Αριθμός 1833/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Π. Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 889/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2456/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1παρ.1 β', 2 παρ. 1 α', 54 παρ. 1, 57 παρ. 1 και 3, και 70 παρ. 1, 2 α' και 3 του Ν. 4601/2019 "Εταιρικοί μετασχηματισμοί και εναρμόνιση του νομοθετικού πλαισίου με τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την έκδοση ηλεκτρονικών τιμολογίων στο πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων και λοιπές διατάξεις", συνάγεται ότι, αν διασπασθεί μία ανώνυμη εταιρεία, χωρίς να λυθεί, με την απόσχιση κλάδου της και την μεταβίβασή του σε άλλη ανώνυμη εταιρεία, που συνιστάται ταυτόχρονα με την διάσπαση (επωφελούμενη εταιρεία), τότε η μεν διάσπαση συντελείται με μόνη την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. της σύμβασης διάσπασης, η δε επωφελούμενη εταιρεία υποκαθίσταται ως καθολικός διάδοχος της διασπώμενης εταιρείας στην μεταβιβαζόμενη σε αυτήν περιουσία και συνεχίζει αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τις σχετικές δίκες (πρβλ ΑΠ 37/2023). Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, οπότε οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Στην ίδια προθεσμία κατατίθενται και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την ένσταση (ΑΠ 433/2020, ΑΠ 1555/2017). Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, η προβαλλόμενη ένσταση είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 433/2020). Αν, όμως, οι προτεινόμενες ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων (ΑΠ 547/2021, Α.Π. 972/2019, Α.Π. 461/2018). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται πρωτίστως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων (ΑΠ 1165/2022, ΑΠ 547/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα (...), με ΑΦΜ ..., ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία παρίσταται στο δικαστήριο με την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που ήταν η αρχική διάδικος, έχουσα την ίδια επωνυμία και έδρα με αυτήν και ΑΦΜ ..., με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε νόμιμα στις 26/5/2023, δηλαδή τρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε στις 29/5/2023, ζητεί να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, γιατί, απευθυνόμενη κατά της ως άνω αρχικής διαδίκου, "στρέφεται κατά ανύπαρκτου νομικού προσώπου", διότι, με την υπ' αριθ. .../...2021 Συμβολαιογραφική Πράξη Διάσπασης του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.. Σ., που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. στις ...2021, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, αλλά πριν την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η πιο πάνω αρχική διάδικος διεσπάσθη με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητάς της και με την εισφορά του κλάδου αυτού στην ίδια, που συστάθηκε με την Πράξη αυτή. Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο προεχόντως ως απαράδεκτο, γιατί υποβλήθηκε με τις προτάσεις, που δεν κατατέθηκαν όμως είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμο, αφ' ενός μεν γιατί η αρχική διάδικος - κατά της οποίας απευθύνθηκε η αναίρεση, σύμφωνα και με όσα αναφέρει η παραστάσα καθολική διάδοχός της, εξακολουθεί να υφίσταται, αφού μόνο η τραπεζική δραστηριότητά της αποσχίστηκε από αυτήν και συνεπώς δεν είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, αφ' ετέρου δε γιατί καμία δικονομική βλάβη δεν επικαλείται ούτε υπέστη η προβάλλουσα το απαράδεκτο εταιρεία, αφού παραστάθηκε η ίδια στο δικαστήριο νόμιμα ως καθολική διάδοχος της αρχικής διαδίκου στην μεταβιβαζόμενη σε αυτήν περιουσία και συνεχίζει αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση την δίκη. Επομένως, αφού και κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. ), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.). Κατά τις διατάξεις του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων", οι πνευματικοί δημιουργοί, με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σε αυτό πνευματική ιδιοκτησία που περιλαμβάνει ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, τέτοιο δε είναι και το πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή και το προπαρασκευαστικό υλικό του σχεδιασμού του, ένα δε τέτοιο πρόγραμμα θεωρείται πρωτότυπο, εφόσον είναι προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού του(άρθρο 2 παρ. 3, όπως ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο). Το περιουσιακό δικαίωμα δίνει στο δημιουργό ιδίως την εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την εγγραφή και την αναπαραγωγή του έργου με κάθε μέσο και να θέτει σε κυκλοφορία το πρωτότυπο ή αντίτυπα του έργου με μεταβίβαση της κυριότητας. Σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας, ο δημιουργός μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματός του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον και όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Από τις διατάζεις αυτές προκύπτει ότι προσβολή των απόλυτων και αποκλειστικών δικαιωμάτων (περιουσιακού και ηθικού) της πνευματικής ιδιοκτησίας του δημιουργού πάνω στο έργο, αποτελεί κάθε πράξη, που έχει ως αντικείμενο και περιεχόμενο όμοιο με το αντικείμενο και το περιεχόμενο της πνευματικής ιδιοκτησίας, εφόσον η πράξη δεν γίνεται από το δικαιούχο ή με τη συναίνεσή του. Κατά το περιουσιακό αυτό περιεχόμενό του, το δικαίωμα στην πνευματική δημιουργία μπορεί να αποτελεί αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης (άρθρο 3) και είναι ελεύθερα μεταβιβαστό, είτε με συστατική μεταβίβαση όλων των επί μέρους εξουσιών του σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο γίνεται έτσι μόνος δικαιούχος με αντίστοιχη αποξένωση του δημιουργού από αυτές, είτε με συμβάσεις ή άδειες εκμετάλλευσης συγκεκριμένων εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να συμφωνηθούν ως αποκλειστικές ή μη (άρθρα 12 και 13). Η διαφορά μεταξύ άδειας και σύμβασης εκμετάλλευσης (και οι δύο αποτελούν υποσχετικές δικαιοπραξίες) συνίσταται στο ότι στη σύμβαση εκμετάλλευσης ο αντισυμβαλλόμενος με τον πνευματικό δημιουργό αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασκήσει τις εξουσίες που απορρέουν από το περιουσιακό δικαίωμα και για τις οποίες καταρτίστηκε η σύμβαση, ενώ στην άδεια, η άσκηση αποτελεί ευχέρεια του αντισυμβαλλόμενου (άρθρο 13). Συνεπώς, όποιος αποκτήσει το περιουσιακό δικαίωμα κατά τρόπο δευτερογενή γίνεται πλήρως δικαιούχος και μπορεί να ασκήσει όλες ή σε κάθε περίπτωση όσες από τις εξουσίες του έχουν μεταβιβασθεί. Για το ηθικό δικαίωμα (άρθρο 4) προβλέπεται το αμεταβίβαστο εν ζωή (άρθρο 12), ορίζεται ωστόσο ότι η συναίνεση του δημιουργού για πράξεις ή παραλείψεις, που αλλιώς θα αποτελούσαν προσβολή του ηθικού δικαιώματος, αποτελεί τρόπο άσκησης αυτού του δικαιώματος και δεσμεύει τον δημιουργό (άρθρο 16). Οι σχετικές με την οικονομική εκμετάλλευση της πνευματικής ιδιοκτησίας δικαιοπραξίες υπόκεινται σε έγγραφο, συστατικό, τύπο (άρθρο 14), η ακυρότητα όμως από την έλλειψη του τύπου είναι σχετική, δηλαδή τάσσεται μόνο υπέρ του πνευματικού δημιουργού (ΑΠ 395/2022). Στη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος δεν έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις που αφορούν την μεταβίβαση της κυριότητος ενσωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων, όπου πράγματι ο μεταβιβάζων αποξενώνεται οριστικά από το δικαίωμά του επί του πράγματος. Αντίθετα από τη φύση των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως δικαιωμάτων με αντικείμενα άυλα αγαθά και όχι πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 947 ΑΚ, συνάγεται ότι για τη μεταβίβασή τους εφαρμόζονται, κατ` αρχήν, ανάλογα (άρθρο 470 Α.Κ.) οι διατάξεις του αστικού κώδικα για την εκχώρηση απαιτήσεων. Η τοιαύτη δε φύση των δικαιωμάτων από το πνευματικό έργο, όπως το αμεταβίβαστο του ηθικού δικαιώματος από τον πνευματικό δημιουργό (άρθρο 15 παρ. 2 ) καθώς και η διάρκεια προστασίας της πνευματικής δημιουργίας (70 χρόνια από το θάνατο του δημιουργού, κατά το άρθρο 29 παρ. 1), η οποία δεν επιτρέπει την εκμετάλλευση του περιουσιακού δικαιώματος στο πνευματικό έργο κι αν ακόμη έχει καταρτισθεί σύμβαση για την πλήρη μεταβίβασή του, στοιχεία τα οποία είναι ξένα προς την μεταβίβαση κινητών ή ακίνητων πραγμάτων, δεν αφήνει περιθώριο εξομοίωσης της τελευταίας αυτής μεταβίβασης, προς εκείνη του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικού έργου (ΑΠ 395/2022, ΑΠ 1065/2014). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460 και 462 ΑΚ προκύπτει ότι η εκχώρηση απαίτησης είναι σύμβαση αναιτιώδης, που σημαίνει ότι το κύρος της δεν επηρεάζεται από τα τυχόν ελαττώματα της αιτίας της (ΑΠ 1725/2014, ΑΠ 1356/2012, ΑΠ 946/2002), όμως αν προκύψει ελάττωμα της υποκειμένης αιτίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που αυτή είναι άκυρη, ο εκχωρήσας και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο πνευματικός δημιουργός, που μεταβίβασε το περιουσιακό του δικαίωμα επί του έργου του, μπορεί να ασκήσει κατά του προς όν η άκυρη μεταβίβαση την αξίωση από το άρθρο 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (πρβλ ΑΠ 1725/2014,ΑΠ 946/2002). Κατά το άρθρο 513 Α.