά του, ότι ήταν έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων καθόρισε το ημερομίσθιο της ΕΓΣΣΕ το οποίο πράγματι αποτέλεσε τη βάση υπολογισμού των επιδικασθέντων μισθών υπερημερίας στον αναιρεσίβλητο (ΑΠ 1086/2021). Επίσης με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, προέβη στον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης το ύψος της οποίας είναι ανάλογο της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων. Επομένως είναι, απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο κρίσιμος ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 8/201 ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 1278/2017). Εξ άλλου, ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem. Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημιώσεως των ζημιωθέντων, που προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος αποδείξεως" (ΟλΑΠ 4/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, από τον αριθ. 11 γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα εταιρεία επικαλείται ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα ταυτάριθμα με τις υπ' αριθ. 955/2015 και υπ' αριθ. 60/2018 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρακτικά δίκης στα οποία εμπεριέχεται ένορκη κατάθεση του ιδίου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος αναφορικά με την υποτιθέμενη προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας προ της επίδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, στην επ' ακροατηρίω εξέταση του, ως μάρτυρας αποδείξεως των ισχυρισμών ετέρων συναδέλφων του κατά την εκδίκαση δικών τους, αυτοτελών αγωγών, κατά της αναιρεσείουσας εταιρείας, κατέθετε ρητά και μετά λόγου γνώσεως ότι: "Είχαμε πάει τέσσερα παιδιά όπως είπαμε, εγώ, ο κ. Μ., ο κ. Κ. και ο κ. Μ., είχαμε πει κάποια αιτήματα που έχουμε στην Επιθεώρηση εκεί πέρα..".... ότι επίσης ... ο μάρτυρας αποδείξεως του ενάγοντος ανέφερε δήθεν ότι εκτός από τον αντίδικο, τον ίδιο και τον κ. Μ. είχε προσφύγει προφορικά στις 05/05/2014 ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας και ο κ. Κ., έτερος συνάδελφος του ενάγοντος. Ότι οι ανωτέρω καταθέσεις αγνοήθηκαν παντελώς από την προσβαλλόμενη, η οποία ήχθη στην εσφαλμένη κρίση ότι άπαντες οι προσφεύγοντες στην Επιθεώρηση Εργασίας, απελύθησαν εκδικητικά. Ότι αν κάτι τέτοιο ήταν αληθές, ότι δηλαδή με βάση τις αιτιάσεις του ενάγοντος απολύθηκαν επειδή προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας, θα έπρεπε να είχε απολυθεί και ο κ. Κ., ο οποίος όμως εξακολούθησε να απασχολείται στην αναιρεσείουσα εταιρεία και μετά την απόλυση του ενάγοντος και των δύο ετέρων συναδέλφων του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, και πρέπει να απορριφθεί, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "...που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα επικαλούμενα ως άνω πρακτικά, στα οποία εμπεριέχεται η ως άνω ένορκη κατάθεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω κατά το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω τέταρτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. 83919/2015 απόφαση του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, νομίμως επικληθείσα και προσκομισθείσα, δυνάμει της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος της αθωώθηκε για το αδίκημα της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών στον ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα. Ο λόγος αυτός και κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το σκεπτικό της προαναφερόμενης απαλλακτικής απόφασης, προκειμένου να ερευνηθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το αποδεικτικό πόρισμα είναι ή όχι συμβατά με το σκεπτικό της απαλλακτικής απόφασης, αν η απαλλακτική κρίση είναι προϊόν αμφιβολιών κ.λ.π., λαμβανομένου μάλιστα, υπόψη και του ότι όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα, σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος. Μετά από αυτά και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-9-2021 και με αριθμ. κατάθ. 7215/895/20.9.2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Β. Κ. Τ. Ε. Τ. Α. Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1085/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Νοεμβρίου 2022. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