Αριθμός 1756/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο στην σημερινή δικάσιμο, αλλά εκπροσωπήθηκε στη δικάσιμο της 12-5-2021, από τη Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Η. , κατοίκου ... , 2) Γ. Μ. του Η. , κατοίκου ... , 3) Α. Μ. , χήρας Η. Μ. , κατοίκου ... , οι οποίοι συνεχίζουν την ανοιγείσα δίκη, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος την 8-11-2019 αρχικώς υπό στοιχείο 1 αναιρεσείοντος, Η. Μ. του Δ. , κατοίκου εν ζωή ... , 4) Χ. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , 5) Σ. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , 6) Κ. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , 7) Ι. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , 8) Δ. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Β. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΓΑΣ" που εδρεύει στο Καναλάκι Πρεβέζης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο-Σπυρίδωνα Κατηνιώτη και Ευαγγελία Παπαγεωργίου, με δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Η. , κατοίκου ... , 2) Γ. Μ. του Η. , κατοίκου ... , 3) Α. Μ. , χήρας Η. Μ. , κατοίκου ... , ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Η. Μ. του Δ. , 4) Χ. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , 5) Σ. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , 6) Κ. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , 7) Ι. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , 8) Δ. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, 9) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο στην σημερινή δικάσιμο, αλλά εκπροσωπήθηκε στη δικάσιμο της 12-5-2021, από τη Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2012 αγωγή του Δήμου Πάργας, την από 15-5-2013 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και την από 2-7-2013 πρόσθετη υπέρ του ενάγοντος παρέμβαση του Κληροδοτήματος με την επωνυμία "ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ Β.Ε. ΒΑΣΙΛΑ», που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2014 μη οριστική, 7/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 13-3-2020 αίτησή του και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 25-5-2020 αίτησή του, οι οποίες προσδιορίστηκαν αρχικά προς συζήτηση στη δικάσιμο 12-5-2021. Με τις υπ' αριθμ. 93/2022 και 94/2022 Πράξεις του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, αντίστοιχα για τις παραπάνω αιτήσεις, ορίστηκε, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Α. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Και ναι μεν στο άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (Α.Π.701/2023, Α.Π. 13/2023, Α.Π. 936/2018, Α.Π. 869/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τις 93 και 94/2022 Πράξεις του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού προσδιορίστηκε, για τους λόγους που εκτίθενται στις ως άνω Πράξεις και συνίστανται στην αδυναμία έκδοσης απόφασης επί των από 13-3-2020 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων 15/2020 και από 25-5-2020 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων 20/2020 αιτήσεων αναιρέσεων που είχαν συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 12.5.2021, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με σκοπό την επανάληψη της συζήτησης. Με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η 313/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Πρέπει δε να συνεκδικασθούν λόγω της συνάφειας τους, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά την επανασυζήτηση της υπόθεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν εμφανίστηκε το αναιρεσείον στην πρώτη αναίρεση και ένατο αναιρεσίβλητο στη δεύτερη αναίρεση Ελληνικό Δημόσιο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. τα από 31.3.2022 αποδεικτικά επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου Σ. Β. ), το οποίο είχε παραστεί και καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης, κατά την δικάσιμο της 12-5-2021. Επομένως θα θεωρηθεί παρόν και κατά τη νέα συζήτηση, κατά τα ανωτέρω, και ως αναιρεσείον και ως αναιρεσίβλητο. Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ.δ' Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατ' άρθρο 573 παράγραφος 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 27/1987, Α.Π 683/2022, Α.Π 522/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 13-3-2020 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στις 4-6-2020 από το Ελληνικό Δημόσιο με την σύνταξη της υπ’αριθμ. 15/2020 έκθεσης κατάθεσης δικογράφου, του οικείου γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων, απευθύνεται, μεταξύ άλλων και κατά του Η. Μ. του Δ. (πρώτου αναιρεσιβλήτου) ως αντιδίκου στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 313/2018 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ενώ η από 25-5-2020 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΓΑΣ», που ασκήθηκε στις 26-6-2020 με την σύνταξη της υπ’αριθμ. 20/2020 έκθεσης κατάθεσης δικογράφου, του οικείου ως άνω γραμματέα, απευθύνεται, μεταξύ άλλων, κατά των Σ. Μ. του Η. , Γ. Μ. του Η. και A. χήρας Η. Μ. , ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 8-11-2019 Η. Μ. του Δ. . Κατά την συζήτηση της πρώτης αίτησης αναίρεσης κατά την δικάσιμο της 12-5-2021 αντί του ως άνω αναιρεσίβλητου Η. Μ. παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αντώνιος Ρουπακιώτης ο οποίος δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Η. Μ. απεβίωσε στις 8-11-2019 δηλαδή πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης όπως αποδεικνύεται, από το προσκομιζόμενο από 19-6-2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος Δ.Ε Φαναρίου Πάργας και ότι την δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, τους οποίους εκπροσωπεί, Σ. Μ. του Η. , Γ. Μ. του Η. και A. χήρα Η. Μ. , όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) το υπ’αριθμ. ... /…2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Η. Μ. , β) το υπ’αριθμ. πρωτ. ... /19-6-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του αποβιώσαντος Η. Μ. του Δήμου Πάργας. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη ως κληρονόμων του αποβιώσαντος ως άνω αναιρεσίβλητου περί γνωστοποίησης στο αναιρεσείον του θανάτου αυτού κατά το προ της ασκήσεως της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, προκύπτει ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου προ της ασκήσεως της αναιρέσεως. Επομένως, ενόψει των παραπάνω συνεχίζεται νομίμως στο όνομα των προαναφερομένων καθολικών κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Η. Μ. , η εκούσια επανάληψη της διακοπείσας βίαια, λόγω του θανάτου, δίκης . Κατά το άρθρ. 556 § 2 Κ.Πολ.Δ. δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή μερικά κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ηττηθείς διάδικος έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, το οποίο προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου. Η βλάβη, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του. Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ.68), εφόσον, δε, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π 1215/2020, ΑΠ 1368/2010, ΑΠ 1663/2010). Εξ’ άλλου, με την άσκησή της, κατά το άρθρο 79 του ΚΠολΔ, κυρίας παρέμβασης, με την οποία ο παρεμβαίνων αντιποιείται εν όλω ή εν μέρει το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης, ναι μεν ο παρεμβαίνων καθίσταται αντίδικος των αρχικών διαδίκων, πλην όμως δε δημιουργείται και σχέση ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων (Α.Π 470/2008, Α.Π 847/2007, Α.Π. 807/2005). Κατά δε το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Η συνεκδίκαση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Έτσι με την συνεκδίκαση δεν μεταβάλλονται οι ενάγοντες ή οι εναγόμενοι κλπ των συνεκδικαζομένων υποθέσεων σε ομόδικους. Τούτο περαιτέρω σημαίνει, ότι δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που εκδόθηκε επί των συνεκδικαζομένων δικών έχει κάθε διάδικος εκάστης από τις αυτοτελείς συνεκδικαζόμενες δίκες, ο οποίος οφείλει να απευθύνει αυτό κατά του αντιδίκου του στην ίδια αυτοτελή δίκη και όχι κατά των διαδίκων των άλλων συνεκδικαζομένων δικών (ΑΠ 594/2018, ΑΠ 1134/2014, ΑΠ 605/2013, ΑΠ 1355/2004). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 25-10-2012 (αριθ. έκθ. κατ. 70/2012) αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, απευθυνόμενη κατά των εναγομένων, το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Πάργας" ζητούσε, να αναγνωρισθεί κύριο του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν, επικαλούμενο ότι με την από 1-12-1924 ιδιόγραφη διαθήκη του ο αποβιώσας στις 12-2-1928 Β. Β. , συνέστησε υπέρ αυτού, κληρονομικό καταπίστευμα, στο ακίνητο αυτό και ότι η βεβαρημένη Μ. συζ. Κ.. Σ. και οι αναφερόμενοι τρίτοι, μετά το θάνατο του διαθέτη, με τα νομίμως μεταγραφέντα συμβόλαια, που αναφέρονται, μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως, το εν λόγω ακίνητο στους εναγόμενους. Ότι οι δικαιοπραξίες αυτές ήταν άκυρες, διότι η πωλήτρια Μ. Β. στερούνταν της εξουσίας διαθέσεως του επιδίκου ακινήτου και οι λοιποί δεν ήταν κύριοι αυτού. Το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ Β.