Αριθμός 411/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κορμπάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.33319/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1061/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παραγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 3 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους και να τα καταβάλλει μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζομένους σ' αυτόν και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, που καλύπτει το απασχολούμενο προσωπικό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επομένως, για την πληρότητα της αιτιολογίας, καταδικαστικής για τις ως άνω πράξεις, αποφάσεως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται άλλα πλην των ως άνω απαιτουμένων για τη στοιχειοθέτηση τους περιστατικών. Σε σχέση με το χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών η αναφορά του είναι αναγκαία και ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεως είναι κρίσιμος, μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου αυτών λόγω παραγραφής. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στη προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 33319/2012 απόφαση του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 05/2005 έως 09/2005 με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΘΗΤΑ ΜΙ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΔΙΑΧ/ΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε", με έδρα τον … (23° χιλιόμετρο Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας), απασχολούσε κατά την περίοδο αυτή με εξαρτημένη σύμβαση εργασίας και αμοιβή προσωπικό και συγκεκριμένα μισθωτούς, με συνολικό ύψος αποδοχών 171.225,44 ευρώ, ασφαλισμένους στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων δηλ. σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προς το οποίο έπρεπε, για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού να καταβάλλει τις παρακάτω αναφερόμενες εισφορές, συνολικού ύψους (εργοδοτικές και εργατικές) 75.441,93 ευρώ, μέσα σε τριάντα ημέρες από το τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο εργάσθηκε καθένας από το προσωπικό αυτό. Ειδικότερα: Α] Ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλλει τις αφορώσες το παραπάνω χρονικό διάστημα ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες βάρυναν την ίδια (εργοδοτικές), ύψους 50.294,62 ευρώ, δεν τις κατέβαλε στον παραπάνω οργανισμό μέσα σε ένα (1) μήνα από το χρόνο που μπορούσαν να ζητηθούν, δηλαδή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο και εργάσθηκε καθένας από το προσωπικό αυτό. Β] Αφού παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές αυτών (των παραπάνω μισθωτών), που εργάσθηκαν στην επιχείρηση της (εργατικές) και αφορούσαν το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ύψους 25.147,31 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε μέσα σε ένα (1) μήνα από το χρόνο που μπορούσαν να ζητηθούν, δηλαδή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο και εργάστηκε καθένας από το προσωπικό αυτό και κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό …/2005 ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται οι παραπάνω μισθωτοί." Ακολούθως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ως άνω αξιόποινων πράξεων και τον καταδίκασε σε φυλάκιση και χρηματική ποινή 10 μηνών και 1000 ευρώ για κάθε πράξη, κατέγνωσε δε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών και χρηματικής 1500 ευρώ, μετατρέποντας την ποινή φυλακίσεως σε χρηματική. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο της μη έγκαιρης καταβολής στο ΙΚΑ των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ποσού 50.294,62 και 25147,31 αντιστοίχως, τις οποίες ως εργοδότης της επιχειρήσεως 'ΆΛΦΑ ΒΗΤΑ ΜΙ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΔΙΑΧ/ΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΕ Καφετερία" όφειλε να καταβάλει για το προσωπικό που απασχολήθηκε στην επιχείρηση αυτή με σχέση εξαρτημένης εργασίας, κατά το από 5/2005 έως 9/2005 χρονικό διάστημα, πράξεις που τέλεσε στις 31 -3-2006. Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη και ως προς το χρόνο τελέσεως των ανωτέρω πράξεων, ως προς τον οποίο δεν διευκρινίζεται μεν ο λόγος για τον οποίο προσδιορίζεται μεταγενέστερος [31-3-2006] από το χρόνο απασχολήσεως και απαιτητού των αναφερομένων ως οφειλομένων εισφορών, αφού η απασχόληση του προσωπικού, όπως δέχθηκε η απόφαση, άρχισε το Μάιο του 2005 και διήρκεσε μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2005 και συνεπώς τα εγκλήματα διεπράχθησαν μετά τριάντα ημέρες από το τέλος κάθε μήνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση το αργότερο την 1-11-2005, πλην όμως στη προκείμενη περίπτωση τούτο δεν είναι κρίσιμο, γιατί δεν ανακύπτει ζήτημα εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, καθόσον η υπόθεση εκδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό στις 7-6-2012, όταν, δηλαδή και υπό την εκδοχή του πραγματικού χρόνου τελέσεως την 1-11-2005 δεν είχε συμπληρωθεί [μετ' αναστολήν του χρόνου παραγραφής] οκταετία και δεν είχαν παραγραφεί οι ανωτέρω πράξεις, ενόψει και του ότι α] δεν προβάλλεται επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο μετά την παρέλευση πενταετίας από την 1-11-2005, β] από την επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε το κλητήριο θέσπισμα για να δικασθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις 22-9-2010. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε'ΚΠοινΔ λόγοι της ένδικης αιτήσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στερείται νομίμης βάσεως, προβαλλόμενοι με την ειδικότερη αιτίαση της ασάφειας και αντιφάσεως ως προς το χρόνο τελέσεως των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν συνακολούθως να απορριφθεί κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-9-2012, αίτηση του Γ. Σ., αναιρέσεως της με αριθμό 33319/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (€250)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