Κ., με την σύμβαση της πωλήσεως ο πωλητής υποχρεούται να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της πωλήσεως και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής υποχρεούται να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα. Από την διάταξη αυτήν προκύπτει, ότι τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως είναι α) πράγμα ή δικαίωμα, β) τίμημα και γ) συμφωνία των συμβαλλομένων περί αυτών. Στα κρίσιμα αυτά σημεία πρέπει να υπάρξει κατά το άρθρο 195 Α.Κ. συμφωνία των συμβαλλομένων, χωρίς την οποία η σύμβαση δεν είναι συντελεσμένη(ΑΠ 1834/2013). Η καταβολή του τιμήματος αποτελεί την κύρια υποχρέωση του αγοραστή και όπως σαφώς προκύπτει από την φράση "να πληρώσει", που περιέχεται στο ανωτέρω άρθρο, το τίμημα συνίσταται αποκλειστικά, ή τουλάχιστον κατά κύριο λόγο, σε χρήμα και συνεπώς, αν συμφωνηθεί άλλη, μη χρηματική, παροχή ως τίμημα, τότε δεν πρόκειται για πώληση, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση έργου ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Η αμοιβή, που συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης μίσθωσης έργου, μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση αυτής εφάπαξ (κατ` αποκοπήν), κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη (ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 682/2010). Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33/2002, ΑΠ 117/2023). Συνεπώς, στα πλαίσια της ανωτέρω αρχής μπορεί να καταρτισθεί και μία μικτή σύμβαση, τέτοια δε είναι και η ενιαία εκείνη σύμβαση, η οποία εμφανίζει μία σύνθεση στοιχείων, που ανήκουν σε διάφορους "τύπους" συμβάσεων (επώνυμων ή και ανώνυμων). Οι μικτές συμβάσεις εμφανίζονται συνήθως με μία από τις ακόλουθες μορφές: 1. Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει περισσότερες παροχές, που ανήκουν η καθεμία τους σε διαφορετικό συμβατικό τύπο, αλλά η μία είναι (οικονομικώς και νομικώς) κύρια, ενώ οι άλλες παρεπόμενες (τυπικές συμβάσεις με παρεπόμενη παροχή διαφορετικού τύπου). Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος της "απορρόφησης ή αφομοίωσης", κατά την οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται κάθε φορά, ποια είναι η οικονομικώς κύρια παροχή. Πάντως και εδώ θα πρέπει να εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μήπως ενδεχόμενη ανωμαλία σχετικά με την εξέλιξη μιας από τις οφειλόμενες παροχές (ακόμη και της παρεπόμενης) και η συνακόλουθη δημιουργία "καταργητικού λόγου" ως προς αυτήν (λ.χ. δικαιώματος καταγγελίας, υπαναχωρήσεως, κ.λπ.) επηρεάζει την τύχη της όλης συμβάσεως. 2. Συμβάσεις, όπως οι παραπάνω, όπου όμως οι περισσότερες παροχές, που οφείλει ο ένας συμβαλλόμενος είναι οικονομικώς ισοδύναμες μεταξύ τους και νομικώς κύριες ("δίδυμες") συμβάσεις. Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η "μέθοδος του συνδυασμού", κατά την οποία θα πρέπει να εφαρμοστούν παράλληλα για καθεμία από τις σωρευόμενες παροχές, οι κανόνες του συμβατικού τύπου, στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλέπεται και η ενότητα της μικτής συμβάσεως, ιδίως όταν μία ανωμαλία σε κάποια από τις παροχές δημιουργεί έναν "καταργητικό λόγο". 3. Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει (κύρια) παροχή, που ανήκει σε ορισμένο συμβατικό τύπο (ή και περισσότερες παροχές που ανήκουν σε διαφορετικό συμβατικό τύπο η καθεμία), ενώ ο αντισυμβαλλόμενος του οφείλει αντιπαροχή, που ανήκει σε άλλον συμβατικό τύπο. 4. Συμβάσεις, όπου η μία ενιαία παροχή του ενός συμβαλλόμενου περιέχει τα χαρακτηριστικά περισσότερων συμβατικών τύπων (συμβάσεις ενιαίας μικτής παροχής). Στις συμβάσεις αυτών των τύπων υπό στοιχεία 3 και 4 εφαρμόζεται βασικά η παραπάνω "μέθοδος του συνδυασμού" (ΑΠ 1595/2022, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 167/2015, ΑΠ 620/2015). Συνεπώς τέτοια μικτή αμφοτεροβαρής σύμβαση της τρίτης ανωτέρω κατηγορίας, συναφθείσα κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, είναι και η σύμβαση εκείνη, με την οποία ο πνευματικός δημιουργός εκχωρεί το περιουσιακό του δικαίωμα σε έργο του σε αυτόν, για λογαριασμό του οποίου το είχε κατασκευάσει, δυνάμει συναφθείσας μεταξύ τους σύμβασης έργου και ο οποίος μέχρι τότε είχε μόνο το δικαίωμα χρήσης αυτού, ο τελευταίος δε, σε αντάλλαγμα για την μεταβίβαση αυτή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να συνεχίσει την συνεργασία του με τον δημιουργό, και να συνάψει με αυτόν νέα σύμβαση, είτε συντήρησης του εκχωρηθέντος έργου, είτε δημιουργίας νέου έργου για λογαριασμό του, από την οποία θα προκύψει οικονομικό όφελος (κέρδος) ίσο με την αποτίμηση του εκχωρηθέντος πνευματικού δικαιώματος. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 192, 195 και 196 Α.Κ., η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του (άρθρο 192), σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της (άρθρο 195) και αν τα μέρη θεωρούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτό (άρθρο 196). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 191 και 193 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η πρόταση προς κατάρτιση σύμβασης πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε. Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση (ΑΠ 951/2023, ΑΠ 2063/2022, 845/2019, ΑΠ 600/2017, ΑΠ 884/2013). Στα κρίσιμα σημεία της σύμβασης πρέπει να υπάρξει, κατά το άρθρο 195 ΑΚ, συμφωνία των συμβαλλομένων, χωρίς την οποία η σύμβαση δεν είναι συντελεσμένη. Εξάλλου συμφωνία των μερών σε όλους τους ουσιώδεις συμβατικούς όρους αμφοτεροβαρούς συμβάσεως υπάρχει όχι μόνο όταν καθορίσθηκαν επακριβώς οι εκατέρωθεν παροχές, αλλά και όταν κάποια απ' αυτές συμφωνήθηκε να είναι οριστή, αλλά τα μέρη δεν καθόρισαν την κατά ποσό έκταση της παροχής, γιατί κατέλιπαν τον καθορισμό της στη δίκαιη κρίση του ενός απ' αυτούς ή τρίτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 371 - 373 ΑΚ, αρκεί να είναι δυνατός ο ορισμός με αντικειμενικά κριτήρια, που καθορίζονται από το νόμο ή από τα μέρη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 379 ΑΚ, αν η έκταση της αντιπαροχής δεν ορίσθηκε, σε περίπτωση αμφιβολίας, το δικαίωμα του προσδιορισμού ανήκει στο δικαιούμενο να απαιτήσει την αντιπαροχή (ΑΠ 115/2021). Ο προσδιορισμός αυτός, κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο όταν η ανάθεση του προσδιορισμού της παροχής γίνεται με τη σύμβαση, αλλά και όταν γίνεται απ' ευθείας από το νόμο, όπως συμβαίνει στην ΑΚ 379, σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να γίνει κατά δίκαιη κρίση. Αν δεν γίνει κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο. "Δίκαιη κρίση" ή "κρίση αγαθού ανδρός" θεωρείται η κρίση του ελευθέρως δικάζοντος εντός του σκοπού της ενοχής, και μάλιστα της συμβάσεως και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων. Για τον σχηματισμό δε της δίκαιης κρίσης πρέπει από τη σύμβαση να προκύπτει κάποια βάση ή αφετηρία για τέτοια κρίση όπως λ.χ. ο διά της συμβάσεως επιδιωκόμενος σκοπός των μερών ή η συνομολογηθείσα αντιπαροχή (ΑΠ 1879/2013, ΑΠ 533/2016). Τέλος η διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ εφαρμόζεται αναλόγως και όταν ο καθορισμός του ύψους της αντιπαροχής αφέθηκε σε μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλομένων. Και στην περίπτωση αυτή, η καθορισθείσα κατ` αυτό τον τρόπο, εν μέρει ατελώς, αμφοτεροβαρής σύμβαση, θεωρείται ότι συντελέσθηκε, αν απ' αυτή προκύπτει, ότι οι συμβληθέντες θέλησαν δεσμευτική γι' αυτούς την, με τη βούλησή τους, ατελώς καταρτισθείσα σύμβαση αυτή (πρβλ Ολ.ΑΠ 1381/1983, ΑΠ 867/2017, ΑΠ 4/2011, ΑΠ 1124/2006). Τούτο διότι το φαινομενικό αδιέξοδο που τυχόν θα ανακύψει, λόγω της άρνησης του ενός μέρους να συμπράξει στη μεταγενέστερη συμφωνία, θεραπεύεται δια της (μη ρητώς αποκλειόμενης από κάποια διάταξη νόμου) ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 371 εδ. β του ΑΚ. Η δίκαιη κρίση θα σχηματισθεί από το δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του ύψους και της εκτάσεως της αντιπαροχής, με βάση τα κριτήρια, που θέτουν η σύμβαση ή ο νόμος, και εν ελλείψει αυτών, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, και πάντοτε μέσα στα πλαίσια του πνεύματος και του σκοπού της συμβάσεως (ΑΠ 4/2011). Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδάφιο 2 του άρθρ. 371 ΑΚ, που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αόριστη παροχή, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα με αναδρομική δύναμη (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 110/2015, ΑΠ 1500/2014). Προϋπόθεση όμως και στην περίπτωση αυτή για είναι συντελεσμένη και συνεπώς έγκυρη η αμφοτεροβαρής αυτή σύμβαση, είναι να περιέχει τα ελάχιστα εκείνα στοιχεία, τα οποία θα καθιστούν δυνατή την μεταγενέστερη θεραπεία της αοριστίας με την συμπλήρωσή της, κατά δίκαιη κρίση από τον δικαιούμενο προς τούτο αρχικά και σε περίπτωση διαφωνίας από το αρμόδιο δικαστήριο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 383, 385, 387 § 1, 389 § 2, 340, 341 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους συμβαλλόμενους είναι υπερήμερος ως προς την οφειλόμενη προς αυτόν παροχή, δικαιούται ο άλλος να τάξει σ' αυτόν εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης, δηλώνοντας συγχρόνως ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, ο τελευταίος έχει δικαίωμα ή να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκπλήρωση, η οποία περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος, ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Δεν απαιτείται να ταχθεί στον υπερήμερο οφειλέτη προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής, αν από την όλη στάση του προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο. Όταν επέλθει η υπαναχώρηση λύνεται η σύμβαση αναδρομικά και οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται αμοιβαίως σε απόδοση των παροχών κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 293/2021). Οι παραπάνω διατάξεις για τις συνέπειες της υπερημερίας, εφαρμόζονται σε όλες γενικά τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, συνεπώς και σε κάθε μικτή σύμβαση, που έχει τον ανωτέρω χαρακτήρα. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της ανωτέρω δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 10/9/2016 αγωγή της, στην οποία εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: Ότι η ίδια αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, με αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας, την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, την εκπαίδευση πελατών και την εγκατάσταση, συντήρηση και πώληση περιφερειακών προϊόντων για Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές (Η/Υ) ή/και λογισμικού (προγραμμάτων-εφαρμογών) και, εν γένει, την παροχή λύσεων ηλεκτρονικού εμπορίου και παροχή ολοκληρωμένων λύσεων επί εφαρμογών, με επιτυχή διείσδυση στη αγορά. Ότι από το έτος 2003 άρχισε να αντιπροσωπεύει στην ελληνική αγορά την αλλοδαπή εταιρεία "...", η οποία ήταν η κορυφαία στον κόσμο και διεθνώς αναγνωρισμένη εταιρεία στην παροχή λύσεων σε θέματα ECM (επιχειρησιακή διαχείριση περιεχομένου, διαδικασιών και διαδικτυακού περιεχομένου), η οποία (εταιρεία ...) εξαγοράσθηκε μεταγενεστέρως, το έτος 2005, από την επίσης αλλοδαπή εταιρεία ..., η οποία ενέταξε τα προϊόντα της ... στο προϊοντικό χαρτοφυλάκιό της. Ότι το έτος 2005 πρότεινε στην εναγομένη (ήδη αρχική αναιρεσίβλητη) μία ολοκληρωμένη λύση εφαρμογών για τραπεζικά προϊόντα, η οποία βασίσθηκε στην πλατφόρμα ... της "...", την πρόταση δε αυτή αποδέχθηκε η εναγομένη. Ότι, ειδικότερα, η ενάγουσα ανέλαβε, για λογαριασμό της εναγομένης, την κατασκευή, προμήθεια και συντήρηση εφαρμογών για τραπεζικά προϊόντα, τα οποία θα λειτουργούσαν στο επαγγελματικό περιβάλλον/πλατφόρμα "...". Ότι η ενάγουσα πράγματι υλοποίησε τις συμφωνηθείσες και εκτιθέμενες στην αγωγή εφαρμογές λογισμικού, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 έως και το έτος 2010. Ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν να παραγάγει η ενάγουσα, ως έργο, συγκεκριμένα λογισμικά συστήματα και να παραχωρήσει στην εναγομένη την άδεια χρήσεως αυτών, χωρίς να μεταβιβάσει το σύνολο του έργου-αποτελέσματος, ήτοι, τα δικαιώματα επί των λογισμικών εφαρμογών. Ότι, κατά την συμφωνία των διαδίκων, τα πνευματικά δικαιώματα καθώς και η ιδιοκτησία του πηγαίου κώδικα των εφαρμογών αυτών θα παρέμεναν στην ίδια την ενάγουσα από επιλογή της εναγομένης, και τούτο για να μειωθεί το κόστος αποκτήσεως και χρήσεως των προγραμμάτων, που η ενάγουσα θα κατασκεύαζε, γιατί, εάν η τελευταία μεταβίβαζε και τον πηγαίο κώδικα των προγραμμάτων στην εναγομένη, θα αποξενωνόταν μεν η ενάγουσα πλήρως από τα προγράμματα αυτά, αλλά θα διπλασιαζόταν το κόστος για την εναγομένη. Ότι, στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας, οι διάδικοι σύναψαν: α) την από 8.4.2005 σύμβαση του έργου "προμήθεια συστήματος ... για την διαχείριση διαδικασιών και εγγράφων", με αντικείμενο α) την προμήθεια στην εναγομένη ολοκληρωμένης λύσεως λογισμικού και υπηρεσιών για τη διαχείριση διαδικασιών και εγγράφων, β) την πώληση στην εναγομένη του συστήματος ... και γ) τη συντήρηση των παραπάνω για περίοδο κατ' ελάχιστον 5 ετών, εφόσον συναφθεί αντίστοιχη σύμβαση συντήρησης, αντί συνολικού τιμήματος 1.479.384,33 ευρώ πλέον ΦΠΑ, στο οποίο περιλαμβάνετο και η συντήρηση για το πρώτο έτος από την εγκατάσταση, β) την από 24.11.2005 σύμβαση προμήθειας και τεχνικής υποστήριξης/πρόσθετη πράξη υπ' αριθμ. 1 στην από 8.4.2005 σύμβαση, με ισχύ από τις 24.11.2005 έως τις 23.11.2006 και με αντικείμενο την προμήθεια στην εναγομένη και την υποστήριξη και συντήρηση για ένα έτος του λογισμικού "... ... ", αντί τιμήματος 345.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ και γ) την από 21.6.2006 σύμβαση έργου, με τίτλο "Σύμβαση συντηρήσεως/υποστηρίξεως λογισμικού (3ετούς διάρκειας)", με αναδρομική ισχύ, από τον Μάιο του έτους 2005, με αντικείμενο, τη συντήρηση, υποστήριξη και προμήθεια νέων εκδόσεων λογισμικού "..." (και ...), με ρητή πρόβλεψη, αφ' ενός μεν ότι αυτή θα απο¬τελούσε ενιαίο όλο με την κύρια σύμβαση, αφ' ετέρου δε ότι τα πνευματικά δικαιώματα του λογισμικού "..." θα ανήκαν, αποκλειστικώς, στην ενάγουσα εταιρεία, με παραχώρηση μόνον του δικαιώματος της χρήσεώς τους. Ότι τα πνευματικά δικαιώματα των εφαρμογών, που η ενάγουσα προμήθευσε στην εναγομένη, καθώς και η ιδιοκτησία του πηγαίου κώδικα αυτών, ανήκαν αποκλειστικά στην ενάγουσα-δημιουργό τους, ως πρωτότυπα πνευματικά έργα λόγου. Ότι εκτός από τις ανωτέρω συμβάσεις, που σύναψε η ενάγουσα απευθείας με την εναγομένη και εκτέλεσε, με αντίστοιχες παραδόσεις προγραμμάτων και υπηρεσιών, αυτή (η ενάγουσα), κατόπιν προφορικής απαίτησης της εναγομένης, που ήθελε να παρεμβάλλεται στην συναλλαγή τους και μία πασίγνωστη πολυεθνική εταιρεία, όπως είναι η εταιρεία ..., σύναψε, το μήνα Απρίλιο του έτους 2007, στις 9-5- 2007, το μήνα Σεπτέμβριο του ίδιου έτους και στις 6.5.2008, τις εκτιθέμενες αναλυτικά στην αγωγή έξι συμβάσεις με την εταιρεία ..., με αντικείμενο την κατασκευή, προμήθεια και συντήρηση αντίστοιχων εξειδικευμένων εφαρμογών, για λογαριασμό της εναγομένης, οι συμβάσεις δε αυτές συνιστούσαν γνήσιες συμβάσεις υπέρ τρίτου και συγκεκριμένα υπέρ της εναγομένης, με αποτέλεσμα, η τελευταία να μπορεί να αξιώσει από την ενάγουσα την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων, που είχε η ίδια αναλάβει με αυτές έναντι της .... Ότι στις αρχές του έτους 2011, οι εκπρόσωποι της εναγομένης ζήτησαν επιτακτικώς από τους εκπροσώπους της ενάγουσας, τόσο προφορικά, όσο και εγγράφως μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τη μεταβίβαση στην εναγομένη και του πηγαίου κώδικα όλων των παραπάνω προγραμμάτων, που της είχαν παραδοθεί από την ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 έως το 2011, παρουσιάζοντας ως μονόδρομο συνεργασίας της ενάγουσας με την εναγομένη τη μεταβίβαση αυτή, με σαφή αναφορά στο αντάλλαγμα της μεταβιβάσεως, ήτοι, στη συνέχιση και επαύξηση της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας με νεότερες παραγγελίες και προγράμματα. Ότι, υπό το φόβο της απώλειας ενός τόσο μεγάλου πελάτη, σε μία κρίσιμη οικονομική καμπή, όταν το πελατολόγιό της μειωνόταν λόγω της οικονομικής κρίσης, που είχε επέλθει και είχε ως αποτέλεσμα την συγχώνευση τραπεζών, την μείωση της δραστηριότητας των πελατών της και το κλείσιμο εταιρειών, η ενάγουσα δέχθηκε να καταρτίσει σύμβαση με την εναγομένη και, πράγματι, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η από 8.2.2011 έγγραφη σύμβαση, με βάση την οποία, η ενάγουσα παρέδωσε τον πηγαίο κώδικα όλων των εκτιθέμενων στην αγωγή οκτώ (8) εφαρμογών, που η ίδια είχε κατασκευάσει και παραδώσει στην εναγομένη, άνευ χρηματικού ανταλλάγματος, η δε μεταβίβαση αυτή έδινε πλέον το δικαίωμα στην εναγομένη, χωρίς την συμβολή της ενάγουσας, να εξελίξει και διαμορφώσει τις εφαρμογές αυτές κατά το δοκούν. Ότι, παρά το γεγονός ότι σε αντίστοιχες περιπτώσεις, για τέτοιου είδους μεταβιβάσεις, συμφωνείται τίμημα ιδιαίτερα υψηλό, οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικώς ότι, αντί χρηματικού ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση του πηγαίου κώδικα των ανωτέρω εφαρμογών, η εναγομένη αναλαμβάνει την υποχρέωση, όπως συνέβαινε αδιαλείπτως από το έτος 2005 και μέχρι τότε, να αναθέσει στην ενάγουσα την ανάπτυξη, εφαρμογή, υλοποίηση και συντήρηση νέων εφαρμογών για λογαριασμό της, αξίας αντίστοιχης με το οικονομικό αντάλλαγμα, που θα αξίωνε η ενάγουσα ως χρηματικό αντίτιμο για τη μεταβίβαση του πηγαίου κώδικα αυτών των προγραμμάτων, η αντιπαροχή δε αυτή ήταν επαρκής για την ενάγουσα, προκειμένου να εξασφαλίσει σε βάθος χρόνου απασχόληση και εργασίες ικανές να στηρίξουν το τζίρο της και το απασχολούμενο προσωπικό της, χωρίς δε την ανάληψη της υποχρέωσης αυτής δεν θα δέχονταν "μία τέτοια μεταβίβαση" και έτσι η ενάγουσα δέχθηκε την κατάρτιση της εν λόγω συμφωνίας, στα πλαίσια της πολυετούς καλής συνεργασίας της με την εναγομένη, γραπτώς μεν για τη μεταβίβαση του πηγαίου κώδικα των προγραμμάτων, προφορικώς δε για την προαναφερόμενη αντιπαροχή, δηλαδή