Αριθμός 1545/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λεβέντη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3440/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 184/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται....κ.λ.π. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς ενός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση.....κ.λ.π. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασίας ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι τέλος του επομένου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν, και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται, δηλαδή, για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, που συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Ο χρόνος τέλεσης της πράξης προκύπτει από τον χρόνο απασχόλησης και απαιτείται να προσδιορίζεται ειδικότερα μόνο όταν ασκεί επιρροή στην παραγραφή (Ολ. ΑΠ 1/1996). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, τέτοια έλλειψη δεν υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο όμως περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 63173/2005 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, ότι από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος (και ήδη αναιρεσείων), στο Ηράκλειο, από 10/1999-1/2003, σαν εργοδότης επιχείρησης, που απασχολούσε κατά τη μισθολογική περίοδο από 9/99 έως 12, ΔΧ/02 ΕΑ/02 στην επιχείρησή του, με εξαρτημένη εργασίας προσωπικό που υπάγεται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος, δηλ. Σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς το οποίο πρέπει για την ασφάλιση του απασχοληθέντος προσωπικού, να καταβάλλει εισφορές εντός 30 ημερών από του ημερολογιακού τέλους εκάστου μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, τις οποίες όμως δεν κατέθεσε και ως εκ τούτου εξετέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: α) Ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιο ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) 7.214,65 €, δεν κατέβαλε αυτές στον ως άνω Οργανισμό, εντός μηνός αφ' ότου αυτές κατέστησαν απαιτητές. Β) Παρακράτησε ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) 7.214,65 €, με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω οργανισμό και δεν τις κατέβαλε μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, και κατέστη έτσι γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, μή καταβολής α) εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών την οποία μετέτρεψε προς 4.40 ευρώ την ημέρα και συνολική χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με επιτρεπτή συμπλήρωση του αιτιολογικού αυτής από το διατακτικό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, όπως γι' αυτές τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/1967 και 375 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα, κατά τα στη νομική σκέψη εκτεθέντα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, στοιχεία και συγκεκριμένα α) την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη ατομικής επιχείρησης, που απασχόλησε τους ασφαλισμένους υποχρεωτικά στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος, δηλαδή σε οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης υπαγόμενο στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, β) το χρονικό διάστημα που απασχόλησε αυτούς (9ος 1999 έως 12ος 2002), γ) τα συνολικά χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές των ασφαλισμένων, όφειλε να καταβάλει ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές χωρίς να απαιτείται να γίνεται μνεία του αριθμού των απασχοληθέντων σ' αυτόν, του χρονικού διαστήματος που απασχολήθηκε ο καθένας από αυτούς, ως και των αποδοχών που λάμβανε ο καθένας από αυτούς, δ) το χρόνο κατά τον οποίο όφειλε αυτός να καταβάλει τα παραπάνω ποσά και τα παρακράτησε (μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα κατά το οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία). Πρέπει επομένως να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που υποστηρίζει τα αντίθετα, ενώ, ως απαράδεκτος, πρέπει να απορριφθεί ο υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας ίδιος λόγος αναίρεσης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι οι οφειλόμενες εισφορές δεν αφορούν τον ίδιο τον αναιρεσείοντα ατομικά, αλλά την εταιρεία με την επωνυμία "Στέργιος Μαρής ΑΕΒΤΕ", η οποία εδρεύει στο Ηράκλειο, και τελεί υπό εκκαθάριση, της οποίας είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, διότι, με αυτόν, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλειά της παραβίασης, εν μέρει του δεδικασμένου, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τούτο προκύπτει από την 4123/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών και χρηματική ποινή 800 ευρώ για οφειλές της "Στέργιος Μαρής ΑΕΒΕΤΕ", για το χρονικό διάστημα Δεκέμβριο 1999-Δεκέμβριο 2001, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση των εξ αντικειμένου συγκροτούντων την αξιόποινη πράξη πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε η παραπάνω απόφαση, από την οποία προκύπτει, κατά τον αναιρεσείοντα, το δεδικασμένο, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των στοιχείων αυτών, αλλ' ούτε και γίνεται επίκληση του αμετακλήτου της απόφασης αυτής και ιδιαίτερα των αποδεικτικών επίδοσης της ως άνω βεβαίωσης του γραμματέα περί του αμετακλήτου αυτής (απόφασης), είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τον φάκελλο της δικογραφίας, με την παραπάνω απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών με την ιδιότητά του ως Προέδρου του Δ.Σ. της εταιρείας "Στέργιος Μαρής ΑΕΒΤΕ", όπως άλλωστε και ο ίδιος ισχυρίζεται στην αναίρεσή του, και όχι ως εργοδότης ατομικής επιχείρησης, ιδιότητα με την οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος από την μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το είδος τους, όλων των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει, ότι, από αυτά, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στη κρίση ότι το ποσό των εργατικών εισφορών που παρακρατήθηκε από τον αναιρεσείοντα ανέρχεται στο παραπάνω ποσό των 7.214,65 ευρώ, το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι ταυτίζεται με το αναφερόμενο στο κατηγορητήριο ποσό και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση του ....... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3440/2005 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 17 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