Αριθμός 849/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Μ. του Ι. και 2. Ε. συζύγου Δ. Μ., το γένος Χ. Γ., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικόλαου-Ιωάννη Καμπά και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Ν. Δ., το γένος Γ. Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σωτήριου Παταβούκα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:138/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί oι αναιρεσείοντες με την από 19-6-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 18-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 2 § 1, 4 § 1, 5 § 1 εδ. α' και 13 του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών οικοδομής έχουν αναγκαστική συγκυριότητα και δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση σε όλα τα ενδεικτικώς οριζόμενα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής και μπορούν, με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν κατά διάφορο τρόπο το δικαίωμα χρήσης καθενός στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη και ειδικότερα να συμφωνήσουν ότι κάποιος από τους ιδιοκτήτες έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης στα μέρη αυτά. Ο νομοθέτης, καθιερώνοντας τον συμβολαιογραφικό τύπο όχι μόνο για τις εμπράγματες συμφωνίες - οι οποίες υποβάλλονται στον πιο πάνω τύπο βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 1033 και 1192 ΑΚ, γιατί διαφορετικά είναι άκυρες - αλλά και τις ενοχικές συμφωνίες, θέλησε να προσδώσει εμπράγματο χαρακτήρα και στις συμφωνίες αυτές, ώστε να επεκταθεί η δέσμευση και στους ειδικούς και καθολικούς διαδόχους, αλλά και στους τρίτους, γιατί έτσι μόνο διασφαλίζεται η σταθερότητα των συναλλαγών που έχουν σχέση με τις διαιρεμένες ιδιοκτησίες, αλλά εξασφαλίζονται και οι ιδιοκτήτες μεταξύ τους και προάγεται η λειτουργία και ευρυθμία του όλου θεσμού της οροφοκτησίας. Η ρύθμιση δε που εισάγεται με τον Ν. 3741/1929, σε σχέση με την απόκτηση και την κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στη ρύθμισή του ιδιοκτησίας, είναι ειδική και έχει υπαγορευθεί από την ιδιαιτερότητα της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας. Σε περίπτωση λοιπόν μη τήρησης του τύπου, η συμφωνία αυτή ισχύει μόνο μεταξύ των συμβληθέντων και δεν καταλαμβάνει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους και τους τρίτους. Συνεπώς, για να δεσμεύεται ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος από ενοχική συμφωνία που καταρτίσθηκε κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) μεταξύ του δικαιοπαρόχου του ιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας και ετέρου συνιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας ή ετέρων συνιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών της ίδιας πολυώροφης οικοδομής και η οποία συνεπάγεται περιορισμό ή αποκλεισμό του δικαιώματος συμμετοχής του στη χρήση των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών, θα πρέπει αυτός (καθολικός ή ειδικός διάδοχος) να αναλάβει με ιδιαίτερη σύμβαση την υποχρέωση που είχε και ο δικαιοπάροχός του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: Ο αποβιώσας στις 10.5.2006 σύζυγος της ήδη αναιρεσίβλητης Ν. Δ. και οι ήδη αναιρεσείοντες Δ. Μ. και Ε. σύζ. Δ. Μ. τύγχαναν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 έκαστος εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου κειμένου στην πόλη της Καλαμπάκας και στο υπ' αριθμ. 