Ε. ΒΑΣΙΛΑ», άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, την από 2-7-2013 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 29/2013) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος Δήμου Πάργας και κατά των εναγόμενων της κύριας δίκης, με την οποία (πρόσθετη παρέμβαση) παρενέβη στην ανοιγείσα δίκη, επικαλούμενο έννομο συμφέρον και ζητούσε να γίνει δεκτή η αγωγή. Ακόμη το Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας την από 15-5-2013 κύρια παρέμβαση, στρεφόμενη κατά των διαδίκων της κύριας δίκης, με την οποία (κυρία παρέμβαση) παρενέβη στην ανοιγείσα με την παραπάνω αγωγή δίκη, επικαλούμενο ιδία κυριότητα επί του επιδίκου, ως δημόσιο κτήμα το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του από το Οθωμανικό Δημόσιο, στο οποίο ανήκε ως δημόσια γαία και ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητα του σ'αυτό. Επί των ως άνω αγωγής, κύριας παρέμβασης και πρόσθετης παρέμβασης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 7/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια αγωγή ως αόριστη και έγινε δεκτή η κύρια παρέμβαση ως βάσιμη κατ' ουσία και αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και καθού η κυρία παρέμβαση "ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΓΑΣ», άσκησε την από 26-10-2015 έφεση και οι εναγόμενοι και λοιποί καθών η κυρία παρέμβαση άσκησαν την από 24-11-2015 έφεση. Οι εφέσεις αυτές συνεκδικάστηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία επί των οποίων εκδόθηκε η 313/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία η μεν από 26-10-2015 έφεση (του Δήμου Πάργας) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (διότι δεν αφορούσε την αποδοχή της κύριας παρέμβασης ούτε επικαλείτο κάποιο λόγο που να δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και κατά το μέρος που έκανε δεκτή την εναντίον του κυρία παρέμβαση) και η από 24-11-2015 έφεση (Η. Μ. κ.λ.π.), απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του εφεσιβλήτου " Δήμου Πάργας" και του Κληροδοτήματος "Δ.Ε Β. " (ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι η εκκαλουμένη απέρριψε την κύρια αγωγή. Κατά τα λοιπά δέχθηκε τυπικά και απέρριψε την από 26-10-2015 έφεση και δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την από 24-11-2015 έφεση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Εξαφάνισε την υπόθεση και δίκασε επί της από 9-12-2005 κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου την οποία απέρριψε ως αβάσιμη. Περαιτέρω, η από 25-5-2020 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Πάργας" κατά του Ελληνικού Δημοσίου είναι απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με βάση τα όσα αμέσως παραπάνω αναφέρονται σε συνδυασμό και με όσα στην οικεία νομική σκέψη εκθέτονται, και αφού ληφθεί υπόψη ότι στο αναιρετήριο, το ως άνω αναιρεσείον, δεν επικαλείται κανένα λόγο αναίρεσης ως προς την απόρριψη της έφεσής του κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως απαράδεκτης. Περαιτέρω δεν επικαλείται βλάβη με τους δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος του δεύτερου σκέλους του και τέταρτο και έκτο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 11, 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικούς λόγους, που προσβάλλει την πληττόμενη απόφαση του Εφετείου, ως προς την απόρριψη της κυρίας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου και κατ'αυτού (Δήμου) και δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Εφετείο απέρριψε την κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου δεν περιέχει καμία διάταξη επιβλαβή γι'αυτό. Εξάλλου, δεν δημιουργείται σχέση ομοδικίας μεταξύ αυτού και του κυρίως παρεμβάντος, σύμφωνα με όσα παραπάνω έχουν αναφερθεί όπως απαραδέκτως ισχυρίζεται. Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης, κατά τα λοιπά ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) γι αυτό και είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών», οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών (βλ. ΑΠ 1056/2013), ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ., η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Κατά το άρθρο 2 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" οι καθαρής κυριότητας (ιδιόκτητοι γαίαι) είναι α) τα εν χωρίοις και κώμαις κείμενα οικόπεδα, καθώς και αι εις τον περίβολον των ευρισκόμενοι γαίαι, αίτινες δεν δύνανται να ώσι περιπλέον του ημίσεως στρέμματος και θεωρούνται ως συμπλήρωμα της κατοικίας, β) αι γαίαι αι αποσπασθείσαι από δημοσίας γαίας και τη αδεία του ιερού νόμου υπαχθείσαι εις την αληθή ιδιοκτησίαν τινός, ίνα κατέχονται κατά τους διαφόρους τρόπους της κυριότητας. γ) αι δεκατιζόμεναι γαίαι, και δ) αι φορολογούμεναι γαίαι, οι γαίες δηλαδή που είχαν μείνει στην κατοχή των κατοίκων μη μουσουλμάνων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξούσιαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο (βλ. Ολ.Α.Π. 1/2013, Α.Π 1931/2022, ΑΠ 1806/2006). Περαιτέρω, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των οθωμανικών γαιών αποδεικνύονταν με τους σχετικούς οθωμανικούς τίτλους, οι κυριότεροι των οποίων αναφέρονταν στα "ταπιά" και στα "χοτζέτια». Τα ταπιά ήταν τα χαρακτηριζόμενα από το άρθρ. 8 του οθΝπΓαιών/1858 και το άρθρ. 14 του οθΝπΤαπίων/1859 ως "δηλωτικά" (δηλαδή αποδεικτικά) της νόμιμης κτήσης του δικαιώματος "εξουσίασης" (tasarruf) επί των δημόσιων οθωμανικών γαιών έγγραφα του αυτοκρατορικού Κτηματολογίου, τα οποία έφεραν στο άνω μέρος τους την αυτοκρατορική "τούγρα" (δηλαδή το συμπλεγμένο σουλτανικό μονόγραμμα) και είχαν ως επίτιτλο τους ρητούς χαρακτηρισμούς που προσδιόριζαν το ειδικότερο περιεχόμενο τους: "tapu senedi" (τίτλος ταπίου), κατηγορία γαιών "arazi-i-emiriye" (δημόσια γη), ενώ έπρεπε να αναγράφουν την υποδιοίκηση, το χωρίο στο οποίο βρίσκονταν οι γαίες, τα όρια και την έκτασή τους σε στρέμματα, να σφραγίζονται δε με την ειδική σφραγίδα του αυτοκρατορικού Κτηματολογίου. Η μορφή των ιδιοκτησιακών αυτών εγγράφων αναγνωρίστηκε από τον οθΝπΓαιών του 1858 ως αποκλειστικός τύπος Τίτλων που παρείχαν στους δικαιούχους αυτών το ιδιόρρυθμο δικαίωμα της "εξουσίασης»- το οποίο, μολονότι δεν αναφερόταν ρητά, από τα εννοιολογικά του στοιχεία προέκυπτε ότι μπορούσε να θεωρηθεί εμπράγματης μορφής- επί των δημόσιων γαιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν οι αγροί, οι λειμώνες, οι χειμερινές βοσκές, τα δάση (άρθρ. 3 του οθΝπΓαιών/1858). Τυπική προϋπόθεση για την ενάσκηση του παραπάνω δικαιώματος αποτελούσε η υποχρέωση των δικαιούχων να εφοδιαστούν με τίτλους ταπίων που είχαν τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά και χορηγούνταν, αφού καταβαλλόταν το οριζόμενο έναντι του παραχωρούμενου δικαιώματος ποσό χρημάτων. Μεταξύ των δικαιούχων που είχαν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την παραχώρηση του δικαιώματος "εξουσίασης" ήταν και αυτοί που είχαν αποκτήσει το εν λόγω δικαίωμα μετά από νομότυπη "μεταβίβαση" ή "οιονεί αγοραπωλησία" (ferag) και δεν τους είχε ακόμη χορηγηθεί σχετικός ιδιοκτησιακός τίτλος (tapu). H μεταβίβαση αυτή (άρθρ.36 οθΝπΓαιών), κατά την ορθότερη ερμηνευτική απόδοση, χαρακτηρίζεται ως "παραχώρηση" από ιδιώτη σε ιδιώτη, η οποία αντιδιαστελλόταν από την κύρια "παραχώρηση" του άρθρ. 3 του οθΝπΓαιών από το οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτη (miri). Η τελείωση της "παραχώρησης" επερχόταν ύστερα από άδεια του ειδικού υπαλλήλου του επαρχιακού ειδικού Κτηματολογίου, η οποία αποτελούσε τη μόνη απαραίτητη τυπική προϋπόθεση για την εγκυροποίηση της "παραχώρησης" (μεταβίβασης) του δικαιώματος της "εξουσίασης" από τον εξουσιαστή της δημόσιας γαίας σε οποιονδήποτε είτε δωρεάν είτε με "γνωστό" (ορισμένο) τίμημα. Συνεπώς, τα ταπιά, ως δημόσια έγγραφα, είτε με τη μορφή του οριστικού ιδιοκτησιακού τίτλου του κεντρικού οθωμανικού Κτηματολογίου είτε με τη μορφή του προσωρινού ιδιοκτησιακού τίτλου των τοπικών γραφείων του κεντρικού Κτηματολογίου, αποδείκνυαν τη νόμιμη κτήση του δικαιώματος " εξουσίασης" των κατόχων τους επί των δημόσιων γαιών. Σε αντίθεση με τα ταπιά, που ήταν αποδεικτικοί τίτλοι μεταβίβασης δικαιώματος "εξουσίασης" επί των δημόσιων οθωμανικών γαιών και δεν προσπόριζαν στον κάτοχο τους δικαίωμα κυριότητας, παρά μόνο χρήσης και κάρπωσης αυτών, τα "χοτζέτια», ως μορφές ιδιοκτησιακών Τίτλων, αποτελούσαν κυρίως τις επικυρωτικές ή αναγνωριστικές αποφάσεις των μουσουλμανικών ιεροδικείων, που συντάσσονταν ενώπιον του ιεροδίκη και μαρτύρων και αφορούσαν κυρίως σε αγοραπωλησίες αστικών συνήθως ακινήτων ή κτημάτων πλήρους ή τέλειας κυριότητας. ( Α.