Αριθμός 264/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΙΜΑΤΑΙΡ Ανώνυμη εταιρεία Κλιματισμού - Θέρμανσης - Συστημάτων Ενέργειας - Τηλεπικοινωνιών και Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων. Εμπορία Ειδών Θέρμανσης - Ψύξης και Κλιματισμού - Συστημάτων Φυσικού Αερίου. Παροχή Υπηρεσιών Τηλεπικοινωνιών και Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Μονάδων" και με το διακριτικό τίτλο "ΚΛΙΜΑΤΑΙΡ Όμιλος Επιχειρήσεων", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ποττάκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DAIKIN EUROPE NV" (ΝΤΑΪΚΙΝ ΕΥΡΩΠΗΣ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Κόκκαλη και Σοφία Παπαδοπούλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2659/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 143/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Μαρτίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 27 Αυγούστου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί στο σύνολό της η από 4.3.2011 αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται κυρίως μεν η υπ' αριθ. 143/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επικουρικά δε η υπ' αριθ. 2659/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και η μεν πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την από 3.12.2004 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα την με αριθμό 12479/ΕC/2.6.2004 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε στο πλαίσιο διεθνούς εμπορικής διαιτησίας κατά τον Κανονισμό Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC), αναγνωρίζοντας συγχρόνως η απόφαση αυτή την ύπαρξη δεδικασμένου από την αλλοδαπή διαιτητική απόφαση στην Ελλάδα, ενώ με την εφετειακή απόφαση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η από 19.5.2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης. Η έφεση αυτή ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα με την καταστατική επωνυμία της, δηλαδή ΚΛΙΜΑΤΑΙΡ Ανώνυμη Εταιρεία Κλιματισμού - Θέρμανσης - Συστημάτων Ενέργειας -Τηλεπικοινωνιών και Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων, σε σχέση με την οποία η αναγραφόμενη στην αίτηση αναίρεσης εταιρική επωνυμία έχει και επιπλέον προσδιοριστικά στοιχεία των δραστηριοτήτων της αναιρεσείουσας, όμως σύμφωνα και με το υπ' αριθ. .../2008 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Λαυρίου Αττικής Ελένης Καραγεωργοπούλου πρόκειται για την ίδια και όχι για δυο διαφορετικές εταιρείες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τις προτάσεις της η αναιρεσίβλητη. Η αίτηση λοιπόν αναίρεσης, κατά το μέρος ειδικότερα που προσβάλλει την εφετειακή απόφαση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δεδομένο ότι δεν υπήρξε επίδοση της εφετειακής απόφασης (άρθρ. 552, 553, 564§1, 566§1, 769 ΚΠολΔ). Συνεπώς στρεφόμενη κατά της απόφασης αυτής είναι παραδεκτή (άρθρ.577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το μοναδικό σε σχέση μ' αυτή λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Με τη διάταξη του άρθρ. 20§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του (ΑΠ 1670/1980), που καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας. Η παροχή έννομης προστασίας ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα δεν καλύπτει ωστόσο και την πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων, αλλά εναπόκειται κατ' αρχήν στο νομοθέτη να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία η υπόθεση δικάζεται (ΑΠ 805/2001, 1289/2011). Κατά τα λοιπά παραπέμποντας η παραπάνω διάταξη στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σ' αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον όμως αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλισή του και δεν αναιρούν την ουσία του (ΑΠ 550/2003, 632/2004, 675/2010). Συνεπώς για να είναι συνταγματικά ανεκτοί οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή απ' αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου με την ως άνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος (ΑΕΔ 33/1995, 45/1997, ΟλΑΠ 20/1998), δηλαδή δεν επιτρέπεται οι τιθέμενοι περιορισμοί να περιστέλλουν κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 2/1999, ΟλΑΠ 25/2006, ΑΠ 360/2010). Με την προϋπόθεση αυτή οι τιθέμενοι περιορισμοί είναι αντίστοιχα συμβατοί και με την αρχή της δίκαιης δίκης, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρ. 6§1εδ.α της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η διάταξη αυτή συμπορεύεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη, ορίζοντας ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια η υπόθεσή του, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, δηλαδή έχει άμεση υπερνομοθετική ισχύ και οι διατάξεις της δεν συνεπάγονται διεθνή μόνο ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά θεμελιώνουν απευθείας δικαιώματα για τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (ΟλΑΠ 21/2001). Στο πλαίσιο έτσι αυτό ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση να ρυθμίζει τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών κατά τρόπο που θα εξασφαλίζει την ακώλυτη και ισότιμη για όλους πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης κατά την παραπάνω έννοια, στην οποία όμως και πάλι δεν περιλαμβάνεται η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων (ΑΠ 