2/49 οικόπεδο του εγκεκριμένου σχεδίου αυτής. Επί του οικοπέδου τούτου ανεγέρθηκε, κατόπιν συμφωνίας των ανωτέρω συγκυρίων αυτού, πολυώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και τρεις υπέρ το ισόγειο ορόφους, η οποία και υπήχθη στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, δυνάμει του μεταξύ των ανωτέρω προσώπων καταρτισθέντος και νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../1990 σχετικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Επαμεινώνδα Αθανασούλα. Έτσι ο ως άνω Ν. Δ. κατέστη κύριος των υπό στοιχεία Υ - 2 (υπόγεια αποθήκη), Κ - 2 (ισόγειο κατάστημα) και Α - 1 (διαμέρισμα πρώτου ορόφου) οριζόντιων ιδιοκτησιών και οι ήδη αναιρεσείοντες συγκύριοι κατ' ισομοιρία των υπό στοιχεία Υ - 1 (υπόγεια αποθήκη), Κ - 1 (κατάστημα ισογείου), Β - 1 (διαμέρισμα δευτέρου ορόφου) και Γ - 1 (διαμέρισμα τρίτου ορόφου) οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής. Μετά τον θάνατο του προαναφερόμενου συζύγου της αναιρεσίβλητης (10.5.2006) οι πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες αυτού περιήλθαν σ' αυτήν, δυνάμει της από 12.10.2005 ιδιόγραφης διαθήκης του, η οποία κηρύχθηκε κύρια με την υπ' αριθμ. 176/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, την δε επαχθείσα κληρονομία αποδέχθηκε αυτή με την νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. .../2.12.2006 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αστέριου Παπαγεωργίου. Η εν λόγω οικοδομή στερείται κανονισμού και σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 7 του Ν. 3741/1929 κοινόχρηστο χώρο αυτής αποτελούν, μεταξύ άλλων, και τα ακάλυπτα τμήματα του οικοπέδου, τα οποία αφέθηκαν και χρησιμεύουν για κοινή χρήση και εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών. Περαιτέρω, ο κοινόχρηστος ακάλυπτος χώρος της οικοδομής είναι συνολικού εμβαδού 45,68 τ.μ. και τμήμα αυτού, εμβαδού 34,31 τ.μ., όπως αυτό ειδικότερα περιγράφεται στην πληττόμενη εφετειακή απόφαση, είναι το επίμαχο τμήμα επί του οποίου οι ήδη αναιρεσείοντες έχουν κατασκευάσει από το έτος 2000 ισόγειο κτίσμα με σκεπή, αποτελούμενο από ξύλινα και μεταλλικά μέρη, το οποίο χρησιμοποιούν ως αναψυκτήριο, έχοντας τοποθετήσει σ' αυτό όλο τον απαιτούμενο για τη λειτουργία του αυτή εξοπλισμό. Η αναιρεσίβλητη ζήτησε από τους αναιρεσείοντες να άρουν την προαναφερόμενη κατασκευή και να παύσουν να χρησιμοποιούν αποκλειστικά τον κοινόχρηστο χώρο και τούτο, διότι η ανωτέρω εγκατάσταση στο χώρο αυτό αφενός την παρεμποδίζει στη χρήση του και αφετέρου παραβλάπτει την αισθητική όλης της οικοδομής. Στη συνέχεια έγινε δεκτό από την εφετειακή απόφαση ως αποδειχθέν το γεγονός, ότι στην αποκλειστική χρήση του επίμαχου χώρου προέβησαν οι αναιρεσείοντες με βάση καταρτισθείσα κατά το έτος 1990 μεταξύ αυτών και του συζύγου της αναιρεσίβλητης άτυπη (προφορική) συμφωνία, με την οποία συμφωνήθηκε η μεταξύ των συγκυρίων της πολυώροφης οικοδομής και ανάλογα με τα ποσοστά συγκυριότητάς τους, διανομή του ακάλυπτου κοινόχρηστου χώρου αυτής σε δύο τμήματα αποκλειστικής χρήσης, για την εξυπηρέτηση και την αξιοποίηση των ανηκόντων, αντίστοιχα, σε αυτούς καταστημάτων του ισογείου ορόφου της οικοδομής. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής οι αναιρεσίβλητοι, ενεργούντες είτε οι ίδιοι είτε δια των εκάστοτε μισθωτών του καταστήματός τους, χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά τον επίμαχο χώρο συνεχώς από το έτος 1990 και μέχρι την έγερση της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης (31.3.2008). Πέραν δε της προαναφερόμενης συμφωνίας οι αναιρεσείοντες είχαν καταρτίσει με τον σύζυγο της αναιρεσίβλητης και άλλη άτυπη συμφωνία, με την οποία συμφωνήθηκε και έγινε αποδεκτό να κάνουν αυτοί (αναιρεσείοντες) αποκλειστική χρήση και του αναλογούντος στο κατάστημα του Ν. Δ. τμήματος του ακάλυπτου χώρου, με αντάλλαγμα την απαλλαγή του Ν. Δ. από την πληρωμή των κοινοχρήστων δαπανών της πολυκατοικίας, η οποία συμφωνία και υλοποιήθηκε. Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και κρίνοντας επιπλέον το Εφετείο ότι : α) ναι μεν οι αναιρεσείοντες έκαναν καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα αποκλειστική χρήση του επίδικου χώρου κατόπιν συμφωνίας τους με τον αρχικό συνιδιοκτήτη - σύζυγο της αναιρεσίβλητης Ν. Δ., πλην όμως δεν αποδείχθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο συμμετοχή της τελευταίας στη συμφωνία αυτή, ούτε αποδοχή της εκ μέρους αυτής μετά το θάνατο του συζύγου της και β) (ότι) η εν λόγω συμφωνία, ως μη περιβληθείσα τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μη μεταγραφείσα, δεσμεύει μόνο τους συμβληθέντες σ' αυτήν και όχι και την αναιρεσίβλητη καθολική διάδοχο του Ν. Δ., απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πρωτοδίκως παραδεκτώς προβληθέντα και νομοτύπως στην κατ' έφεση δίκη επαναφερθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης υπ' αυτών του επίδικου χώρου δυνάμει συμφωνίας με τον Ν. Δ. και αποδοχής αυτής από την ενάγουσα. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο εκείνο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 3741/1929, καθώς και εκείνες των διατάξεων των άρθρων του ΑΚ 361 (ενοχή από σύμβαση) και 1710 (έννοια κληρονομικής διαδοχής), αφού η συμφωνία αυτή, ως ενοχική, δεσμεύει μόνο τους συμβληθέντες σ' αυτή και όχι και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους, διέλαβε δε περί των θεμάτων τούτων σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, των προαναφερομένων διατάξεων του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 361 και 1710 του ΑΚ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- ΙΙ.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269, 559 αριθ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς λαμβανόμενα υπόψη, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στον δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν, το καθένα χωριστά, "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 88/1980), η δε μη λήψη υπόψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά που παραδεκτώς προτάθηκαν στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης που προβλέπεται από την τελευταία διάταξη (αριθ. 8 εδ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, η ήδη αναιρεσίβλητη είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων την από 24.3.2008 και με αριθμό κατάθεσης 296/2008 αγωγή, με την οποία επικαλούμενη ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι είναι συγκύριοι οριζόντιων ιδιοκτησιών, τοποθέτησαν παράνομα σε κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας, στην οποία είναι και αυτή ιδιοκτήτρια οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατασκευή από ξύλινα και μεταλλικά μέρη, την οποία χρησιμοποιούν ως καφετέρια, καταλαμβάνοντας τμήμα αυτού, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται στη χρήση του κοινού, ζήτησε όπως υποχρεωθούν αυτοί να άρουν την προσβλητική εγκατάσταση με την απειλή ποινών έμμεσης εκτέλεσης. Αμυνόμενοι κατά της αγωγής αυτής οι εναγόμενοι προέβαλαν, με τις από 19.9.2008 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού εν προκειμένω δικαιώματος της ενάγουσας. Προς θεμελίωση του ισχυρισμού τους αυτού επικαλέσθηκαν : α) ότι προέβησαν στην επίδικη κατασκευή επί του επιδίκου τμήματος του ακαλύπτου χώρου της πολυκατοικίας υπό τα όμματα του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας αλλά και αυτής της ιδίας, οι οποίοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για τις ενέργειές τους αυτές, για χρονικό διάστημα εκτεινόμενο από το έτος 1990, άλλως από το 1993, μέχρι και τα τέλη του έτους 2007 και β) ότι, αντιθέτως μάλιστα, απολάμβαναν η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχος σύζυγός της τα προνόμια που τους παραχωρήθηκαν εκ μέρους τους (εναγομένων) ως αντάλλαγμα της παραχώρησης της αποκλειστικής χρήσης από αυτούς (εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες) του επιδίκου οικοπεδικού τμήματος, ήτοι 1) την απαλλαγή τους από κάθε δαπάνη κοινοχρήστων, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών θέρμανσης, καθαριότητας, κλπ, 2) την επαύξηση της επιφάνειας του καταστήματός τους (δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και αυτής) κατά 6 τ.