Αριθμός 1372/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Μοίρα, περί αναιρέσεως της 12493/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του και στους από 18 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 421/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρ. 312 του ΠΚ "αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης τιμωρείται.....: α) όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξενεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας του ή που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέλεια ή στην προστασία του ή ανήκε στο σπίτι του δράστη ή...". Το άνω έγκλημα της σωματικής βλάβης ανηλίκου και αδυνάτων προσώπων, κατά την κρατούσα άποψη, δεν αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση του βασικού του άρ. 308 του ΠΚ, αλλά είναι ιδιώνυμο και συνεπώς ενέχει αυθυπαρξία και αυτοτέλεια έναντι της απλής σωματικής βλάβης, από την οποία υπερισχύει, λόγω της σχέσεως ειδικότητας. Υλικό αντικείμενο του άνω εγκλήματος είναι αφενός μεν κάθε ανήλικος από τη γέννησή του μέχρι τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας του, αφετέρου δε κάθε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, δηλαδή άτομα των οποίων η αδυναμία αντιστάσεως οφείλεται στην ανηλικότητα ή στην ιδιοσυστατική "μειονεξία" τους, εφόσον όμως τελούν σε σχέση εξαρτήσεως από το δράστη, ώστε όχι μόνο δεν δύνανται αλλά και δεν τολμούν να αμυνθούν. Συνεχής καθίσταται η σκληρή συμπεριφορά, όχι μόνο με τη δημιουργία μόνιμης κατάστασης, αλλά και με την επίμονη συστηματική επανάληψή της. Ως σκληρή δε συμπεριφορά είναι η προερχόμενη από έλλειψη συναισθήματος έναντι του αδυνάτου, που εκφράζεται αντικειμενικά με την πρόκληση σημαντικών πόνων, οδυνών και βασάνων (σωματικών και ψυχικών), όπως λ.χ. βάναυσες λοιδωρίες, σωματική κακομεταχείριση, συνεχή ραπίσματα, υπερβολική καταπόνηση κ.λπ. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ΄ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε, Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ΄ αυτά. Τέλος , εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό και με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά; Ο κατηγορούμενος στην ... στις 18-12-2004 και από τον αμέσως προηγούμενο χρόνο, με πρόθεση και με συνεχή σκληρή συμπεριφορά, προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του ανηλίκου ... ηλικίας τριών (3) ετών, του οποίου την επιμέλεια είχε η ..., με την οποία ο κατηγορούμενος συζούσε και στον οποίο η τελευταία είχε εμπιστευθεί την προστασία του, καθώς δάγκωνε αυτόν σε διάφορα σημεία του σώματός του και χειροδικούσε σε βάρος του σε τακτά χρονικά διαστήματα, με συνέπεια να προξενήσει σ' αυτόν μώλωπες και κακώσεις. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της κατά τα άνω τελεσθείσης αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης ανηλίκου με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. και επέβαλε σ΄ αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος , τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α 27 παρ.1και 312 περ. α Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα και σε σχέση με την προβαλλόμενη με τον λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αιτίαση ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής γιατί δεν προσδιορίζονται τα "τακτά χρονικά διαστήματα" είναι αβάσιμη διότι ο ως άνω προσδιορισμός ο οποίος συμπλέκεται με το χρόνο τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξεως δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως αυτής. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της (ως προς τους κυρίους και προσθέτους λόγους) ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-1-2006 αίτηση αναιρέσεως του ... καθώς και τους προσθέτους λόγους, για αναίρεση της υπ' αρ. 12493/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