Π. 588/2016). Τέλος, τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο Ν.2074/1920 "περί των εν νέαις χώραις κοινοτικών γαιών», εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο. Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ.1 της Συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 ΝΔ. (Α.Π. 1983/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, Α.Π 37/2021). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, Α.Π 37/2021). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Επίσης, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006 Α.Π 37/2021).Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος δηλαδή αυτός ιδρύεται, ως προς την πρώτη περίπτωση, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επιμέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λαμβάνονται υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007). Για το ορισμένο του λόγου απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια ποια πράγματα δέχτηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχτηκε χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης ( Α.Π 573/2021,Α.Π1211/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας ( Α.Π 1697/2022, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 212/2010). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο έκτασης 49.873 τ.μ, βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Αχέρωντα στην Δημοτική Κοινότητα Αμμουδιάς, Φαναρίου του Δήμου Πάργας, της Περιφερειακής Ενότητας Πρέβεζας, όπως εμφαίνεται στο από Αυγούστου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού της κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Πρέβεζας Π. Κ. , με τα στοιχεία 1-2-3-4 και συνορεύει ανατολικά στην πλευρά με στοιχεία 3-4, μήκους 299 μ. κατά ένα μέρος με χερσολίβαδο με αριθμό 10 και κατά ένα μέρος με λιβάδι με αριθμό 9, δυτικά σε πλευρά με στοιχεία 1-2 μήκους 2…33,70 μ, κατά ένα μέρος με το με αριθμό … κληροτεμάχιο, κατά ένα μέρος με το με αριθμό … κληροτεμάχιο κατά ένα μέρος με το με αριθμό … κληροτεμάχιο και κατά ένα μέρος με το με αριθμό … κληροτεμάχιο, βόρεια σε πλευρά με στοιχεία 2-3 μήκους 192,43 μ. με πρανές αναχώματος και πέραν αυτού με κοινοτική Οδό που συνδέει τον οικισμό της Αμμουδιάς με εθνική Οδό και νότια σε πλευρά με στοιχεία 1-4 μήκους 188.86 μ. με τον ποταμό Αχέροντα. Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί τμήμα του αγροκτήματος Σπλάντζας Αμμουδιάς Φαναριού και κατά το μεγαλύτερο μέρος του είναι μη καλλιεργήσιμη ελώδης - βαλτώδης έκταση. Για το λόγο αυτό δεν καλλιεργήθηκε, παρά μόνο για ορισμένα χρονικά διαστήματα κατά τη δεκαετία του 1960 με ρύζι, ενώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες χρησιμοποιούνταν για τη βοσκή των ζώων. Το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του, καθώς αυτό κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας αποτελούσε δημόσια γαία και περιήλθε σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους. Ωστόσο από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε η ιδιότητα του επιδίκου ως δημόσια γαία, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτό, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας αποτελούσε καθαρής κυριότητας (ιδιόκτητη) γαία και συγκεκριμένα αποτελούσε τμήμα του Τσιφλικιού Σπλάντζας. Ως τσιφλίκια θεωρούνται, σύμφωνα με τον Οθωμανικό νόμο περί Γαιών του 1858, μεγάλα αγροκτήματα, που περιλαμβάνουν χωριά, δάση, αγρούς, φυτείες, κ.λ.π. Η έκταση αυτή, ως ιδιωτική, είχε παραχωρηθεί, κατά κυριότητα, στους απώτερους δικαιοπαρόχους των καθ' ων η κύρια παρέμβαση (δεύτερο έως όγδοο) και ειδικότερα είχε παραχωρηθεί, τμηματικά, από τον Οθωμανό Σ. μπινί Τ. Μ. , στα τέκνα του Ε. Β., Α., Κ., Κ., Γ., Σ. και Β. , δυνάμει έγγραφων Τίτλων κυριότητας, οι οποίοι εκδόθηκαν και σημειώθηκαν στα τηρούμενα στη Γενική Διεύθυνση Κτηματολογίου κτηματολογικά βιβλία. Και ναι μεν οι τίτλοι αυτοί δεν προσκομίζονται από τους ως άνω καθ' ων η κύρια παρέμβαση, διότι αυτοί έχουν απωλεσθεί, η ύπαρξη τους όμως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτούς (καθών η κυρία παρέμβαση) σε επίσημη επικυρωμένη μετάφραση από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα, δημόσια έγγραφα και ειδικότερα από το από 14-2-2014 και με αριθμό ... έγγραφο του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου της Γενικής Διεύθυνσης Κτηματολογίου και Υποθηκοφυλακείου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Τουρκίας και την από 11-9- 2014 βεβαίωση εγγραφής Τίτλων της ίδιας ως άνω Γενικής Διεύθυνσης Κτηματολογίου. Σύμφωνα με το πρώτο από τα ως άνω έγγραφα σε έρευνα που διεξήχθη σε ηλεκτρονικό περιβάλλον ανευρέθηκε εγγραφή τίτλου κυριότητας (ταπί) στο όνομα του Ε. Β. και των τέκνων αυτού στο Τσιφλίκι Σπλιάντζα της επαρχίας Μαργαριτίου, ενώ στο δεύτερο έγγραφο δηλαδή στη βεβαίωση εγγραφής τίτλου (αντίγραφα τίτλου ακινήτου) αποτελούμενης από δύο φύλλα, που εμπεριέχει δέκα εγγραφές, περιγράφονται δέκα τίτλοι, σύμφωνα με τους οποίους παραχωρήθηκαν στα τέκνα του Ε. Β. Α., Κ., Κ., Γ., Σ. και Β. από τον Σ. μπιν-ι Τ. Μ. , δέκα αγροτεμάχια από το Τσιφλίκι Σπλάντζα στην Κοινότητα Φαναρίου Επαρχίας Μαργαριτίου στον Νομό Πρέβεζας, στην τοποθεσία Αμμουδιάς, συνολικής έκτασης 98 στρεμμάτων, οι τίτλοι δε αυτοί φέρονται εγγεγραμμένοι με σειρά από 3 έως 10, στον τόμο 32 και σελίδα 2501. Επίσης, σύμφωνα με το από 11-4-2016 (αριθ. ... -105/Ε.837346) έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Κτηματολογίου και Υποθηκοφυλακείων - Γενικής Διοίκησης Τίτλων, που υπογράφει ο Μ. Μ. Γ. , επιβεβαιώνεται η εγκυρότητα των αναφερόμενων στο παραπάνω από 15-9-2014 με αριθμό ... έγγραφο της Διεύθυνσης Τμήματος Αρχείου εγγραφών τίτλου και ειδικότερα διευκρινίζεται ότι οι εγγραφές αυτές των Τίτλων, που παραδόθηκαν στους ενδιαφερομένους, εξήχθησαν από τα βιβλία εγγραφών Ζαμπίτ, τα οποία τηρούνταν από την υπηρεσία Ντεφτέρ Χανέ κατά την Οθωμανική περίοδο και ότι τα βιβλία εγγραφών Ζαμπίτ, που αφορούν την περίοδο μεταξύ 1263 (1847) και 1334 (1918) και για τις περιοχές εκτός συνόρων, τηρούνται σήμερα στη Διοίκηση Τμήματος Αρχείου της Γενικής Διεύθυνσης Κτηματολογίου και Υποθηκοφυλακείου, καθώς και ότι οι εγγραφές του αρχείου έχουν ισχύ και είναι νόμιμες και παραδίδονται αντίγραφα αυτών σύμφωνα με τα βιβλία εγγραφών Ζαμπίτ στους νόμιμους κατόχους δικαιωμάτων. Επίσης αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο ότι τα βιβλία εγγραφών Ζαμπίτ, που βρίσκονται στο αρχείο τους, έχουν προέλθει από το Ντεφτέρ Χακανί και οι εγγραφές Τίτλων που εξάγονται από αυτά κατά την ημερομηνία εγγραφής των εν λόγω Τίτλων προσέδιδαν πλήρη και αδιαμφισβήτητη κυριότητα στους κατόχους των εγγραφών αυτών. Σε περίπτωση δε που οι τίτλοι που εκδίδονταν δυνάμει των αρχικών εγγραφών στα μητρώα επί οθωμανικής περιοχής είχαν απωλεσθεί, αντίγραφα (προς αντικατάσταση των απωλεσθέντων) αυτών δίνονταν σύμφωνα με τα βιβλία εγγραφών Ζαμπίτ που τηρούνται στο αρχείο τους. Τα εν λόγω αντίγραφα που δεν είναι (ως μορφή) τίτλοι ιδιοκτησίας με αυτοκρατορική σφραγίδα υπογράφονται και θεωρούνται νόμιμα με βάση τα βιβλία εγγραφών Ζαμπίτ και εμπεριέχουν την ημερομηνία γέννησης του δικαιώματος, τον αριθμό σειράς, την περιοχή και όρια και ιδιοκτήτη στον οποίο ανήκουν τον τρόπο απόκτησης και τον τύπο και έκταση αυτών, στοιχεία τα οποία περιέχει και το προσκομιζόμενο από τους καθ' ων η κύρια παρέμβαση έγγραφο και συγκεκριμένα η ως άνω βεβαίωση εγγραφής τίτλου (αντίγραφα τίτλου ακινήτου). Τέλος επιβεβαιώνεται στο ίδιο ως άνω έγγραφο, ότι σύμφωνα με τις επίδικες εγγραφές τίτλου, ως ιδιοκτήτες των αναφερόμενων σ' αυτούς ιδιοκτησιών φαίνονται οι κληρονόμοι του Ε. Β. και τα ακίνητα αυτά παραχωρήθηκαν σε αυτούς από τον Σελίμ μπιν Τζελίλ Μαχτόρ. Με βάση τα παραπάνω έγγραφα αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση κατά την Οθωμανική περίοδο ήταν ιδιωτική περιουσία (καθαρής κυριότητας) που είχε παραχωρηθεί το έτος 1888 στα ανωτέρω τέκνα του Ε. Β. . Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η αναφερόμενη στους ως άνω τίτλους έκταση ταυτίζεται με την επίδικη έκταση των 49,870 τ,μ., γεγονός το οποίο συνάγεται από το ότι ορισμένα από τα σταθερά όρια του ακινήτου, όπως είναι ο δρόμος και ο ποταμός (Αχέροντας) είναι τα ίδια τόσον με τα όρια που περιγράφονται στους ως άνω τίτλους των καθ' ων η κύρια παρέμβαση, όσον και με αυτά που αναφέρονται στο επικαλούμενο και ενσωματωμένο στην κύρια παρέμβαση τοπογραφικό διάγραμμα του Π. Κ. . Ειδικότερα τα αναφερόμενα στους ως άνω τίτλους όρια των παραχωρούμενων ακινήτων είναι ο ποταμός (Αχέροντας), λόφος, δρόμος και οι ιδιοκτησίες Οθωμανών, όπως του Κιαζήμ Μπέη. Μουσταφά Ιμπραχήμ, Μαϊγέ Ντελή. Μαχμούτ Εφέντη, Μουσταφά Μπάμπο και Μεχμέτ Τζαμπαγέρ, ενώ τα όρια της επίδικης έκτασης, όπως αυτά αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Π. Κ. είναι επίσης ο ποταμός Αχέροντας, χερσολίβαδο και λιβάδι, διάφορα κληροτεμάχια και δρόμος. Άλλωστε από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι αδελφοί B… είχαν και άλλη ιδιοκτησία στην περιοχή της Αμμουδιάς. Επίσης η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας αποτελούσε καθαρή ιδιοκτησία και ως τέτοια είχε παραχωρηθεί στην οικογένεια Β… ενισχύεται και από το γεγονός ότι, μετά την απελευθέρωση, κατά την απαλλοτρίωση του αγροκτήματος Αμμουδιάς που διατάχθηκε με την 191/1936 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Παραμυθίας, εξαιρέθηκε από αυτήν (απαλλοτρίωση) έκταση 134.938 τ.μ. υπέρ των ιδιοκτητών αυτής Κ. Π., Μ. συζύγου Κ. Σ. το γένος Β. και Α. Β. . Επίσης με την 39/1955 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Πρέβεζας η ως άνω εξαιρεθείσα έκταση των 134.938 τ.μ, που έλαβε αριθμό τεμαχίου 8, ανήκουσα κατά τα 3/5 εις τον Κιαζήμ Πασά και κατά τα 2/5 στις αδελφές Α. Β. και Μ. Σ. το γένος Β. , αναγνωρίσθηκε ότι η ανήκουσα στον Κιαζήμ Πασά ιδιοκτησία (3/5) περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, διότι, μετά τη διαπίστωση ότι ο ανωτέρω ιδιοκτήτης μετανάστευσε λάθρα στο εξωτερικό, θεωρήθηκε ως εγκαταλειφθείσα ιδιοκτησία, ενώ τα υπόλοιπα 2/5 ότι ανήκουν στις αδελφές B.. Σημειωτέον ότι κατά τη συνεδρίαση της εν λόγω επιτροπής είχαν εκπροσωπηθεί οι αδελφές Β. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιβάν Κυριακή. Στη συνέχεια συντάχθηκε το από 8/18-9-1959 πρωτόκολλο οριστικού διαχωρισμού της αρμόδιας επί του διαχωρισμού Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο η ως άνω έκταση διαχωρίσθηκε σε δύο τμήματα, τα οποία έλαβαν αριθμούς 280 που αντιστοιχούσε στο μερίδιο του Κιαζήμ Πασά και το οποίο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως εγκαταλειφθείσα έκταση και 281 που αντιστοιχούσε στο μερίδιο των αδελφών Β. . Σημειώνεται εδώ ότι ο ως άνω Κιαζήμ Πασάς είναι ένας από τους αναφερόμενους ως όμορος ιδιοκτήτης των παραχωρούμενων στα τέκνα Ε. Β. ακινήτων με τους ως άνω τίτλους, γεγονός που, επίσης, συνηγορεί ότι η έκταση αυτή ταυτίζεται με την επίδικη έκταση. Το με αριθμό 281 τεμάχιο, εκτάσεως 54.000 τ.μ. (έκταση η οποία αντιστοιχεί στα 98 στρέμματα επί οθωμανικής νομοθεσίας, καθώς η αντιστοιχία είναι 1 προς 1600), αποτελεί το επίδικο ακίνητο, του οποίου η έκταση μετά τη διάνοιξη της δημοτικής οδού που ενώνει την Αμμουδιά με την Εθνική Οδό ανέρχεται σε 49.873 τ.μ., όπως αυτή αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Π. Κ. , ο οποίος μάλιστα, κατά την κατάθεσή του ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διευκρίνισε ότι για τον προσδιορισμό της έκτασης του επιδίκου υπολόγισε (αφαίρεσε) την έκταση που κατελήφθη για την διάνοιξη του δρόμου και τη δημιουργία των πρανών του δρόμου. Σημειώνεται τέλος, ότι από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μετά την απελευθέρωση και επί σειρά ετών το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στην κατοχή των αδελφών Β. , τέκνων του Ε. Β. και των κληρονόμων τους, μέχρι το έτος 1977 και 1978 οπότε οι 1) Β. σύζυγος Δ. Π. το γένος Λ. Κ., 2) Ι. - Δ. Κ. του Λ., 3) Μ. χήρα Κ. Σ. το γένος Κ. Β. και 4) Σ. χήρα Α. Λ. μεταβίβασαν οι μεν τρεις πρώτοι με το υπ' αριθ. 31797/1977 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Γεωργίου Κασίμη, το ποσοστό τους επί του επίδικου ακινήτου στους δεύτερο έως και όγδοο των καθ' ων η κύρια παρέμβαση, η δε τέταρτη με το υπ' αριθ. ... /1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Μπέλλου, το ποσοστό της επί του επιδίκου στον δεύτερο των καθ' ων η κύρια παρέμβαση. Με βάση όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας αποτελούσε καθαρή ιδιοκτησία (μούλκι), ανήκουσα στον Οθωμανό Σ. μπινι Τ. Μ. , ο οποίος το παραχώρησε με έγγραφους τίτλους στα τέκνα του Ε. Β. και όχι δημόσια γαία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο και συνεπώς δεν περιήλθε σ' αυτό μετά απελευθέρωση και την εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, το έτος 1914, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους. Έπρεπε, επομένως, η κύρια παρέμβαση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αντίθετα και έκαμε δεκτή την κύρια παρέμβαση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε το κυρίως παρεμβαίνον κύριο του επίδικου ακινήτου, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της από 24-11-2015 έφεσης. Πρέπει, επομένως, η ένδικη από 24-11-2015 έφεση να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία, βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση . Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου η κύρια παρέμβαση πρέπει αυτή ν'απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν». Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση των καθών η κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, καθό μέρος δέχθηκε την ως άνω κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, απέρριψε αυτή κατ'ουσίαν. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο έκτασης 49.873 τ.μ., βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Αχέρωντα στην Δημοτική Κοινότητα Αμμουδιάς, Φαναρίου του Δήμου Πάργας και αποτελεί τμήμα του αγροκτήματος (τσιφλικιού) Σπλάντζας Αμμουδιάς Φαναρίου και κατά το μεγαλύτερο μέρος του είναι μη καλλιεργήσιμη ελώδης -βαλτώδης έκταση. Ότι, για το λόγο αυτό, δεν καλλιεργήθηκε, παρά μόνο για ορισμένα χρονικά διαστήματα κατά τη δεκαετία του 1960 με ρύζι, ενώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες χρησιμοποιούνταν για τη βοσκή των ζώων. Ότι η έκταση αυτή, κατά την Οθωμανική περίοδο δεν ήταν δημόσια γαία, και συνεπώς δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο μετά την απελευθέρωση και την εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, το έτος 1914, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους. Αντιθέτως, κατά την Οθωμανική περίοδο η έκταση αυτή ήταν ιδιωτική. Ότι είχε παραχωρηθεί κατά κυριότητα στους απώτερους δικαιοπαρόχους των καθ' ων η κύρια παρέμβαση, τμηματικά, από τον κατέχοντα αυτήν ως κύριος αυτής Οθωμανό Σ. μπινί Τ. Μ. , στα τέκνα του Ε. Β., Α., Κ., Κ., Γ., Σ. και Β. , δυνάμει έγκυρων έγγραφων Τίτλων κυριότητας, με ημερομηνία Φεβρουάριο 1303, αντίστοιχο με το έτος 1888 του ισχύοντος ημερολογίου, οι οποίοι (τίτλοι) εκδόθηκαν και σημειώθηκαν στα τηρούμενα στη Γενική Διεύθυνση Κτηματολογίου κτηματολογικά βιβλία. Ότι μετά την απελευθέρωση και επί σειρά ετών το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στην κατοχή των αδελφών Β. , τέκνων του Ε. Β. και των κληρονόμων τους, μέχρι το έτος 1977 και 1978 οπότε οι 1) Β. σύζυγος Δ. Π. το γένος Λ. Κ., 2) Ι. - Δ. Κ. του Λ., 3) Μ. χήρα Κ. Σ. το γένος Κ. Β. και 4) Σ. χήρα Α. Λ. με τα υπ' αριθ. 31797/1977 και υπ' αριθ. ... /1978 συμβόλαια που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασαν τα ποσοστά τους επί του επιδίκου ακινήτου αντίστοιχα, στους δεύτερο έως και όγδοο των καθών η κύρια παρέμβαση. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 130 και 131 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν, αναφορικά με την απόρριψη από την προσβαλλόμενη απόφαση του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί κτήσεως κυριότητας αυτού στο επίδικο, ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, στο οποίο ανήκε ως δημόσια γαία, με το να δεχθεί ότι "το επίδικο ακίνητο εμβαδού 46.873 τ.μ είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος του μη καλλιεργήσιμη ελώδης- βαλτώδης έκταση" και στη συνέχεια να δεχθεί εσφαλμένα ότι "τα επίδικα δεν αποτελούσαν κατά την τουρκοκρατία δημόσια γαία, αλλά γαία καθαρής ιδιοκτησίας, μουλκ και ως εκ τούτου δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του τουρκικού κράτους" και επίσης ότι το επίδικο αυτό, "ως ακίνητο καθαρής ιδιοκτησίας "μούλκιο" ήδη από το έτος 1888 είχε παραχωρηθεί τμηματικά κατά κυριότητα στους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων (τέκνα του Ε. Β. ) από τον Οθωμανό ιδιώτης Σ. μπιν-ι Τ. Μ. , δυνάμει εγγράφων Τίτλων κυριότητας που είχαν σημειωθεί στα τηρούμενα κτηματολογικά βιβλία». Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3,130 και 131 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εξ αυτών ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3 και δεν εφάρμοσε αυτές των άρθρων 130 και 131 οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, περιέχει δε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα ότι η επίδικη έκταση κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας δεν αποτελούσε δημόσια γαία. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το επίδικο δεν αποτελούσε δημόσια γαία αλλά αποτελούσε ιδιόκτητη γαία (μουλκ), η οποία ανήκε στον Οθωμανό Σ. μπινι Τ. Μ. , ο οποίος την παραχώρησε, κατά κυριότητα, προς τους αναφερόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους των καθών η κυρία παρέμβαση, τέκνα του Ε. Β. . Ότι η παραχώρηση αυτή της κυριότητας της επίδικης έκτασης αποτυπώθηκε στους εκδοθέντες ιδιοκτησιακούς τίτλους με ημερομηνία Φεβρουάριο 1303, αντίστοιχο του έτους 1888, που είναι εγγεγραμμένοι στα βιβλία εγγραφών Ζαμπίτ, τα οποία τηρούνταν από την Υπηρεσία Ντεφτέρ Χανέ και αφορούν την περίοδο 1263 (1847) και 1334 (1918) και προσέδιδαν πλήρη και αδιαμφισβήτητη κυριότητα στους κατόχους αυτών. Επομένως, οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, η αιτίαση με τον ίδιο λόγο περί αντιφατικών παραδοχών, συνισταμένων στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός δέχεται ότι η παραχώρηση της κυριότητας του επιδίκου έγινε δυνάμει εγγράφων Τίτλων κυριότητας και αφετέρου ότι το επίδικο αποτελούσε ακίνητο καθαρής ιδιοκτησίας (και επομένως αρκούσε μόνο η απλή άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης) είναι αβάσιμη, διότι στις ως άνω παραδοχές καμία αντιφατικότητα δεν παρατηρείται, ενόψει του ότι σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη αναφέρονται, αυτός που εξουσίαζε τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας μπορούσε μεν να τις διαθέσει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία η επικύρωση όμως και η αναγνώριση της συμφωνίας αυτής δεν απαγορευόταν αντιθέτως προβλεπόταν, όπως με αποφάσεις των μουσουλμανικών ιεροδικείων που συντασσόταν ενώπιον των ιεροδικών και μαρτύρων. Η αιτίαση επίσης με τον ίδιο λόγο αναίρεσης συνισταμένη στην παραβίαση του άρθρου 130 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών τη 7η Ραμαζάν 1274, με το να δεχθεί ότι "το επίδικο αποτελούσε τμήμα του τσιφλικίου Σπλάντζας», χωρίς περαιτέρω να διαλαμβάνει ως όφειλε τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων μετασχηματίστηκε σε ακίνητο καθαρής ιδιοκτησίας, χωρίς δηλαδή να προσδιορίζει την έκταση του τσιφλικίου Σπλάντζας, τα ακριβή όρια και την θέση του καθώς και την ταυτότητα αυτού που το εξουσίαζε, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και ως εκ τούτου είναι αβάσιμη, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι στον απώτατο δικαιοπάροχο των καθών η κυρία παρέμβαση Σ. μπινι Τ. Μ. παραχωρήθηκε η επίδικη έκταση υπό τις προϋποθέσεις του ανωτέρω άρθρου και ότι αυτός την μετασχημάτισε σε ζευγηλάτειο (τσιφλίκι), που απαγορεύει η ως άνω διάταξη υπό τις αναφερόμενες σ'αυτή προϋποθέσεις. Έτι περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19), με το να δεχθεί "ότι το επίδικο ακίνητο, κατά την απαλλοτρίωση του Αγροκτήματος Αμμουδιάς με την με αριθμ. 191/1936 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Παραμυθιάς περιλαμβανόταν στην έκταση των 134.938 τ.μ., η οποία εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση, υπέρ των συνιδιοκτητών της ήτοι υπέρ των αδελφών Β. και του Οθωμανού Κιαζήμ Πασά, ενώ μετά τον, μεταξύ των συνιδιοκτητών τούτων, οριστικό διαχωρισμό της εξαιρεθείσας έκτασης με το με αριθμ. 8/18-9-1959 σχετικό πρωτόκολλο της αρμόδιας Επιτροπής το ως άνω ακίνητο περιήλθε σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση στην ιδιοκτησία των αδελφών Β. , ως τεμάχιο με αριθμό 281 και εμβαδόν 54.000 τ.μ. Και ότι η παραδοχή αυτή δεν είναι ικανή να αποτελέσει νόμιμη βάση της προσβαλλόμενης απόφασης δεδομένου ότι αφορά σε μεταγενέστερα γεγονότα, που συνέβησαν κάτω από την ισχύ της Ελληνικής και όχι της οθωμανικής νομοθεσίας, ώστε τα γεγονότα αυτά δεν είναι πρόσφορα να προσδώσουν στο επίδικο ακίνητο ιδιότητα, που μόνο σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο μπορούσε να αποκτήσει, δηλαδή την ιδιότητα του ακινήτου καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκιο), ενώ δεν προκύπτει ότι κατά την απαλλοτρίωση του Αγροκτήματος Αμμουδιάς εκδικάσθηκε από την αρμόδια Επιτροπή Απαλλοτριώσεων η κυριότητα του επίδικου ακινήτου και ότι η ως άνω Επιτροπή αποφάνθηκε περί αυτής, ή ότι το επίδικο ακίνητο, που είναι έλος και έχει εμβαδόν 49.873 τ.μ., έχει οποιαδήποτε σχέση με το με αριθμό 281 τεμάχιο, που είναι σημαντικά μεγαλύτερο (54.000 τ.μ.) από το επίδικο, αφού, άλλωστε, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται η παραμικρή νύξη για την ακριβή θέση, τα όρια και τη μορφή του ως άνω εδαφικού τεμαχίου». Η ως άνω αναφερόμενη παραδοχή δεν στοχεύει στην απόδειξη ότι το επίδικο κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας αποτελούσε καθαρή ιδιοκτησία "μουλκ», αλλά αποτελεί επιχείρημα του Εφετείου, που τείνει απλώς σε επίρρωση της απόδειξης του πιο πάνω αποδεικτικού πορίσματος. Συνεπώς, οι ως άνω διαλαμβανόμενες στον ίδιο πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, και συνακόλουθα ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ συνισταμένη στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, με το να δεχθεί ότι το επίδικο ταυτίζεται με την έκταση των 98 στρεμμάτων που είχε μεταβιβασθεί από τον Οθωμανό Σ. μπινι Τ. Μ. στους απώτερους δικαιοπαρόχους των καθών η κυρία παρέμβαση και ότι εμφανίζονται δύο από τα όρια των εκτάσεων αυτών ως όρια και στις δύο αυτές εκτάσεις και ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι αδελφοί Β. διαθέτουν στην περιοχή άλλο ακίνητο. Και με το να δεχθεί επίσης, ότι το επίδικο ακίνητο 49.873 τ.μ ταυτίζεται και με την έκταση των 98.000 τ.μ, που είχε μεταβιβασθεί το έτος 1888, στα τέκνα του Ε. Β. από τον Οθωμανό Σ. μπιν-ι Τ. Μ. καθώς επίσης και με το 281 τεμάχιο εμβαδού 54.000 τ.μ Οι αιτιάσεις αυτές, για την θεμελίωση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης υπό το πρόσχημα των, κατά τα ως άνω, επικαλούμενων παραβάσεων, πλήττουν, ανεπίτρεπτα, την μη υποκείμενη σε ουσιαστικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (του Εφετείου). Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, κατ' επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι δέχθηκε τους ισχυρισμούς των καθών η κυρία παρέμβαση ότι το επίδικο 49.873 τ.μ, ταυτίζεται με την έκταση των 98 στρεμμάτων, η οποία ήδη από το 1888 είχε μεταβιβασθεί από τον οθωμανό Σ. μπίν-ι Τ. Μ. στους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, καθώς επίσης και με το 281 τεμάχιο εμβαδού 54.000 τ.μ, που περιήλθε στους αδελφούς Β. κατά τον οριστικό διαχωρισμό το έτος 1959, της έκτασης των 134.938 τ.μ που είχε εξαιρεθεί από την απαλλοτρίωση του αγροκτήματος Αμμουδιάς, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση καθόλου αποδεικτικά μέσα, ούτε προσβάλλεται συγκεκριμένος αυτοτελής ισχυρισμός ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της πιο πάνω διατάξεως πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η μη υποκείμενη σε ουσιαστικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (του Εφετείου). Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για την απόδειξη των ισχυρισμών των καθών η κυρία παρέμβαση αναιρεσιβλήτων και το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ' αυτήν, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν (καταθέσεις μαρτύρων, προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα), δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια. Με τον τρίτο λόγο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από άρθρο 559 αριθμ. 10 και 19 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και της έλλειψης νόμιμης βάσης . Η αιτίαση κατά το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου ότι δεν διατάχθηκαν περαιτέρω αποδείξεις και ειδικότερα δεν διατάχθηκε από το Δικαστήριο η προσκομιδή των αναφερομένων αντιγράφων των επικληθέντων ιδιοκτησιακών Τίτλων, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, διότι ναι μεν κατά διάταξη του άρθρου 107 Κ.Πολ.Δικ. "το δικαστήριο διατάζει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή απόδειξης, με οποιαδήποτε κατάλληλα αποδεικτικά μέσα, που επιτρέπει ο νόμος και αν δεν τα επικαλέσθηκαν οι διάδικοι'' η συμπλήρωση όμως των αποδείξεων με νέες αποδείξεις εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη προς τούτο (Α.Π 87/2013, ΑΠ 866/2005, ΑΠ 552/2009). Κατά το δεύτερο δε σκέλος του, το αναιρεσείον επικαλείται την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνισταμένη στο ότι δέχθηκε τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου, χωρίς νόμιμη αιτιολογία, αφού δεν διέταξε κατά τα ανωτέρω περαιτέρω αποδείξεις κατά τα αναφερόμενα στο πρώτο σκέλος του λόγου αυτού. Ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η μη υποκείμενη σε ουσιαστικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει (Κ.Πολ.Δ. 559 αρ.11 περ. α'), πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π 374/2019, ΑΠ 315/2008). Σύμφωνα με το άρθρο 340 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (Α.