την ανάθεση νέων συμβάσεων διάρκειας, για παροχή υπηρεσιών προς αυτή (την εναγομένη), τουλάχιστον, για τα επόμενα πέντε (5) έτη, χωρίς όμως αυτό να καθορισθεί επακριβώς στο κείμενο της ως άνω συμβάσεως, στο άρθρο 4 της οποίας όμως ρητά ορίσθηκε ότι: "τα ανωτέρω ισχύουν και για όποιες μελλοντικές αναπτύξεις επί του Συστήματος, σύμφωνα με τη σύμβαση που θα υπογραφεί", η δε προφορική αυτή συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί και με μάρτυρες γιατί υπάρχει ηθική αδυναμία προς κτήση εγγράφου. Ότι, την 1.3.2011 και ενώ η ενάγουσα σε εκπλήρωση της σύμβασης είχε παραδώσει τον πηγαίο κώδικα των εφαρμογών της στην εναγομένη, η τελευταία, εντελώς προσχηματικά και για να αποφύγει πλαγίως τη εκπλήρωση της δικής της αντιπαροχής, απηύθυνε πρόταση στην ενάγουσα για σύναψη νέας συμβάσεως, με ισχύ από 1-4-2011 έως 31-3-2012, με αντικείμενο τη συντήρηση και υποστήριξη των υφιστάμενων εφαρμογών (για τις οποίες είχε παραδοθεί ο πηγαίος κώδικας), πλην όμως, στο σχέδιο της συμβάσεως αυτής είχε θέσει ιδιαίτερα επαχθείς για την ενάγουσα όρους, ώστε να καθίσταται χωρίς οικονομικό ενδιαφέρον η προσφορά της, αφού ιδίως προέβλεπε τιμολόγηση ανά τρίμηνο και ποινική ρήτρα σε βάρος της ιδίας ποσού 300 ευρώ για κάθε ώρα καθυστέρησης της στην αποκατάσταση τυχόν προβλημάτων στην πλατφόρμα, η οποία ρήτρα είναι ιδιαίτερα επαχθής, αφού είναι δεκαπλάσια από τις αντίστοιχες ποινικές ρήτρες της αγοράς, αλλά και μη ρεαλιστική, γιατί τα προβλήματα είναι πιθανό να χρειαστούν και παραπάνω από 24 ώρες για την επίλυσή τους, με αποτέλεσμα να μην αποδεχθεί την προσφορά, έκτοτε δε η εναγομένη δεν επανήλθε με νέα πρόταση, αλλά, αντίθετα, ενημέρωσε την ενάγουσα στις 24 Μαϊου 2011, ότι θα προέβαινε πλέον στην ανανέωση των αδειών "...", αποκλειστικώς μέσω της εταιρείας ..., δηλαδή της πρώην "μεσολαβήτριας" στην συνεργασία τους. Ότι με την συμπεριφορά της αυτή η εναγομένη απέδειξε ότι ο πραγματικός σκοπός της αφόρητης πίεσης της στην ενάγουσα, ώστε να της μεταβιβασθούν οι πηγαίοι κώδικες, δεν ήταν ο δήθεν φόβος μήπως διακόψει την λειτουργία της η ενάγουσα, όπως επικαλέστηκε η εναγομένη, αλλά η στρατηγική της επιλογή, σε συμπαιγνία με την ..., να αποξενωθεί πλήρως η ενάγουσα από κάθε πνευματικό δικαίωμα στα έργα της και να περιέλθει σε αδυναμία έγερσης οποιασδήποτε μελλοντικής αξίωσης σε βάρος της. Ότι η ως άνω από 8.2.2011 συμφωνία ήταν τροποποιητική των προηγουμένων συμβάσεων έργου, που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει, δε, της συμφωνίας αυτής, ολοκληρώθηκε από την ενάγουσα το έργο υλοποιήσεως, αναπτύξεως και προμήθειας των αντίστοιχων εφαρμογών προς την εναγομένη. Ότι για τα προηγούμενα 5 έτη και συγκεκριμένα από το 2007 έως το 2011, η ενάγουσα είχε εισπράξει από την εναγομένη, δυνάμει των συμβάσεων που είχαν συνάψει, το ποσό των 3.035.075 ευρώ, από το οποίο ποσοστό 50%, ήτοι ποσό περίπου 1.500.000 ευρώ, συνιστά το καθαρό κέρδος, που απεκόμισε από τη συνεργασία της με αυτήν, είτε απευθείας είτε μέσω της εταιρείας "...", λόγω των ανωτέρω επαναλαμβανόμενων αναθέσεων έργου, που είχαν ως αντικείμενο την ανάπτυξη, υλοποίηση και συντήρηση εξειδικευμένων τραπεζικών εφαρμογών, που λειτουργούσαν στο λειτουργικό περιβάλλον "...". Ότι από την συνέχιση της συνεργασίας της με την εναγομένη και την ανάληψη και για τα επόμενα 5 τουλάχιστον έτη ανεκτέλεστων έργων ύψους 3.000.000 ευρώ, όσα και τα προηγούμενα 5 έτη, προς απόσβεση της αξίας των προγραμμάτων και της μεταβιβάσεως του πηγαίου κώδικά τους, την οποία έκανε με την σύμβαση αυτή, θα αποκόμιζε ως κέρδος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δεδομένου του περιθωρίου κέρδους ποσοστού 50%, λόγω της φύσεως των υπηρεσιών που παρέχει, το ποσό των 1.500.000 ευρώ από την εκτέλεση των μελλοντικών αυτών έργων, που θα ανατίθεντο σε αυτήν, τα οποία όμως τελικώς ποτέ δεν της ανατέθηκαν. Επίσης, η ενάγουσα ισχυρίστηκε με την αγωγή της, ότι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 η εναγομένη προσέλαβε τον εργαζόμενο στην ίδια μέχρι τον μήνα Αύγουστο του έτους 2008 υπάλληλό της Σ. Ζ., ο οποίος ήταν ο κύριος υπεύθυνος του έργου, που είχε αναλάβει να εκτελέσει δυνάμει της από 8/4/2005 συμβάσεως και η "η ψυχή" του έργου αυτού, προκειμένου να διαμορφώσει δική της ομάδα υπαλλήλων, προς τεχνική υποστήριξη των παραδοθέντων προγραμμάτων, γεγονός το οποίο συνιστά τόσον αθέμιτη ανταγωνιστική απόσπαση εργατικού δυναμικού, όσον και παράβαση της συμβατικής υποχρεώσεως εκ μέρους της εναγομένης, που προκύπτει από το άρθρο 9.2 της από 8/4/20005 συμβάσεως, δυνάμει του οποίου υποχρεούται να παραλείπει την πρόσληψη υπαλλήλου της τουλάχιστον για χρονικό διάστημα ενός έτους από την λήξη ισχύος της σύμβασης, με απειλή ποινικής ρήτρας ποσού 100.000 ευρώ, η πρόσληψη δε αυτή προκάλεσε ζημία στην ενάγουσα, στερώντας της τις ειδικές γνώσεις και την εμπειρία του ως άνω εργαζομένου. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει: α) το ποσό των 1.500.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, 1) κυρίως με βάση τις διατάξεις περί συμβάσεως έργου, εκθέτοντας ότι το ποσό αυτό αποτελεί την εύλογη αλλά και "ειθισμένη" αμοιβή για τις συμβάσεις έργου, που θα εκτελούσε για 5 έτη, δυνάμει της από 8/2/2011σύμβασης (έγγραφης και προφορικής), η οποία αμοιβή θα καταβάλετο και από άλλους εργοδότες για όμοιες εργασίες, και την οποία, αφού δεν καθορίστηκε ρητά το ύψος της στην σύμβαση, την προσδιορίζει η ίδια σε αυτό το ποσό, κατά το άρθρο 379 ΑΚ, 2) επικουρικώς, με βάση τις διατάξεις περί πωλήσεως ως αποζημίωση, εκθέτοντας ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση της παροχής της, δηλαδή την σύναψη νέων συμβάσεων με την ενάγουσα, με το ίδιο περιεχόμενο με τις ισχύσασες από το έτος 2005 έως το έτος 2011, για την υλοποίηση, ανάπτυξη και συντήρηση από την ενάγουσα νέων εφαρμογών για λογαριασμό της εναγομένης, εκθέτοντας ότι θα ήταν άσκοπο να της ορίσει προθεσμία προς εκλήρωση της παροχής της αυτής, επειδή η εναγομένη, με το από 24/5/2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που της απέστειλε, την ενημέρωσε ότι, λόγω της πολιτικής που θα ακολουθήσει εφεξής, θα προβεί "στην ανανέωση του συνόλου των αδειών ... μέσω της 1" και το ποσό αυτό υπήρχε η εύλογη προσδοκία ότι θα αποκόμιζε από την υλοποίηση, ανάπτυξη και συντήρηση των νέων αυτών εφαρμογών και 3) όλως επικουρικότερα, εκθέτοντας ότι, σε περίπτωση που η επίδικη σύμβαση ήθελε θεωρηθεί ως χαριστική δικαιοπραξία (δωρεά) ή άλλη σύμβαση χωρίς αντάλλαγμα, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω μη νόμιμης αιτίας, ήτοι ακυρότητας της δικαιοπραξίας μεταβίβασης των πηγαίων κωδίκων, λόγω "καταπλεονεξίας" της εναγομένης και εκμετάλλευσης από αυτήν της ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η ίδια, προ του εκβιαστικού διλήμματος, που της έθεσε με διαπραγματευτική αλαζονεία, υπεροπλία και πυγμή, η οποία συμπεριφορά είναι αντίθετη προς τα εμπορικά και χρηστά ήθη και συνεπώς άκυρη κατά τα άρθρα 178 και 179 του ΑΚ και είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί η εναγομένη αδικαιολόγητα πλουσιότερη κατά την αξία των πηγαίων κωδίκων, που της μεταβιβάστηκαν και ανέρχεται σε 1.500.000 ευρώ και β) το ποσό των 100.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως αποζημίωση σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας οφειλέτη, για την αντίθετη στα χρηστά ήθη απόσπαση του υπαλλήλου της, αλλά και ως συμβατικώς προβλεπομένη ποινική ρήτρα, για την απόσπαση αυτή. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 889/2018 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η αγωγή είναι παραδεκτή και νόμιμη, τόσον ως προς την κυρία, όσον και ως προς τις επικουρικές βάσεις αυτής, έγινε εν μέρει δεκτή, κατά την κύρια βάση αυτής, ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά το αίτημα καταβολής του ποσού των 1.500.000 ευρώ, αφού κρίθηκε ότι "η αμοιβή (ενν. της ενάγουσας) για την μεταβίβαση του πηγαίου κώδικα των ως άνω εφαρμογών ανέρχεται στο ποσό των (196.616,84 χ 3 χρόνια =) 589.850, 52 ευρώ, ήτοι ισούται με την αμοιβή που θα ελάμβανε η ενάγουσα, εάν είχε συναφθεί η σύμβαση συντήρησης και υποστήριξης των εφαρμογών για άλλα τρία έτη, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων" και υποχρέωθηκε η εναγομένη να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα, για την αιτία αυτή, το ποσό των 589.850,52 ευρώ, ενώ έγινε δεκτή η αγωγή και κατά το αίτημα καταβολής του ποσού των 100.000 ευρώ, λόγω κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και υποχρέωθηκε η εναγομένη να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα, για την αιτία αυτή, το ποσό των 100.