μ. επιπλέον της νόμιμης αναλογίας τους στην συγκυριότητα του ακινήτου και 3) την διατήρηση, σε βάρος της καλαισθησίας της οικοδομής και της υγιεινής των κατοίκων της και επομένως και αυτών των εναγομένων, των εξωτερικών τουαλετών στη βεράντα του διαμερίσματός τους (ενάγουσας και συζύγου της), κατάσταση η οποία, όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι οι ενάγοντες, συνιστά πολεοδομική και υγειονομική παράβαση. Τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως αβάσιμος κατ' ουσία, επανέφεραν νομότυπα οι εναγόμενοι με την μορφή του τρίτου λόγου της από 6.7.2009 και με αριθμό κατάθεσης 110/2009 έφεσής τους. Για τον ισχυρισμό αυτό η εφετειακή απόφαση διέλαβε τα ακόλουθα: "Τέλος, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έγινε κυρία των οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής, διαδεχόμενη τον αποβιώσαντα σύζυγό της Ν. Δ., στις 7.12.2006 (ημερομηνία μεταγραφής τίτλου). Συνεπώς, κατά το προηγούμενο διάστημα δεν είχε δυνατότητα, ως μη δικαιούχος, να προβεί σε άσκηση του δικαιώματος. Από το χρόνο δε (7.12.2006) που κατέστη κυρία μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (31.3.2008), η ενάγουσα δεν επέδειξε, όπως προεκτέθηκε, συμπεριφορά αντίθετη με την στην παρούσα, σε κάθε δε περίπτωση το χρονικό αυτό διάστημα (σημ. εννοεί από 7.12.2006 μέχρι 31.3.2008) δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει την προϋπόθεση της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, για το λόγο ότι η ενάγουσα καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα παρέλειψε να ασκήσει το δικαίωμά της και δη δεν αντέδρασε στην αποκλειστική από αυτούς χρήση του επίδικου χώρου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση αυτή λαμβάνοντας υπόψη το ότι η ενάγουσα απέκτησε δικαίωμα στη χρήση του επίδικου κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου μόνον αφότου κατέστη κυρία εκ κληρονομίας του συζύγου της των οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυώροφης οικοδομής, ήτοι από 7.12.2006,οπότε και μπορούσε αυτή πλέον να αντιδράσει στην εκ μέρους των εναγομένων αποκλειστική χρήση του προαναφερόμενου χώρου, όχι δε και προηγουμένως, το δε χρονικό διάστημα από 7.12.2006 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (31.3.2008), ήτοι δεκαπέντε (15) μήνες, δεν κρίθηκε ως επαρκές για να θεμελιώσει αδράνεια αυτής, ικανής να οδηγήσει σε αποδοχή της ένδικης ένστασης. Επομένως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του - εφόσον περί αυτών δεν γίνεται λόγος στην απόφασή του - τα ως άνω υπό στοιχεία β αριθμοί 1, 2 και 3, πραγματικά περιστατικά. Τα τελευταία αυτά, όμως, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να οδηγήσουν σε αποδοχή του κρινόμενου ισχυρισμού, ακόμη και αν συνδυαστούν μαζί με εκείνα που λήφθηκαν υπόψη και είχαν προταθεί προς στήριξη της προταθείσας ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ. Τούτο δε διότι α) η μη καταβολή των κοινοχρήστων δαπανών δύναται πλέον, του λοιπού, να απαιτηθεί από την ενάγουσα, αφού η τελευταία δεν ανέλαβε με ιδιαίτερη σύμβαση την υποχρέωση που είχε αναλάβει και ο δικαιοπάροχός της έναντι των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων για αποκλειστική χρήση εκ μέρους αυτών του κοινόκτητου και κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου της οικοδομής, β) η ανοχή των εναγομένων στην κατασκευή και διατήρηση τουαλέτας στη βεράντα του διαμερίσματος της ενάγουσας, δηλαδή πράξης, που καθ' ομολογία των ιδίων των αναιρεσειόντων, αντίκειται στον υγειονομικό και πολεοδομικό κανονισμό και άρα δεν είναι σύννομη, δεν δύναται να αποτελέσει "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και εν προκειμένω στην αποδοχή του ερευνόμενου ισχυρισμού και γ) η επικαλούμενη επαύξηση της επιφάνειας του ανήκοντος πλέον στην ενάγουσα καταστήματος κατά έξι (6) τ.μ., ως αντάλλαγμα της αποκλειστικής χρήσης του επίμαχου χώρου εκ μέρους των εναγομένων, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει τον ερευνόμενο ισχυρισμό της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού εν προκειμένω δικαιώματος της ενάγουσας, λαμβανομένου υπόψη και του δεκτού γενομένου από την εφετειακή απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη ούτε μετέσχε στην μεταξύ του συζύγου της και των αναιρεσειόντων προαναφερόμενη άτυπη σύμβαση, που αφορά τον επίδικο χώρο, ούτε, μετά τον θάνατο του συζύγου της, αποδέχθηκε αυτήν. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, θεμελιούμενος επί του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και συνιστάμενος στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- ΙΙΙ.- Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. δ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, από το άρθρο 11 εδ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. .../16.9.2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Λ., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γιαννούλας Παναγοπούλου - Πύργου, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους και την οποία ένορκη βεβαίωση μάρτυρα επικαλέστηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη, κατά το αναιρετήριο, της βασιμότητας του ισχυρισμού τους ότι η επίμαχη κατασκευή έγινε από αυτούς παρουσία του συνιδιοκτήτη της πολυώροφης οικοδομής και δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, δικηγόρου Ν. Δ., ο οποίος συμφώνησε για την επίμαχη κατασκευή και δεν έφερε καμία αντίρρηση, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, η οποία δόθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και προσκόμισαν νομίμως, πλην όμως δεν μνημονεύεται ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, από την επισκόπηση, ειδικότερα, του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και προς το παρατιθέμενο στην αναίρεση ενδιαφέρον εν προκειμένω περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης (βλ.12η και 13η σελίδες αναίρεσης), προκύπτει ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε και η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, ερευνήθηκε επισταμένως από το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης και σύζυγος αυτής τελούσε σε πλήρη γνώση της επίμαχης κατασκευής και ουδεμία αντίρρηση προέβαλε κατ' αυτής, αφού αυτός είχε καταρτίσει την προαναφερόμενη άτυπη σύμβαση με τους αναιρεσείοντες σχετικά με την χρήση από αυτούς του κοινόχρηστου και κοινόκτητου χώρου της πολυκατοικίας. Εν συνεχεία, όμως, το δικαστήριο εκείνο δεν δέχθηκε συμμετοχή της αναιρεσίβλητης στη συμφωνία αυτή, ούτε καθ' οιονδήποτε τρόπο αποδοχή της από αυτήν μετά τον θάνατο του συζύγου της Ν. Δ.. Εφόσον λοιπόν ο προαναφερόμενος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ο οποίος βεβαιώνεται αποδεικτικά από τον μάρτυρα με την ως άνω ένορκη βεβαίωσή του, κρίθηκε ουσιαστικά βάσιμος από το Εφετείο, το οποίο προχώρησε στην έρευνα αυτού στηριζόμενο στα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύονται στην απόφαση, ο ήδη ερευνόμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται παράπονο ότι λόγω μη λήψης υπόψη της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης δεν ερευνήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, πρέπει να απορριφθεί για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων προς υποβολή του. Τέλος, ουδόλως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι η επίμαχη ένορκη βεβαίωση προσκομίσθηκε και για ενίσχυση ή βεβαίωση άλλων ισχυρισμών τους - και ποίων - προκειμένου να ερευνηθεί από το Δικαστήριο τούτο εάν και οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν ερευνηθεί ή όχι από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως συνέβη και με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό τους, και εάν κατά συνέπεια έχουν αυτοί ή όχι έννομο συμφέρον προς υποβολή του ως άνω λόγου της αναίρεσης. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία έχει καταθέσει και προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19.6.2012 και με αριθμό κατάθεσης 50/2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 97/2012 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης, ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών.- Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