Π 124/2023, ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 Κ.Πολ.Δ., αν το έγγραφο, που προσάγεται ως αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο, έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί με επίσημη μετάφρασή του, επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών, ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το ξενόγλωσσο έγγραφο θεωρείται ότι δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό μέσο. Ωστόσο μετά την τροποποίηση του άρθρου 340 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., ως ισχύει μετά την 1-1-2016 (και την κατάργηση με τον ν. 4335/2015 του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ.) σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφόσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ. περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου, προκύπτει ότι, αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα το ξενόγλωσσο έγγραφο μαζί με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση (Α.Π 124/2023, ΑΠ 1483/2021, ΑΠ 1402/2015). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ.2 στοιχ. δ του Κώδικα Περί Δικηγόρων "Στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνεται και... δ) Η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, καθώς και η μετάφραση ελληνικών εγγράφων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Η μετάφραση έχει πλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής, εφόσον συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που μεταφράστηκε και ο δικηγόρος βεβαιώνει ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς την οποία μετάφρασε». Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1, 346, 453 παρ.1 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεσθεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου. Η δε σχετική επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αφορά μεν τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, πλην όμως εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 14/2005, Α.Π374/2019, ΑΠ 794/2017). Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα ή να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ενδεχομένως δεν μπορούσε να προταθεί (Α.Π 165/2016, ΑΠ 839/2010 Α.Π 1058/2011, Α.Π 967/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 περ. α`και β ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ι.) ότι αυτό έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα τα αλλοδαπά έγγραφα τα οποία επικαλείται α) το από 14-2-2014 και με αριθμ. ... έγγραφο του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου της Γενικής Διεύθυνσης Κτηματολογίου και Υποθηκοφυλακείου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Τουρκίας, β) την από 11-9-2014 βεβαίωση εγγραφής της ίδιας ως άνω Γενικής Διεύθυνσης Κτηματολογίου και γ) το από 11-4-2016 (Αριθμός ... -105/837346) έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Κτηματολογίου και Υποθηκοφυλακείων-Γενικής Διοίκησης Τίτλων τα οποία στερούνται νόμιμης επικύρωσής τους από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας ή από πρεσβευτή ή πρόξενο της Ελλάδας στη χώρα σύνταξης των εγγράφων αυτών (Τουρκία), ενώ δεν συνοδεύονται από επίσημη μετάφραση, που έχει επικυρωθεί από κάποια από τις ως άνω υπηρεσίες ή από την πρεσβεία (ή το προξενείο) της χώρας σύνταξής τους (Τουρκίας) στην Ελλάδα, και επομένως δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 454 και 456 του Κ.Πολ.Δ και δεν αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα και ιι) έλαβε υπόψη το υπό στοιχ. α. αποδεικτικό μέσο το οποίο δεν επικαλέσθηκε με τις από 17-4-2018 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το πρώτο σκέλος του, διότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, το απαράδεκτο των ως άνω αποδεικτικών μέσων και διότι, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη. Σε κάθε περίπτωση δε ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του, καθόσον τα ως άνω έγγραφα πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 454 και 456 του Κ.Πολ.Δ καθόσον φέρουν την σφραγίδα της Χάγης Apostille, που είναι η σφραγίδα, η οποία τίθεται είτε σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά έγγραφα από το Κράτος που τα έχει εκδώσει, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης της 5ης Οκτωβρίου 1961 περί κατάργησης της απαίτησης επικύρωσης αλλοδαπών δημόσιων εγγράφων (Σύμβαση της Σφραγίδας της Χάγης) και με την οποία πιστοποιείται η γνησιότητα του εγγράφου, προκειμένου να μπορεί να γίνει δεκτό ως έγκυρο από ξένο κράτος. Έγινε δε η μετάφραση των εγγράφων αυτών από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα από τον αναφερόμενο δικηγόρο στο έργο του οποίου ως δικηγόρου, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 36 παρ. 2 στοιχ. δ του Κώδικα Περί Δικηγόρων περιλαμβάνεται και η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα. Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός, δεδομένου ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός από το αναιρεσείον ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, το απαράδεκτο του, κατά τα ως άνω, προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου. Σε κάθε περίπτωση δε ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο, δε, διότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από 17-4-2018 προτάσεις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων των εκκαλούντων καθών η κυρία παρέμβαση αναιρεσιβλήτων οι τελευταίοι επικαλούνται με επίκληση το προσκομιζόμενο νόμιμα μεταφρασμένο επίσημο έγγραφο 58124926.300.02/858 του Κτηματολογίου και Υποθηκοφυλακείων, Διεύθυνση Τμήματος Αρχείου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Τουρκίας από παραδρομή δε της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ως Αριθμός αυτού ... . Επί της από 25-5-2020 αίτησης αναίρεσης του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Πάργας». Με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ. Α.Π. 18/1998, Α.Π 32/2021, Α.Π. 1319/2020, Α.Π. 299/2020, Α.Π 886/2018). Ακόμη, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (Ολ. Α.Π 2/2019,Α.Π 1155/2021,ΑΠ 1042/2017). Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει σαφώς ότι, για την ίδρυση τούτου του λόγου αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τούτων, γεννάται η, από την ως άνω διάταξη, πλημμέλεια. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, 1155/2021, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 295/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 893/2008), ούτε όταν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου (Α.Π 312/2021,ΑΠ 1022/1992). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας των κινητών και ακινήτων πραγμάτων της κληρονομιάς, όμως η κυριότητα των ακινήτων, που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου, εάν ο κληρονόμος με δημόσιο έγγραφο αποδεχθεί την κληρονομιά και η αποδοχή αυτή μεταγράφει ή αν εκδοθεί και μεταγράφει κληρονομητήριο. Επομένως, αν η περί κυριότητας ακινήτου αγωγή στηρίζεται σε κληρονομική διαδοχή, αρκεί για την πληρότητα του δικογράφου της η αναφορά των περιστατικών που συγκροτούν την κληρονομική διαδοχή, του ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στα κληρονομιαία στοιχεία ως ανήκον κατά κυριότητα στον κληρονομούμενο και του ότι ο ενάγων έχει αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο, που μεταγράφηκε νόμιμα (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 383/2014). Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Σε περίπτωση, όμως, που ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής, αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος στο ακίνητο, πρέπει για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρει ο ενάγων, είτε με την αγωγή, καθ' υποφοράν, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής, με σαφή έκθεση γεγονότων τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχο του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., φθάνοντας μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσης κυριότητας, δυναμένου να αναταχθεί κατά των τρίτων, όπως είναι η έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 403/2018, ΑΠ 78/2015, ΑΠ 2065/2009, ΑΠ 1731/2009, ΑΠ 1639/2009). Επίσης όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 ΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού, ενώ κατ' άρθρο 1041 ΑΚ για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία η επί δεκαετία νομή αυτού με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο. Για την ύπαρξη νομής, σύμφωνα με την τελευταία από τις διατάξεις αυτές, απαιτούνται δύο στοιχεία: α) η φυσική εξουσίαση του πράγματος, την οποία αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. και β) η διάνοια κυρίου, η πρόθεση, δηλαδή, για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγμα ότι έχει και την κυριότητα αυτού (ΑΠ 306/2013, ΑΠ 262/2007). Κατά δε το καθεστώς του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε ως την εισαγωγή του ΑΚ στις 23-2-1946 και ειδικότερα κατά τις διατάξεις των ν.8§1 Κωδ.