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις αμφότερες οι διάδικοι εταιρείες, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο, αφού έκρινε ότι η αγωγή, ως προς το αίτημα της καταβολής του ποσού των 1.500.000 ευρώ ήταν μη νόμιμη, ως προς την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση της και ως προς το αίτημα της δεύτερης επικουρικής βάσης για αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης, λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, και, επίσης, έκρινε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς το αίτημα καταβολής του ποσού των 100.000 ευρώ, λόγω κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, κατά παραδοχήν ως βάσιμης της προβληθείσας από την εναγομένη- δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης - ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματός της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, απέρριψε την έφεση αυτής, ενώ έκανε δεκτή την έφεση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε καθ' ολοκληρίαν την αγωγή. Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής με την ακόλουθη αιτιολογία: "Με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα, στην πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι, γίνεται επίκληση συμβάσεως μεταβιβάσεως περιουσιακού δικαιώματος-πωλήσεως, με συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, μόνον, ως προς το μεταβιβαζόμενο πράγμα, ήτοι, το άυλο αγαθό του πηγαίου κώδικα των εφαρμογών. Η αντιπαροχή (τίμημα), όμως, ήτοι, το ουσιώδες στοιχείο της μεταβιβάσεως του περιουσιακού δικαιώματος / πωλήσεως, αφέθηκε τελείως απροσδιόριστο, ήτοι, έγινε μόνο, μία αόριστη αναφορά σε σύμβαση, η οποία θα υπογραφόταν στο μέλλον από τα μέρη, χωρίς να προσδιορίζεται αυτή, κατά χρόνο, τρόπο, ακριβές αντικείμενο, κυρίως, δε, χωρίς να προσδιορίζεται το ύψος της αμοιβής, που θα δικαιούτο η ενάγουσα "για τις μελλοντικές αναπτύξεις του συστήματος" και για τη συντήρησή τους, αλλά και το εάν ο προσδιορισμός αυτός θα γινόταν από ένα μέρος ή από κοινού και από τα δύο μέρη. Η έλλειψη, δε, συμφωνίας των μερών, ως προς το τίμημα, καταδεικνύεται από τον ίδιο τον αγωγικό ισχυρισμό ότι, η εναγομένη απηύθυνε στην ενάγουσα πρόταση για σύναψη συμβάσεως, την οποία, όμως, η τελευταία απέρριψε και, ως εκ τούτου, τελικώς, συμφωνία δεν καταρτίσθηκε. Πρόκειται, δηλαδή, για κενό, αναγόμενο σε ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως, η συμπλήρωση του οποίου, δεν είναι δυνατή με ερμηνεία, καθώς, η αντιπαροχή της εναγομένης, σύμφωνα, πάντοτε, με τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ήταν αόριστη, σε τέτοια έκταση, που κατέστη αμφίβολο το ίδιο το είδος της συμβάσεως και ο σκοπός της, σε κάθε, δε, περίπτωση, πρόκειται για ασυμφωνία των μερών, ως προς ουσιώδη όρο, ήτοι, αυτόν του τιμήματος, γεγονός, που σημαίνει ότι, σύμβαση μεταβιβάσεως περιουσιακού δικαιώματος/πωλήσεως δεν καταρτίσθηκε. Η επίκληση, δε, από την ενάγουσα της διατάξεως του άρθρου 379 του ΑΚ (χωρίς, σημειωτέον, να επικαλείται ότι, έχει προβεί σε σχετική εξώδικη δήλωση, πριν από την άσκηση της αγωγής), αλλά και της υπερημερίας της εναγομένης για εκπλήρωση της αντιπαροχής, βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι, δηλαδή, η σύμβαση πωλήσεως ήταν κατηρτισμένη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, ορθώς κατ' αποτέλεσμα, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία ως προς τον χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης ως πώλησης έκρινε, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη και υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η επικαλούμενη από 8-2-2011 σύμβαση των διαδίκων μερών, όπως το περιεχόμενό της προσδιορίζεται και οριοθετείται από τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής περιστατικά αυτά, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της, χωρίς να υπάρχει δέσμευση από τον γενόμενο χαρακτηρισμό της από την αναιρεσείουσα ως πώληση, αποτελεί, συναφθείσα γραπτώς, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 12 παρ. 1, 13 παρ. 1 και 2, 14 και 15 παρ. 1 Ν. 2121/1993, σύμβαση εκχώρησης στην δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης των πνευματικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας επί των πρωτότυπων πνευματικών έργων, που είχε κατασκευάσει η ίδια για λογαριασμό της τελευταίας, με τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις των ετών 2005 έως 2008, δηλαδή τα ολοκληρωμένα λογιστικά συστήματα, που λειτουργούσαν στο περιβάλλον της πλατφόρμας ... της ..., για τα οποία έργα μέχρι τότε η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης είχε μόνο την άδεια χρήσεως, με υποκειμένη αιτία στην σύμβαση εκχώρησης μικτή σύμβαση, συναφθείσα κατά το άρθρο 361 Α.Κ., δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα μεταβίβασε εγγράφως στην εναγομένη- δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης τα πνευματικά δικαιώματά της επί των πρωτότυπων αυτών πνευματικών έργων λόγου, και η τελευταία, με ταυτόχρονη προφορικώς καταρτισθείσα ως προς το αντάλλαγμα συμφωνία, ανέλαβε την υποχρέωση, για χρονικό διάστημα 5 ετών, να αναθέτει στην αναιρεσείουσα την ανάπτυξη, εφαρμογή, υλοποίηση και συντήρηση νέων εφαρμογών για λογαριασμό της συνολικού ποσού 3.000.000 ευρώ. Περαιτέρω όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όπως ορθά έκρινε κατά το μέρος αυτό το Εφετείο, η αντιπαροχή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ούτε ορισμένη είναι, ούτε είναι δυνατόν να ορισθεί κατά δικαία κρίση, από την αναιρεσείουσα αρχικά και από το δικαστήριο σε περίπτωση διαφωνίας στην συνέχεια, αφού περιεχόμενό της είναι η αόριστη ανάληψη υποχρέωσης για συνεργασία στην δημιουργία και συντήρηση νέων προγραμμάτων λογισμικού, χωρίς όμως τα προγράμματα αυτά να προσδιορίζονται, ούτε κατά προσέγγιση, κατά χρόνο, τρόπο, ακριβές αντικείμενο και ύψος της αμοιβής, που θα δικαιούτο η αναιρεσείουσα για κάθε πρόγραμμα, και συνεπώς υπάρχει κενό, αναγόμενο σε ουσιώδες στοιχείο της συναφθείσας μικτής συμβάσεως, δηλαδή στην αντιπαροχή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, γεγονός που σημαίνει ότι η, αποτελούσα την υποκειμένη αιτία της σύμβασης εκχώρησης, μικτή σύμβαση μεταβιβάσεως των ανωτέρω περιουσιακών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν καταρτίσθηκε, και συνεπώς η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί σε έγκυρη σύμβαση μεταβίβασης των πνευματικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας επί των πρωτότυπων πνευματικών έργων λόγου που είχε κατασκευάσει, είναι μη νόμιμη, η δε επίκληση από την αναιρεσείουσα του δικαιώματός της να προσδιορίσει την αντιπαροχή, κατά την διάταξη του άρθρου 379 του ΑΚ (την οποία σε κάθε περίπτωση ούτε με την αγωγή της προσδιορίζει κατά ορισμένο τρόπο), αλλά και του δικαιώματός της να ζητήσει αποζημίωση λόγω της υπερημερίας της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης για εκ¬πλήρωση της αντιπαροχής, βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι, δηλαδή, η μικτή σύμβαση μεταβίβασης των πνευματικών δικαιωμάτων της ήταν κατηρτισμένη και συνεπώς έγκυρη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη απολογία της. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Απορρίπτεται λοιπόν η αναίρεση που προσβάλλει την απόφαση ως προς τις αιτιολογίες, όταν αυτές δεν επιδρούν στο διατακτικό της και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αντικατάστασή τους (ΑΠ1382/2019, ΑΠ 1464/2006). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αντικατασταθούν, κατά το μέρος που διαφέρουν, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για αποτροπή δεδικασμένου, ώστε να αναιρεθεί η απόφαση μόνο κατά την εσφαλμένη αιτιολογία της, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ.1 και3, 3, 4, 6, 12 παρ. 1, 13 παρ. 1 και 2, 14 και 15 παρ. 1 Ν. 2121/1993 και 361, 379 και 513 ΑΚ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή ως σύμβαση πώλησης, επειδή, όπως ισχυρίζεται, αυτή είναι νόμιμα καταρτισμένη μικτή σύμβαση του άρθρου 361 ΑΚ. Κατά το άρθρο 178 ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του, κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν (ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 269/2022, ΑΠ 82/2021). Τα αίτια που προκάλεσαν τη δικαιοπρακτική βούληση, μόνο κατ` εξαίρεση επιδρούν στο κύρος της δικαιοπραξίας, όταν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 140-153 ΑΚ (πλάνη, απάτη, απειλή), οπότε παρέχεται το διαπλαστικό δικαίωμα της ακυρώσεως αυτής, κατά τα άρθρα 154 και 155 ΑΚ. Επομένως τα περιστατικά που συνδέονται με τις καταστάσεις αυτές (πλάνη, απάτη, απειλή) και ρυθμίζονται ειδικά με τις παραπάνω διατάξεις, δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει εξαρχής ακυρότητα και όχι ακύρωση. Δηλαδή, η ακυρωσία της δηλώσεως βουλήσεως, συνεπεία πλάνης, απάτης ή απειλής, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ` άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ` αυτήν, επηρεασμού της βουλήσεως, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν το γενικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας. Από το ανωτέρω άρθρο καλύπτονται και οι περιπτώσεις εκείνες, όπου, αν και υπάρχει εκμετάλλευση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου 179 ΑΚ (ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 748/2021, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 379/2017). Επίσης κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178, "άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως... η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, προκύπτει ότι για να θεωρηθεί μια δικαιοπραξία, ενοχική ή εμπράγματη, ως αισχροκερδής (ή καταπλεονεκτική) και, ως τέτοια, άκυρη, πρέπει να συντρέχουν, αθροιστικώς, οι εξής προϋποθέσεις: 1) η ύπαρξη φανερής, υπό την έννοια της προφανούς, του αρχικού κειμένου (προ της μεταγλωττίσεως) του άρθρου 179, δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική τους αξία κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, 2) η συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου και 3) η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μίας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου, που ήταν γνωστές σ` αυτόν, η οποία συντρέχει όταν επωφελείται κάποιος της κατάστασης αυτής και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Ως ανάγκη νοείται, εκτός άλλων και η οικονομική, η οποία έχει χαρακτήρα επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολής, ανεξαρτήτως αν είναι φύσεως παροδικής ή μόνιμης. Φανερή (προφανής) δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία δε των παροχών κρίνεται με βάση τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως, άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 67/2022, ΑΠ 904/2019, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1470/2014). Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 179 εδ. β` ΑΚ εφαρμόζεται μόνο σε επαχθείς και μάλιστα αμφοτεροβαρείς δικαιοπραξίες περιουσιακής φύσεως. Αποκλείεται δηλαδή η εφαρμογή του άρθρου 179 ΑΚ επί δικαιοπραξιών, επί των οποίων είτε δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή παροχών, είτε η επίδοση περιουσίας γίνεται άνευ ανταλλάγματος, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν γεννάται ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής (ΑΠ 1121/2000). Τέλος, δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διατάξεως του άρθρου 179 του Α.Κ., εκμετάλλευση του άλλου μέρους, υπό περιστάσεις και συνθήκες, που προδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς εντεύθεν λόγου ακυρότητας προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφόρων εκείνων του άρθρου 179 Α.Κ., των οποίων έγινε επίκληση και που κρίθηκαν αβάσιμα, αφού η τελευταία διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρου 178 του Α.Κ. (ΑΠ 82/2021, ΑΠ 834/2011, Α.Π. 2095/2009). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, καθό μέρος η αναιρεσείουσα ζήτησε με αυτήν, εφ' όσον κριθεί ως χαριστική δικαιοπραξία ή άλλη σύμβαση χωρίς αντάλλαγμα, η μεταβίβαση του επίδικου λογισμικού στην αναιρεσίβλητη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της γιατί είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, γιατί επί χαριστικών δικαιοπραξιών, όπως είναι η επικαλούμενη με τη βάση αυτή δικαιοπραξία, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 179 Α.Κ., καθόσον δεν μπορεί να υπάρξει προφανής δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, όπως προαναφέρθηκε, αφού δεν υπάρχει αντιπαροχή της αναιρεσίβλητης, ενώ και τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 178 Α.Κ., καθιστώντας την επικαλούμενη χαριστική δικαιοπραξία ανήθικη, δηλαδή αντίθετη στις ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού ουσιαστικά η αναιρεσείουσα επικαλείται αντιφατικά, άλλοτε την εξαπάτησή της από την αναιρεσίβλητη, ώστε να προβεί στη σύναψή της με την υπόσχεση ότι θα εξακολουθήσει η συνεργασία τους στο μέλλον, άλλοτε δε τον εξαναγκασμό της να προβεί στη σύναψη της δικαιοπραξίας με την απειλή διακοπής της συνεργασίας αυτής, τα οποία περιστατικά, όμως, χωρίς άλλα πρόσθετα στοιχεία, δεν καθιστούν ανήθικη τη δικαιοπραξία, ενόψει του περιεχομένου της και του συνόλου των περιστάσεων και συνθηκών, που τη συνοδεύουν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, παρέχουν μόνο το διαπλαστικό δικαίωμα στην αναιρεσείουσα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απάτης ή απειλής της αντιστοίχως. Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε, κατά το μέρος αυτό, τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, αν και με ελλιπείς κατά ένα μέρος αιτιολογίες, που συμπληρώνονται με την απόφαση αυτή κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αφού δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για αποτροπή δεδικασμένου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 Α.Κ. και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 904 εδ. α` του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας(ΑΠ 1372/2022). Υποχρέωση απόδοσης της ωφελείας, από εκείνον που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία ή με ζημία άλλου, αναγνωρίζεται όχι μόνον στις ενδεικτικώς αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή της αχρεώστητης παροχής και της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 311/2023), συνεπώς και στην περίπτωση κατά την οποία η υποκειμένη αιτία της ανωτέρω σύμβασης εκχώρησης περιουσιακού δικαιώματος επί προϊόντος λόγου, που προστατεύεται από το Ν. 2121/1993, είναι άκυρη για οποιοδήποτε λόγο, οπότε ο αποκτήσας το περιουσιακό αυτό δικαίωμα χωρίς νόμιμη αιτία καθίσταται πλουσιότερος κατά την αξία του δικαιώματος αυτού εις βάρος της περιουσίας του εκχωρήσαντος το δικαίωμα. Εξάλλου, αφού στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη, συνάγεται ότι, αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1966/2022). Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας δεν είναι νόμιμη. Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή, έστω και έμμεση (ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 408/2020), επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι την τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο, αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 408/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 348/2022, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Εάν όμως οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως από τον ενάγοντα (ΑΠ 1472/2019, ΑΠ 1026/2019, ΑΠ 267/2016, ΑΠ 920/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, επικουρικό του πρώτου, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου, την από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι από τον αρ. 1 του ιδίου άρθρου, που επικαλείται), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μετά την κρίση του ότι δεν υπάρχει έγκυρη σύμβαση πώλησης των περιουσιακών δικαιωμάτων της στα επίδικα προγράμματα, παρέλειψε να λάβει υπόψη την (αναφερομένη στην σελίδα 30 της αγωγής της) δεύτερη επικουρική βάση αυτής, με την οποία ζήτησε, σε περίπτωση ανυπαρξίας της αιτίας μεταβίβασης των περιουσιακών δικαιωμάτων αυτών, να υποχρεωθεί η αρχική αναιρεσίβλητη να της καταβάλλει το ποσό των 1.500.000 ευρώ, που αποτελεί το τίμημα, που θα κατέβαλε για την κτήση τους με έγκυρη σύμβαση, κατά το οποίο και κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 261 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αγωγής, σαφώς προκύπτει ότι στην προαναφερθείσα δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, η αναιρεσείουσα ρητά σωρεύει κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), δηλαδή υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης τόσον της κυρίας βάσης της αγωγής από την σύμβαση έργου, όσο και της πρώτης επικουρικής βάσης αυτής από την επικαλούμενη από την ίδια σύμβαση πώλησης, και αγωγή καταβολής του ποσού, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη η αναιρεσίβλητη λόγω της ακυρότητας της σύμβασης μεταβίβασης των περιουσιακών δικαιωμάτων της χωρίς αντάλλαγμα, η δε επίκληση αυτή της ακυρότητας αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής αυτής βάσης της αγωγής, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα, όπως προαναφέρθηκε, και γι' αυτό δεν ασκεί νόμιμη επιρροή ότι η αναιρεσείουσα συνδέει την ακυρότητα αυτή μόνο με την ακυρότητα της σύμβασης, λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη. Ωστόσο, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης και την απόρριψη της γενομένης δεκτής πρωτοδίκως κύριας βάσης της αγωγής (για την οποία απόρριψη η ηττηθείσα αναιρεσείουσα δεν προβάλλει σχετικό λόγο αναίρεσης), προέβη μεν στην έρευνα της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, πλην όμως, μετά την απόρριψη και αυτής ως μη νόμιμης (λόγω ακυρότητας της υποκειμένης αιτίας της σύμβασης εκχώρησης των επιδίκων περιουσιακών δικαιωμάτων στην αναιρεσίβλητη), παρέλειψε να εξετάσει, όπως είχε υποχρέωση, την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής κατά το σκέλος αυτής, με το οποίο ζητείται η απόδοση της ωφέλειας της αρχικής αναιρεσίβλητης κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω της ακυρότητας, η οποία βάση δεν είχε ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και μεταβιβάσθηκε σ' αυτό αυτοδικαίως. Eπομένως, ο ανωτέρω τέταρτος, επικουρικός του πρώτου, λόγος αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της επικουρικής αυτής βάσεως της αγωγής, είναι βάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες (Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 1352/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά, ως προς την αιτηθείσα με την αγωγή