Αριθμός 148/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "G..F..M.. W. S..A.. («Τ.» Ε. Ε. Γ. Α..Ε.."), που εδρεύει στην πόλη ... (...) της ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: αστικής επαγγελματικής δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "Π. Δ. Ε.", που εδρεύει στην ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον διευθύνοντα εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπό της Δ. - Σ. Π., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, 4180/2018 και 7108/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 4180/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 2-9-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν. 4446/2016 (Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 (διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της από 2 Σεπτεμβρίου 2021 με αριθμ. καταθ. .../.../3.9.2021 ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών υπ' αριθ. 4180/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο αξιώσεις δικηγορικής αμοιβής της αναιρεσίβλητης αστικής δικηγορικής εταιρείας, η αναιρεσείουσα αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. .../2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης . Η ως άνω διαφορά, όμως, ως περιουσιακή διαφορά από αμοιβή δικηγόρου, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν από την αναιρεσείουσα παράβολο πρέπει να της αποδοθεί, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί των ως άνω αιτήσεων (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 484/2019). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 17/2013, Ολ. ΑΠ 5/2001). Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση από αυτόν ή από τον αντίδικο του αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ.1β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών άσκησης της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 1543/2018), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 329/2019). Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση (ΑΠ 44/2022, ΑΠ 6/2021, ΑΠ 464/2018), η δε προθεσμία της αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, αρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την εμπροθέσμως ασκηθείσα ανακοπή (ΑΠ 44/2022, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 1289/2018, ΑΠ 243/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Επί της από 15.11.2011 και με αριθμ. καταθ. .../.../17.11.2011 ασκηθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης αστικής δικηγορικής εταιρείας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, που εδρεύει στην ..., με την οποία η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει σ' αυτή για δικηγορικές αμοιβές για τις παρασχεθείσες προς αυτή (εναγόμενη), εκ μέρους συνεργατών της δικηγόρων νομικές υπηρεσίες τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2008, που είχε συμφωνηθεί να υπολογίζονται με το σύστημα της ωριαίας χρονοχρέωσης και για έξοδα και δαπάνες που υποβλήθηκε, το συνολικό ποσό των 146.472,23 ευρώ, εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η υπ' αριθμ. 52/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών από την παροχή εργασίας, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 22.726,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία άσκησε την από 9.11.2015 με αριθμ. κατάθεσης .../18.11.2015 έφεση επί της οποία εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 4180/28.8.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκε η από 15.11.2011 αγωγή, η οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 135.286 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 30.9.2019 με αριθμ. καταθ. .../.../2019 ανακοπή ερημοδικίας. Ακολούθως η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου την από 22.1.2020 με αριθμ. καταθ. .../.../2020 αντέφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 7108/22.12.2020 απόφασή του, συνεκδικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, την από 30.9.2019 ανακοπή ερημοδικίας και την από 22.1.2020 αντέφεση της ανακόπτουσας-εφεσίβλητης, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 30.9.2019 ανακοπή ερημοδικίας, και, κατόπιν τούτου, απέρριψε και την από 22.1.2020 αντέφεση. Συνακόλουθα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η εκδοθείσα, ερήμην της εφεσίβλητης, υπ' αριθμ. 4180/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7108/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου που απέρριψε την ως άνω ανακοπή ερημοδικίας της ανακόπτουσας-εφεσίβλητης. Η προθεσμία, δε, για την άσκηση αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (4180/2018), άρχισε από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης από την αναιρεσίβλητη στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη της υπ' αριθμ. 7108/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έλαβε χώρα στις 8.6.2021, όπως προκύπτει από την επισημείωση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 139 του ΚΠολΔ, του δικαστικού επιμελητή Κ. Κ., στο προσκομιζόμενο από αυτή (αναιρεσείουσα) ακριβές αντίγραφο της ως άνω επιδοθείσας απόφασης (7108/2020), ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου της αναιρεσείουσας για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εφόσον, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της ως άνω υπ' αριθμ. 7108/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτός παρέστη κατά τη συζήτηση της από 30-9-2019 ανακοπής ερημοδικίας και της από 22.1.2020 αντέφεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας (ΑΠ 1305/2020, ΑΠ 145/2019). Συνακόλουθα η ένδικη από 2.9.2021 με αριθμ. κατάθ. .../.../3-9-2021 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης-εφεσίβλητης-αναιρεσείουσας κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 4180/28.8.2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 3.9.2021, εντός, δηλαδή, της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών για την άσκησή της που ορίζεται από την παρ.2 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ, εφόσον η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, που εδρεύει στην ..., άρχισε στις 9.7.2021 (επομένη της ημερομηνίας επίδοσης της υπ' αριθμ. 7108/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) και δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 147 παρ.2 του ΚΠολΔ το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και για τις προθεσμίες της αναίρεσης που ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ (άρθ. 552, 553, 554, 556, 558, 564 παρ.2, 566 παρ.1, 144 και 147 παρ.2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1361/2019). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017). Και στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες α) ότι με το να χαρακτηρίσει τις παρασχεθείσες από την αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία προς αυτήν (αναιρεσείουσα) υπηρεσίες "ως δικηγορικές υπηρεσίες" και την μεταξύ τους ένδικη σχέση "ως αμειβόμενη εντολή" εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 39, 41, 42 και 166 του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και ότι και εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις αυτές με εσφαλμένες, άλλως με ανεπαρκείς κρίσεις, αναφορικά με τη φύση των εργασιών που δέχθηκε ότι παρείχε σ' αυτήν η αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία και αναφορικά με το χαρακτηρισμό της επίδικης σχέσης τους (πρώτο σκέλος του αναιρετικού λόγου) και β) ότι με το να δεχθεί ότι είναι έγκυρη η σύναψη προφορικής συμφωνίας για την αμοιβή της αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας με το σύστημα της χρονοχρέωσης, για τις εξώδικες εργασίες αυτής, που μπορούσαν να εκτελεσθούν και από οποιοδήποτε άλλο εντολοδόχο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 166 και 176 του ισχύοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και ότι επιπρόσθετα στερείται νόμιμης βάσης αναφορικά με τη θεμελίωση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης να αμειφθεί με χρονοχρέωση (δεύτερο σκέλος του αναιρετικού λόγου). Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθότι διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο της αίτησης, επί μέρους, μόνο, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επιλεκτικά και αποσπασματικά, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, (μέρους της 2ης σελίδας του 3ου φύλλου και μέρους της 2ης σελίδας του 5ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης) και δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή (αίτηση), όλες οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές αυτής (που περιέχονται από το 3ο έως και το 6ο φύλλο αυτής), επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Εφετείο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι η μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας σχέση, που καταρτίσθηκε ατύπως, χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή, ότι αυτή αφορούσε δικηγορικές υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης για διεκπεραίωση εξωδικαστικών νομικών υποθέσεων της αναιρεσείουσας, που ανέκυπταν από τη δημιουργία θυγατρικών της επιχειρήσεων σε ... της ..., στο ... και στην ... και ότι συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων μερών η αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία να αμείβεται για τις ως άνω νομικές υπηρεσίες της με το σύστημα της χρονοχρέωσης, αλλά η αναιρεσείουσα περιορίζεται στην ανάπτυξη της κατ' αυτήν ερμηνείας των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων, βάσει των οποίων, κατά τη εκτίμησή της, δεν υπήρχε μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας σύμβαση έμμισθης εντολής και ότι δεν μπορούσε να συμφωνηθεί προφορικά αμοιβή με χρονοχρέωση. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά, στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί (ΑΠ1184/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 39/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α' του ιδίου κώδικα, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ` αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι στην κατ' έφεση δίκη, είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, εκτός αν η προσαγωγή αυτών αποκρουστεί ρητώς από το Εφετείο, διότι, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 779/2019, ΑΠ 1001/2018). Η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό ή μη της προσκόμισης για πρώτη φορά ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση της σχετικής δικονομικής διάταξης του ΚΠολΔ (ΑΠ 779/2019, ΑΠ 1356/2017, ΑΠ 836/2014, ΑΠ 731/2014). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα που προσκόμισε η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία για πρώτη φορά σ' αυτό και αποφάνθηκε ότι η καθυστερημένη προσκόμιση τους δεν οφείλεται σε στρεψοδικία ή βαριά αμέλειά της, χωρίς, όμως, να διευκρινίζει ποία έγγραφα προσκομίσθηκαν από την εκκαλούσα για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό, παραβιάζοντας την διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠολΔ. Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης α) κατά το μέρος που με το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι ο σχετικός αναιρετικός λόγος αναφέρεται στην εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, (ΑΠ 383/2021, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 980/2007) και δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠολΔ δεν είναι διάταξη ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1001/2018, ΑΠ 1927/2017, ΑΠ 731/2014, ΑΠ 1061/2011, ΑΠ 980/2007) και β) κατά το μέρος που με το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, μνημονεύεται ειδικώς σ' αυτή (1η σελίδα 3ο φύλλου) ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της αποδεικνύονται "από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος αποδείξεως Α. Μ., που νομότυπα εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, όλων των εγγράφων που η εκκαλούσα προσκομίζει μετ' επικλήσεως προκειμένου να χρησιμεύσουν για άμεση απόδειξη, ή για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει και έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, αλλά συνοδεύονται από επίσημη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα...καθώς και όσα έγγραφα προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, διότι δεν κρίνεται ότι προσκομίσθηκαν στη δίκη αυτή το πρώτον από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (529 ΚΠολΔ)", Από δε, τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα προσκομισθέντα από την εκκαλούσα νέα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία για τα οποία δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι δεν προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση εκάστου των προσκομισθέντων από την εκκαλούσα νέων αποδεικτικών στοιχείων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στην αναιρεσείουσα αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία. Απορρίπτει την από 2.9.2021 και με αριθ. κατάθ. .../.../3.9.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 4180/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