(7.39.), ν.9§ 1 Πανδ.’50. 14). ν.2§20 Πανδ, (41.4).ν.6 Πανδ.(44.3)ί ν.76§1 Πανδ.(18.1) και ν.7§3 Πανδ.(23.3), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία με νομή αυτού με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας (ΑΠ 1498/2013). Για το ορισμένο δε της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση (έκτακτης χρησικτησίας), πρέπει ο ενάγων στα ως ανωτέρω δικόγραφά του να αναφέρει τις διακατοχικές Πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο (ΑΠ 96/2010, ΑΠ 2065/2009, ΑΠ 1879/2008, ΑΠ 452/2008). Ειδικότερα, οφείλει να επικαλείται συγκεκριμένες υλικές Πράξεις νομής πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες να φανερώνεται η βούληση του να το έχει σαν δικό του (Α.Π 96/2010) διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ενώ η αοριστία αυτή δεν καλύπτεται με την απλή αναφορά ότι ο ενάγων ή οι δικαιοπάροχοι του νέμονταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου και με τα λοιπά νόμιμα προσόντα, χωρίς αναφορά και των συγκεκριμένων υλικών πράξεων νομής που ενήργησε στο ακίνητο. Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον Ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20.05.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιΟδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (Α.Π 1931/2022, ΑΠ 1292/2011, ΑΠ 1340/2010, ΑΠ 1429/2010, ΑΠ 1122/2008). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες. Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία από το 1914 και εφεξής που ίσχυσε η ελληνική νομοθεσία στις Νέες Χώρες (άρθρα 1 και 2 του Ν.147/1914). Τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο Ν.2074/1920 "περί των εν νέαις χώραις κοινοτικών γαιών», εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο. Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ.1 της Συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 28.8.1923 ΝΔ,, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται. Συνεπώς στα κτήματα αυτά ως δημόσια, δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι με άσκηση νομής επ' αυτών με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με δυνατότητα συνυπολογισμού και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου, αφού η 30ετής αυτή νομή θα έπρεπε να έχει συμπληρωθεί στις 11.9.1915, ήτοι σε χρόνο απέχοντα ένα μόλις έτος από της ισχύος στις Νέες Χώρες του Ελληνικού δικαίου (1914) (Α.Π 1983/2022, ΑΠ 854/2021, ΑΠ 141/2018, ΑΠ 455/2015). Στη προκείμενη περίπτωση στην από 25-10-2012 (αριθ. έκθ. κατ. 70/2012) αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Πάργας», εξέθετε ότι δυνάμει της από 1-12-1924 ιδιόγραφης διαθήκης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, του αποβιώσαντος, στις 12-2-1928, στην Τεργέστη Ιταλίας Β. Β. του Ε. συνεστήθη καθολικό-καταπίστευμα υπέρ της τότε Κοινότητας Πάργας, με τον όρο ότι η κληρονομιά του θα επαγόταν σ' αυτήν μόλις πέθαινε η αρχική κληρονόμος ανεψιά του Μ. Β. . Ότι στην κληρονομιαία περιουσία του παραπάνω αποβιώσαντος περιλαμβανόταν και το λεπτομερώς περιγραφόμενο στην αγωγή επίδικο αγροτικό ακίνητο - έλος, έκτασης 54.500 τ,μ. περίπου, που αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 134.938 τ.μ., που βρίσκεται στην τοπική Κοινότητα Αμμουδιάς του Δήμου Πάργας του Νομού Πρέβεζας, το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα του παραπάνω αποβιώσαντος δυνάμει κληρονομικής διαδοχής του πατέρα του, άλλως με έκτακτη χρησικτησία. Ότι με το ... /23- 5-1977 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Γεωργίου Κασίμη που μεταγράφηκε νόμιμα και το ... /5-6-1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Μπέλου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, οι Β. Κ. , Ι. - Δ. Κ. , Μ. Β. και Σ. χήρα Α. Λ. μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στους εναγόμενους το παραπάνω ακίνητο κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστά. Ότι, μετά τον θάνατο της Μ. Β. (βεβαρημένης με το καταπίστευμα) στις 25-7-1987, ο ενάγων Δήμος, ως καταπιστευματΟδόχος, με την ... /23- 3-2012 πράξη του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ηλία Μαγκλάρα, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την ανωτέρω κληρονομιά του Β. Β. ως προς το ως άνω επίδικο ακίνητο. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και επικαλούμενος ότι τα ανωτέρω συμβόλαια, με τα οποία μεταβιβάσθηκε στους εναγόμενους το επίδικο ακίνητο, είναι άκυρα, λόγω του ότι οι πωλητές δεν ήταν κύριοι και η μεταβίβαση έγινε κατά παράβαση των περιορισμών της εξουσίας διάθεσης της βεβαρημένης κληρονόμου, ζήτησε να αναγνωρισθεί ο ενάγων κύριος του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν. Το Εφετείο με την 313/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη με το ακόλουθο σκεπτικό "Οι εναγόμενοι, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο των προτάσεών τους της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αμφισβήτησαν την επί του επιδίκου ακινήτου κυριότητα του ενάγοντος με παραγωγό τρόπο και ειδικότερα αμφισβήτησαν την αποκλειστική κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου του (Β. Β. ), ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς τους, ήταν κύριος μόνο του 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού, καθώς κατά τα υπόλοιπα ποσοστά ανήκε στους αδελφούς αυτού. Παρά την αμφισβήτηση αυτή, που συνιστά ουσιώδες ζήτημα συναρτώμενο με τον παραγωγό τρόπο απόκτησης της κυριότητας του ενάγοντος, στον οποίο και στηρίζεται η αγωγική αξίωση, ο τελευταίος δεν προέβη, ως όφειλε, με την προσθήκη των προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στη συμπλήρωση της αγωγής, με την επίκληση των κατά νόμο απαιτούμενων στοιχείων για τον τρόπο της κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον άμεσο δικαιοπάροχό του, καθώς και από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του, μέχρις εκείνου που απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο Ειδικότερα ο ενάγων Δήμος Πάργας, ενόψει του ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως μέχρι το έτος 1913 κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους και στις οποίες επεκτάθηκε η ισχύς της ελληνικής νομοθεσίας κατά το έτος 1914, δεν προσδιόρισε αν ο Β. Β. ή ο δικαιοπάροχος αυτού είχε αποκτήσει το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης στο επίδικο ακίνητο με τη χορήγηση από το Τουρκικό Δημόσιο ειδικού τίτλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα μετατράπηκε σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας, κατά τις προεκτιθέμενες νομικές διατάξεις. Για το ορισμένο δε της αγωγής δεν αρκεί ο ισχυρισμός, που προβάλλεται καθ' υποφοράν στην αγωγή, ότι ο αποβιώσας στις 12-2-1928 Β. Β. (άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος) απέκτησε το επίδικο ακίνητο από κληρονομιά του αποβιώσαντος πατρός του, τον οποίο άλλωστε δεν κατονομάζει, ή ότι νεμόταν τούτο με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών. Εξάλλου, τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο ν. 2074/1920 "περί των νέες χώρες κοινοτικών γαιών», εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο ελληνικό δημόσιο, στο οποίο περιήλθε η κυριότητα τους, κατά διαδοχή του τουρκικού δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της Συνθήκης της Λωζάνης που κυρώθηκε με το από 25-8-1923 Ν.