της αναιρεσείουσας ποινική ρήτρα: "Η ενάγουσα - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη εταιρεία, με αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας, τη βιομηχανική παραγωγή ή συναρμολόγηση ή επισκευή και την από το εξωτερικό εισαγωγή προς πώληση, ενοικίαση ή εκμετάλλευση ηλεκτρονικών διερευνητών (υπολογιστών) και των ανταλλακτικών τους, μηχανών επεξεργασίας στοιχείων και κάθε είδους μηχανών εξυπηρετήσεως γραφείων και, γενικά, μηχανοργανώσεως αυτών, ως και την εξαγωγή των παραγομένων ή επισκευαζομένων στο εξωτερικό, την παροχή μηχανογραφικών και οργανωτικών υπηρεσιών προς τρίτους, καθώς και προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και την οργάνωση, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, γραφείων ηλεκτρονικών υπολογιστών και την εκπόνηση προγραμμάτων γι' αυτούς. Από το έτος 2003, η ενάγουσα-εφεσίβλητη υπήρξε αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της αμερικανικής εταιρείας με την επωνυμία "...". Δυνάμει της από 8.4.2005 έγγραφης συμβάσεως έργου, με τίτλο "Προμήθεια συστήματος ... για την διαχείριση διαδικασιών και εγγράφων" και τα σε αυτήν επισυναπτόμενα παραρτήματα, καταρτίσθηκε, στην Αθήνα, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνία, με σκοπό την προμήθεια από την ενάγουσα-εφεσίβλητη στην εναγομένη-εκκαλούσα (ήδη αρχική αναιρεσίβλητη) ολοκληρωμένης λύσεως λογισμικού και υπηρεσιών, για τη διαχείριση διαδικασιών και εγγράφων, αποκαλουμένη εφεξής "Σύστημα ..." και, ειδικότερα, με αντικείμενο την πώληση και προμήθεια του Συστήματος "..." από την πρώτη στη δεύτερη και τον καθορισμό των αμοιβαίων υποχρεώσεων των μερών, σε σχέση με την εκτέλεση του παραπάνω έργου, λύση η οποία θα διαχειριζόταν τις διαδικασίες ροής εργασιών και χειρισμού των σχετιζομένων με αυτές εγγράφων των στεγαστικών δανείων, καταναλωτικών δανείων και των χρεωστικών και καρτών, που η Τράπεζα προσέφερε στους πελάτες της, βάσει τεχνικών προδιαγραφών, που θα συμφωνούντο και θα υπογράφονταν από τα συμβαλλόμενα μέρη. Κατασκευάστρια του λογισμικού (πλατφόρμας) "... ", που αποτέλεσε τον κορμό της παραπάνω προτάσεως της ενάγουσας-εφεσίβλητης προς την εναγομένη-εκκαλούσα, ήταν η εταιρεία "...", η οποία, το έτος 2007, εξαγοράσθηκε από την εταιρεία "...". Με την εν λόγω σύμβαση, η ενάγουσα-εφεσίβλητη: α) παρείχε στην εναγομένη-εκκαλούσα την άδεια χρήσεως της ως άνω πλατφόρμας "... ...", β) ανέλαβε την υποχρέωση της παραμετροποιήσεως του συστήματος, με την υλοποίηση εφαρμογών για τη διαχείριση ροών εργασιών και εγγράφων και για την αυτοματοποίηση των διαδικασιών εκδόσεως από την εναγομένη-εκκαλούσα καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων και πιστωτικών-χρεωστικών καρτών και, τέλος, γ) ανέλαβε την υποχρέωση συντηρήσεως και υποστηρίξεως του λειτουργικού συστήματος, για χρονικό διάστημα, τουλάχιστον πέντε (5) ετών (υπ' αριθμ. 8.1 όρος της συμβάσεως), υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει συναφθεί αντίστοιχη σύμβαση συντηρήσεως μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Ως χρονοδιάγραμμα της υλοποιήσεως της συμβάσεως ορίσθηκε, σύμφωνα με το παράρτημα 1 αυτής, η 31ή Αυγούστου 2005, ενώ, για τη συντήρηση, ορίσθηκε μεν το χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών, αλλά υπό την προεκτεθείσα προϋπόθεση, ενώ στην εν λόγω σύμβαση προβλέφθηκε υποχρέωση συντηρήσεως για το πρώτο (1) έτος αυτής (ήτοι, μέχρι τις 8.4.2006). Ρητώς συμφωνήθηκε (υπ' αριθμ. 9-2 της συμβάσεως) ότι, θα απαγορευόταν στα συμβαλλόμενα μέρη να προβούν το ένα σε πρόσληψη προσωπικού του άλλου, που ενεπλάκη παντοιοτρόπως στο έργο, που σχετίζεται με τη σύμβαση, τουλάχιστον για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους μετά τη λήξη της συμβάσεως, σε περίπτωση δε παραβάσεως της ρήτρας αυτής, θα κατέπιπτε, σε βάρος του υπαιτίου, ποινική ρήτρα ύψους εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, μη δυνάμενη να μειωθεί για οποιονδήποτε λόγο, ενώ στην ίδια σύμβαση, στο Παράρτημα Ι 1.2. με τίτλο "Ομάδα Έργου", αναγράφεται το όνομα του υπαλλήλου της ενάγουσας-εφεσίβλητης, Σ. Ζ., ως Διευθυντή Έργων, με πιστοποιήσεις στο σύστημα ..., ..., .... Στις 24.11.2005, καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων "Πρόσθετη πράξη υπ' αριθμ. 1 στη Σύμβαση Έργου Προμήθειας Συστήματος ... για τη διαχείριση διαδικασιών και εγγράφων", με αντικείμενο το καθορισθέν με την από 8.4.2005 σύμβαση ως "προαιρετικό λογισμικό", ήτοι το "... ... ..." (400 άδειες) και την ετήσια συντήρηση αυτού. Η εν λόγω πρόσθετη πράξη, η οποία ορίσθηκε ότι είχε ισχύ από τις 24.11.2005 έως τις 23.11.2006, ανέγραφε στον υπ' αριθμ. 1.3 όρο αυτής, ότι εξακολουθούσαν να ισχύουν οι γενικοί όροι της αρχικής από 8.4.2005 συμβάσεως. Στις 21 Ιουνίου 2006, καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων, έγγραφη σύμβαση με τίτλο "Σύμβαση συντηρήσεως/υποστηρίξεως λογισμικού (3ετή διάρκεια)", με αντικείμενο τη συντήρηση, υποστήριξη και προμήθεια νέων εκδόσεων του λογισμικού ... και ..., έτσι ώστε να εκπληρώνουν διαρκώς το σκοπό, για τον οποίο, η Τράπεζα απέκτησε το δικαίωμα χρήσεώς τους. Σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 19.3 όρο της συμβάσεως, αυτή αποτελούσε ένα ενιαίο όλο με την αρχική (από 8.4.2005) σύμβαση, ορίσθηκε δε αυτή να έχει τριετή διάρκεια, αναδρομικώς από το Μάιο του έτους 2005, ήτοι με ισχύ μέχρι το Μάϊο του έτους 2008. Μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία, η σύμβαση θα ανανεωνόταν αυτομάτως για διάστημα ενός (1) έτου, με τους ίδιους όρους, εκτός εάν οποιοδήποτε μέρος κατήγγειλε αυτήν τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν τη λήξη του χρόνου παρατάσεως. Η σύμβαση αυτή δεν αποδείχθηκε ότι καταγγέλθηκε κατά τη λήξη της (Μάϊο του έτους 2008), αλλά, αντίθετα, στις 29.10.2009, καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων "Πρόσθετο παράρτημα Β' στην από 21.6.2006 σύμβαση συντηρήσεως/υποστηρίξεως λογισμικού", με αναδρομική ισχύ από τις 30.6.2006 και, με αντικείμενο, τη συντήρηση, υποστήριξη και προμήθεια νέων εκδόσεων του λογισμικού ... και ..., του λογισμικού, που περιγράφεται στο ίδιο Παράρτημα, ήτοι, .... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 31-8.2008, η σχέση έξηρτημένης εργασίας, που συνέδεε την ενάγουσα-εφεσίβλητη με τον παραπάνω υπάλληλό της Σ. Ζ., έληξε με πρωτοβουλία του τελευταίου (όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 31.8.2008 Αναγγελία Οικειοθελούς Αποχωρήσεως μισθωτού), γεγονός, που δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα-εφεσίβλητη. Λίγες ημέρες μετά την παραίτησή του από την ενάγουσα-εφεσίβλητη, ο Σ. Ζ. υπέβαλε αίτηση για πρόσληψη στην εναγομένη-εκκαλούσα, η οποία, πράγματι, τον προσέλαβε στις 15.9·2008, με τo βαθμό του Τμηματάρχη Β', για τη θέση του Senior Manager της Διευθύνσεως Μηχανογραφικών Εφαρμογών, γεγονός, που δεν αμφισβητείται από την τελευταία. Από το συνδυασμό των προεκτεθέντων όρων των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων προκύπτει ότι οι διάδικες εταιρείες είχαν πράγματι συμβατική υποχρέωση, έως και το Μάϊο του έτους 2009, να μην προσλάβουν προσωπικό η μία της άλλης, καθώς παρέμενε σε ισχύ ο υπ' αριθμ. 9-2 όρος της από 8.4.2005 συμβάσεως μέχρι και τις 30.5.2008. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι: α) από το χρόνο προσλήψεως του παραπάνω υπαλλήλου της ενάγουσας-εφεσίβλητης από την εναγομένη-εκκαλούσα, ήτοι από τις 15.9.2008, έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (12.9.2016) παρήλθε χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών, χωρίς, η ενάγουσα-εφεσίβλητη να προβεί σε οποιοσδήποτε είδους διαμαρτυρία ή παράπονο ή αίτημα περί καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας, προς την εναγομένη-εκκαλούσα για την πρόσληψη αυτή και β) κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2009 έως και το μήνα Μάϊο του έτους 2011 (ήτοι για δύο έτη), οι εκπρόσωποι της ενάγουσας - εφεσίβλητης και περισσότερο ο Δ. Δ.... επικοινωνούσαν με ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία είτε κοινοποιούντο προς τον Σ. Ζ., υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της εναγομένης, όπως με το με ημερομηνία 2.6.2009 ηλεκτρονικό μήνυμα, είτε απευθείας με αυτόν, όπως με τα από 18.1.2010, 20.1.2010, 27.1.2010, 28.1.2010, 30·6·2010, 10.8.2010, 13-8.2010, 24-11.2010, 1.12.2010, 8.12. 2010, 10.12.2010, 31.12.2010, 25.2.2011, 4-3-2011, 11.3.2011, 12.4.2011, 13-4-2Ο11, 14-4-2011, 29.4.2011, 12.5.2011 ηλεκτρονικά μηνύματα, που αντήλασσαν ο Σ. Ζ. με τον εκπρόσωπο της ενάγουσας- εφεσίβλητης, Δ. Δ. (αποτεινόμενοι μάλιστα ο ένας στον άλλο με το μικρό τους όνομα, π.χ. "Σ.", "Δ."), ενώ, υπήρχαν και ηλεκτρονικά μηνύματα της εταιρείας "...", τα οποία κοινοποιούνταν, τόσον προς τον Σ. Ζ., όσο και προς τον Δ. Δ. (όπως τα από 28.6.2010,19.10.2010, 22.11.2010,14.12.2010, 2.2.2011, 8.2.2011 ηλεκτρονικά μηνύματα) ή, τέλος, ηλεκτρονικά μηνύματα του Σ. Ζ., κοινοποιούμενα προς τον Δ. Δ. (όπως το(ενν. τα) από 22.11.2010, 24.11.2010, 1.12.2010, 8.12.2010, 15-12.2010, 2.2.2011 ηλεκτρονικά μηνύματα). Η ενάγουσα- εφεσίβλητη δεν αμφισβητεί ότι, καίτοι γνώριζε την παραπάνω αντισυμβατική ενέργεια της εναγομένης-εκκαλούσας, δεν προέβη σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή παράπονο ή προβολή αξιώσεως επί οκτώ (8) έτη (15·9·2008 έως 12.9.2016), αντίθετα μάλιστα η ίδια εκθέτει στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι εν γνώσει της ανέχθηκε αυτήν την πρόσληψη, στα πλαίσια της διακαούς επιθυμίας της να μην επέλθει ρήξη και απώλεια της συνεργασίας της με ένα τόσο μεγάλο πελάτη, όπως η εναγομένη Τράπεζα. Ωστόσο, η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας-εφεσίβλητης, που προηγήθηκε της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ήτοι: α) η εκ μέρους της παράλειψη διατυπώσεως οιουδήποτε παραπόνου ή διαμαρτυρίας ή αιτήματος για την καταβολή της ποινικής ρήτρας προς την εναγομένη-εκκαλούσα, επί μακρό χρονικό διάστημα, ήτοι αυτό των οκτώ (8) ετών, το οποίο μεσολάβησε μεταξύ του χρόνου, κατά τον οποίο, η ενάγουσα-εφεσίβλητη έλαβε γνώση της προσλήψεως του υπαλλήλου της από την εναγομένη- εκκαλούσα (15.9.2008) μέχρι την εκ μέρους της άσκηση της ένδικης αγωγής (12.9.2016), β) οι προεκτεθείσες επανειλημμένες επικοινωνίες των εκπροσώπων της με τον Σ. Ζ., υπό την ιδιότητά του ως υπαλλήλου της εναγομένης-εκκαλούσας, επί τουλάχιστον δύο (2) έτη και, δη, σε σχεδόν φιλικό ύφος, ή πάντως σε ύφος που υποδήλωνε αγαστή συνεργασία, γ) η επαγγελματική επιλογή της, με ελεύθερη βούληση, να συνεχίσει τη συνεργασία της- με την εναγομένη-εκκαλούσα, υπό το ίδιο καθεστώς και, εν γνώσει του ότι, η τελευταία είχε προβεί στην πρόσληψη του πρώην υπαλλήλου της, δηλαδή συνειδητώς, όπως η ίδια (η ενάγουσα-εφεσίβλητη) παραδέχεται, αποβλέποντας στη διατήρηση της συνεργασίας αυτής, ενώ, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παραβίαση ενός τόσο σημαντικού συμβατικού όρου, ήτοι η πρόσληψη ενός σημαντικού στελέχους της ενάγουσας-εφεσίβλητης από την εναγομένη-εκκαλούσα, θα σηματοδοτούσε ενδεχομένως τη διακοπή της συνεργασίας τους ή, τουλάχιστον, την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, δημιούργησε βάσιμα την πεποίθηση στην εναγομένη-εκκαλούσα ότι, η ενάγουσα-εφεσίβλητη δεν θα ασκούσε την αξίωσή της για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας. Η ως άνω-συνομολογούμενη από την ενάγουσα-εφεσίβλητη-ανοχή δεν δικαιολογεί ωστόσο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, την εκ μέρους της εξακολούθηση της αδράνειάς της και για πέντε (5) ακόμη έτη, μετά την οριστική λήξη της συνεργασίας της με την εναγομένη-εκκαλούσα (που, τελικώς, επήλθε για άλλο λόγο και με πρωτοβουλία της τελευταίας) ήτοι, από το Μάϊο του έτους 2011 έως και την άσκηση της αγωγής (12.9.2016). ... Η ανατροπή δε της καταστάσεως, που διαμορφώθηκε και παγιώθηκε, εξαιτίας της παραπάνω-προηγηθείσας της ασκήσεως της ένδικης αγωγής- συμπεριφοράς της ενάγουσας-εφεσίβλητης, επάγεται επαχθείς συνέπειες για την εναγομένη-εκκαλούσα, ήτοι, αφ' ενός, μεν, οικονομική επιβάρυνση, η οποία δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, αυτή διαθέτει οικονομική επιφάνεια, καθώς, η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος θα εξαντλείτο στη σύγκριση των οικονομικών δυνάμεων των μερών περιορίζοντας ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής της αφ'. ετέρου δε στην εμπορική φήμη της στο χώρο της αγοράς". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, δηλαδή η απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, καθώς και τα όρια τα επιβαλλόμενα από τα χρηστά ήθη, τα οποία επιτάσσουν η συμπεριφορά των συναλλασσομένων να ανταποκρίνεται στις επιταγές της κοινωνικής ηθικής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., καθ' όσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης αυτής και δικαιολογούσαν την παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας από την αρχική αναιρεσίβλητη ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, να ζητήσει την κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και την επιδίκαση σ' αυτή του ορισθέντος ποσού, αφού η άσκηση του αξιούμενου με την αγωγή ως άνω δικαιώματος, ενέχει πράγματι προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι α) η πάροδος χρονικού διαστήματος οκτώ ετών από τότε που η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της προσλήψεως του υπαλλήλου της από την αναιρεσίβλητη, χωρίς κατ' αυτό να διατυπωθεί εκ μέρους της οποιοδήποτε παράπονο ή διαμαρτυρία ούτε και αίτημα καταβολής της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, β) οι επανειλημμένες επικοινωνίες των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας με τον πιο πάνω υπάλληλο, υπό την ιδιότητά του ως υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, τουλάχιστον επί δύο έτη μετά την πρόσληψή του, πραγματοποιούμενες σε σχεδόν φιλικό ύφος που υποδήλωνε αγαστή συνεργασία, γεγονός που, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της εν λόγω παραδοχής, συνιστούσε ουσιαστική αποδοχή εκ μέρους της αναιρεσείουσας της πρόσληψης του πρώην υπαλλήλου της από την αναιρεσίβλητη, γ) η επαγγελματική επιλογή, με ελεύθερη βούληση, της αναιρεσείουσας να συνεχίσει τη συνεργασία της με την αναιρεσίβλητη, υπό το ίδιο καθεστώς και, εν γνώσει του ότι, η τελευταία είχε προβεί στην πρόσληψη του πρώην υπαλλήλου της, δεχόμενο δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη νοηματική εκτίμηση της παραπάνω παραδοχής ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την πρόσληψη αυτή, δ) η καθυστέρηση ασκήσεως της αγωγής επί πέντε έτη και μετά τη λήξη της συνεργασίας της με την αρχική αναιρεσίβλητη, και ε) η τυχόν ανατροπή της καταστάσεως, που διαμορφώθηκε και παγιώθηκε, εξαιτίας της παραπάνω, προηγηθείσας της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, που είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην αναιρεσίβλητη η εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της να ζητήσει το ποσό της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, επάγεται επαχθείς συνέπειες για την αναιρεσίβλητη και δη τόσο οικονομικές όσο και στην εμπορική της φήμη στο χώρο της αγοράς, δημιούργησαν (τα περιστατικά αυτά), κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άσκηση της αγωγής, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η επιχειρούμενη από την αναιρεσείουσα ανατροπή της διαμορφωμένης κατάστασης δεν απαιτείται να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στην αναιρεσίβλητη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά της, και συνεπώς καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής εκ του άρθρου 281 Α.Κ. ένστασης της αναιρεσίβλητης, αφού η επιδίωξη της αναιρεσείουσας να της επιδικασθεί το συμφωνηθέν ποσό της ποινικής ρήτρας είναι αντίθετο στη συναλλακτική καλή πίστη και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματός της. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες ουσιαστικές παραδοχές, ήτοι α) Ότι σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης αυτής, ο οποίος ίσχυσε μέχρι τις 31/5/2009, απαγορεύτηκε στα συμβαλλόμενα μέρη να προβούν σε πρόσληψη προσωπικού του άλλου μέρους, που ενεπλάκη με το έργο της σύμβασης, τουλάχιστον μέχρι την πάροδο ενός έτους από τη λήξη αυτής, σε περίπτωση δε παραβιάσεως της ρήτρας αυτής, θα κατέπιπτε σε βάρος του υπαιτίου ποινική ρήτρα ποσού 100.000 ευρώ. β) Ότι στις 15/9/2008 η αναιρεσίβλητη προσέλαβε, με τον βαθμό του Τμηματάρχη Β' στη Δ/νση Μηχανογραφικών Εφαρμογών αυτής, τον συμμετέχοντα στην υλοποίηση του ανωτέρω έργου με την ιδιότητα του Δ/ντή Έργου, υπάλληλο της αναιρεσείουσας, Σ. Ζ., ο οποίος είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την ίδια στις 31/8/2008. γ) Ότι η αναιρεσείουσα, αν και αντιλήφθηκε αμέσως την ανωτέρω πρόσληψη, που ήταν αντίθετη στον προαναφερθέντα όρο της σύμβασης, δεν προέβη σε καμία διαμαρτυρία προς την αναιρεσίβλητη ούτε υπέβαλε αίτημα κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, αλλά οι εκπρόσωποί της συνέχισαν μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας τους με την αναιρεσίβλητη τον Μάιο του 2011 να έχουν αγαστή συνεργασία για την εκτέλεση της σύμβασης, επί πλέον δε, ούτε και μετά τη λήξη της συνεργασίας και μέχρι την άσκηση της επίδικης αγωγής στις 12/9/2016, και ενώ είχε λήξει η συνεργασία και, συνεπώς, δεν δεσμεύονταν από αυτήν, διαμαρτυρήθηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην αναιρεσίβλητη η εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της να ζητήσει το ποσό της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, η δε ανατροπή της παγιωμένης αυτής κατάστασης θα επιφέρει οικονομική επιβάρυνση κατά το ποσό αυτό στην αναιρεσίβλητη και προσβολή της εμπορικής φήμης της. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, στον οποίο, υπό την επίκληση των ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμελειών, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, δηλαδή κατά το κεφάλαιο που αφορά την ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2456/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. - Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση. -Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και - Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