Δ.. Συνεπώς, στα κτήματα αυτά ως δημόσια, χωρεί μεν έκτακτη χρησικτησία με τις προϋποθέσεις των προεκτιθέμενων διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, δηλαδή ύστερα από την άσκηση νομής σ' αυτά με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του, αλλά η τριακονταετής νομή, με τα προαναφερόμενα προσόντα, πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι και τις 11 Σεπτεμβρίου 1915. Επομένως, με δεδομένο ότι, σύμφωνα όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, δεν αναγνωρίζεται από τον Οθωμανικό αστικό κώδικα ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσης κυριότητας και συνεπώς δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, από το έτος 1914 που ίσχυε η ελληνική νομοθεσία στις Νέες Χώρες, ο ισχυρισμός ότι ο δικαιοπάροχός του Β. Β. είχε καταστεί κύριος με χρησικτησία, χωρίς, εξάλλου, να αναφέρονται υλικές Πράξεις νομής του τελευταίου στο επίδικο ακίνητο, με τις οποίες φανερωνόταν η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δεν είναι νόμιμος τρόπος κτήσης της κυριότητας από τον εν λόγω δικαιοπάροχό του. Έτσι η αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω μη συμπλήρωσής της με τα πιο πάνω στοιχεία για τη θεμελίωση της κτήσης της κυριότητας του ενάγοντας στο επίδικο ακίνητο με παραγωγό τρόπο. Η ως άνω υποχρέωση του ενάγοντας προς συμπλήρωση της αγωγής δεν αίρεται από το γεγονός ότι στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση του από 31-1-1931 συμβολαιογραφικού συμβιβασμού που έγινε ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος μεταξύ της τότε Κοινότητας Πάργας και των κληρονόμων του διαθέτη Β. Β. ήτοι του Α. Β. του Α. , Δηδάμειας Β. του Α. , Α. Β. του Α. , Μ. Β. συζ. Κ. Σ. και Α. Σ. χήρας Π. Β. . , οι οποίοι είχαν ασκήσει αγωγές, ενώπιον του Δικαστηρίου των Αστικών και Ποινικών Δικαστηρίων της Τεργέστης, σχετικά με το κύρος της διαθήκης και το δικαίωμα κυριότητας του διαθέτη στα κληρονομιαία ακίνητα, με τον οποίο συμβιβασμό αναγνώρισαν την εγκυρότητα του άρθρου 10 της διαθήκης, με βάση την οποία διάταξη κατελήφθη στον ενάγοντα το επίδικο ακίνητο με καταπίστευμα, καθώς ο συμβιβασμός αυτός δεν έγινε πριν από τον θάνατο του διαθέτη μεταξύ του ίδιου και των αδελφών του ή των κληρονόμων των αδελφών του, ώστε να θεωρηθεί ότι είχε λυθεί το ζήτημα της κυριότητας της ακίνητης περιουσίας μεταξύ των αδελφών Β. , αλλά αυτός έλαβε χώρα μετά τον θάνατο του διαθέτη (άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος) μεταξύ των κληρονόμων του, ενώ δεν προκύπτει ούτε άλλωστε επικαλείται ο ενάγων ότι οι ανωτέρω συμμετέχοντες στον συμβιβασμό οικείοι του διαθέτη ήταν οι μοναδικοί κληρονόμοι των αδελφών Β. . Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, με παρόμοια αιτιολογία έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή του Δήμου Πάργας, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας , δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών Δήμος Πάργας με την έφεσή του είναι απορριπτέα». Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Πάργας, ως προς την απόρριψη της αγωγής του ως αόριστης, δεν αξίωσε για την θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Τούτο, δε, διότι, μετά την ρητή αμφισβήτηση από τους εναγόμενους με τις προτάσεις τους, του παράγωγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου εκ μέρους του (ενάγοντος) και την επιγενόμενη αοριστία της αγωγής, ο τελευταίος δεν προέβη με την προσθήκη των προτάσεων του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στην συμπλήρωση της, με το να προσδιορίσει αν ο δικαιοπάροχος του Β. Β. ή οι δικαιοπάροχοι αυτού μέχρις εκείνου, απέκτησαν την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα εάν είχε αποκτήσει το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως στο επίδικο ακίνητο με την χορήγηση από το τουρκικό Δημόσιο ειδικού τίτλου, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα μετατράπηκε σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, ενώ δεν θεραπεύεται η ως άνω αοριστία με τον αναφερόμενο ως άνω και επικαλούμενο με την αγωγή συμβιβασμό. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης που προβάλλεται κατ'εκτίμηση αυτού από το άρθρο 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ. με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έκρινε την αγωγή του, ως αόριστη με αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο, δε, διότι, το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διετύπωσε αποδεικτικό πόρισμα ως προς την ως άνω αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Δήμος Πάργας», την έφεση του οποίου απέρριψε κατ'ουσίαν δεχόμενο ότι η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα, λόγω της αοριστίας της. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και με τον πέμπτο λόγο το ως άνω αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ., επειδή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι αφενός απέρριψε ως αόριστη την αγωγή του επειδή δεν προσδιόρισε τον τρόπο κτήσεως κυριότητας του άμεσου ή απώτερων δικαιοπαρόχων του στο επίδικο ακίνητο, αφετέρου απέρριψε την κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου δεχόμενο τον ισχυρισμό των αρχικών εναγομένων ότι είχε εκδοθεί στο όνομα τους, ο ως άνω ειδικός τίτλος και με την αιτιολογία ότι "από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μετά την απελευθέρωση και επί σειρά ετών το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στην κατοχή των αδελφών Β. τέκνων του Ε. Β. και των κληρονόμων τους, μέχρι το έτος 1977 και 1978...». Οι λόγοι αυτοί επίσης τυγχάνουν απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, διότι με την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, δεν διατυπώνεται αποδεικτικό πόρισμα και επομένως δεν είναι δυνατή η προσβολή της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ενώ σε κάθε περίπτωση, η αοριστία της δεν μπορεί να θεραπευθεί από την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ουσιαστική έρευνα άλλης συνεκδικαζόμενης αγωγής όπως με τους λόγους αυτούς επιχειρείται από το αναιρεσείον. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. στοιχειοθετείται και στην περίπτωση που το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη όχι όμως και όταν δίκασε τα αιτήματα της αγωγής και την απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π 1622/2022, Α.Π 1710/2011). Ακόμη ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., στοιχειοθετείται εάν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες πρέπει να υπάρχουν στην ίδια απόφαση και δη στο διατακτικό ή στις επέχουσες θέση διατακτικού αιτιολογίες (Α.Π 930/2017). Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, και από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, από τις οποίες συνάγεται ότι για να στοιχειοθετούνται οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, Α.Π 1827/2022, ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 496/ 2020, ΑΠ 663/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, κατά το πρώτο, τρίτο και τέταρτο σκέλος του και κατ' εκτίμηση αυτών, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τους αριθμούς 9,11, και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή έκρινε απορριπτέα στο σύνολό της την αγωγή του, παρά την συνομολόγηση με τις προτάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της αναγνώρισης της συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου του κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, που με την προαναφερόμενη αγωγή του ζητούσε ν' αναγνωρισθεί κύριος και επειδή δεν έλαβε υπόψιν και δεν απέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην ως άνω ομολογία των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Επίσης, κατά το πρώτο μέρος του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της λήψης υπόψη του ... με ημερομηνία 14-2-2014 και αλλού 15-9-2014 εγγράφου, κατά την απόρριψη της αγωγής του, του οποίου δεν γίνεται επίκληση ούτε και προσκομίζεται από τους εναγόμενους. Ο πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, ο οποίος δεν αναφέρεται σε κεφάλαιο της αγωγής που δεν ερευνήθηκε, αλλά στην ίδια την αγωγή η οποία κρίθηκε στο σύνολο της απορριπτέα ως αόριστη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιποί ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Δήμος Πάργας" ως προς τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, δεχόμενο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε με το να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, χωρίς να εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής και των πραγματικών περιστατικών αυτής και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση δε, κατά το σκέλος αυτό, ο λόγος είναι αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθούν οι κρινόμενες από 13-3-2020 και 25-5-2020 αιτήσεις αναίρεσης στο σύνολο τους, του Ελληνικού Δημοσίου και του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Δήμος Πάργας" αντίστοιχα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους σε βάρος των ως άνω αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1,3 του Ν. 3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" εφαρμόζεται και στους Δήμους), όπως διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 και το άρθρο 281 παρ.2 του Ν. 3453/2006, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις Α. από 13-3-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και Β. από 25-5-2020 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Δήμος Πάργας" αναίρεσης της υπ’αριθμ. 313/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων της από 13-3-2020 αίτησης αναίρεσης εις βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων της από 25-5-2020 αίτησης αναίρεσης εις βάρος του αναιρεσείοντος Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 53 της 1756/2023 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Ε.Λ.