805/2001, 1783/2005, 1104/2007, 127/2009, 968/2010, 1290/2011). Κατά τα λοιπά η υποχρέωση αυτή του νομοθέτη δεν εξαντλείται στην τυπική μόνο δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια, αλλά περιλαμβάνει και την αξίωση για απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης, που ικανοποιείται όταν εξασφαλίζεται για όλους τους διαδίκους η δυνατότητα προβολής των ισχυρισμών τους και η απόδειξή τους με την προσαγωγή των κατάλληλων αποδεικτικών μέσων υπό συνθήκες δικονομικής ισότητας, δηλαδή υπό συνθήκες που δεν θέτουν κάποιο διάδικο σε σαφώς μειονεκτικότερη θέση από τον αντίδικό του σε σχέση με την παρουσίαση και υπεράσπιση της θέσης του (πρβλ. και ΕΔΔΑ στην υπόθεση Ankerl κατά Ελβετίας από 23.10.1996). Επομένως είναι κατ' αρχήν δυνατή η θέσπιση περιορισμών ως προς τα μέσα, το χρόνο και τον τρόπο της δικονομικής προβολής των ισχυρισμών των διαδίκων, εφόσον αυτοί δεν έχουν ως στόχο να καταστρατηγήσουν, αλλά να διασφαλίσουν το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, επιταχύνοντας χωρίς σοβαρούς κινδύνους τη δικαστική διαδικασία και συντελώντας έτσι στην απονομή ουσιαστικότερης δικαιοσύνης, ασφαλώς όμως αποκλείονται περιορισμοί που στόχο έχουν να αποδυναμώσουν τη θέση διαδίκου, εμποδίζοντας εξ αρχής αυτόν να προτείνει κρίσιμους για τα έννομα συμφέροντά του ισχυρισμούς. Τέτοιοι περιορισμοί παραβιάζουν σαφώς το ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένο και από την ΕΣΔΑ εγγυημένο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης και είναι καταφανώς αντίθετοι προς την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό άλλωστε και με την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρ. 4§1 του Συντάγματος (ΑΠ 385/2010), δεσμεύοντας τον κοινό νομοθέτη, ώστε όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικό κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση δικαιολογείται από ειδικές περιστάσεις ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανεπίτρεπτη ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση (ΟλΑΠ 23/2004, 38/2005, 3/2006 43/2005). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 152§1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξ αιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρ. 155§2 ΚΠολΔ, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για την επαναφορά πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί, συνάγεται ότι η επαναφορά αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, που έχει ως συνέπεια (η απώλεια) την έκπτωση από το δικαίωμα για ενέργεια της διαδικαστικής πράξης που αφορά η προθεσμία (άρθρ. 151 ΑΚ) και την απόρριψή της ως εκπρόθεσμης, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για πράξη σύγχρονη ή προγενέστερη της αίτησης επαναφοράς. Έτσι και ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη κατά το άρθρ. 518§1 ΚΠολΔ έφεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Κατά την έννοια αυτή η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σ' αυτή με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (ΟλΑΠ 29/1992), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη. Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης. Συνεπώς ο θεσμός της επαναφοράς, ως ιδιαίτερη εγγύηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων, δεν πρέπει να τίθεται υπό περιορισμούς που αναιρούν τελικά την ίδια την ουσία του. Σε αντίθεση όμως με τις γνήσιες δικονομικές προθεσμίες, οι καταχρηστικές δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, αφού αυτές δεν συνδέονται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια διαδίκου, αλλά τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών (ΑΠ 1471/ 2007, 2064/2009). Καταχρηστική είναι και η προθεσμία των τριών ετών για την άσκηση έφεσης κατά την παρ. 2 του άρθρ. 518 ΚΠολΔ, που αρχίζει από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης και ισχύει αν η πρωτόδικη απόφαση δεν έχει επιδοθεί, με δυνατότητα ωστόσο επιμήκυνσής της στην περίπτωση που επιδοθεί πριν από τη λήξη της η πρωτόδικη απόφαση και συμβεί, με αφετηρία πλέον την επίδοση αυτή, η γνήσια προθεσμία των τριάντα ή αναλόγως των εξήντα ημερών για την άσκηση έφεσης κατά την παρ. 1 του άρθρ. 518 ΚΠολΔ να υπερβαίνει τη διάρκεια της καταχρηστικής προθεσμίας (ΑΠ 106/2007). Η παρέλευση έτσι άπρακτης της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση έφεσης αποτελεί αποσβεστικό λόγο του ένδικου αυτού μέσου, χωρίς να λαμβάνονται κατά τα λοιπά υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσαν ενδεχομένως να τηρήσουν τη σχετική προθεσμία. Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20§1 του Συντάγματος, 6§1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η τριετής προθεσμία του άρθρου 518§2 ΚΠολΔ αρκεί αυτή καθ' εαυτή για να εξασφαλίσει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια στο πλαίσιο δίκαιης δίκης (ΑΠ 1471/ 2007, 2064/2009), ενώ και η αρχή της ισότητας δεν θίγεται αδικαιολόγητα, αφού η ασφάλεια του δικαίου, που επιτυγχάνεται με την προθεσμία αυτή, αντισταθμίζει το έλλειμμα στη δυνατότητα άσκησης έφεσης μεταξύ όσων από λόγους ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου τους εμποδίσθηκαν να εφεσιβάλουν έγκαιρα κατά τη διάρκεια της προθεσμίας την πρωτόδικη απόφαση και εκείνων που δεν εμποδίσθηκαν από τέτοιους λόγους. Σε κάθε περίπτωση η επαναφορά πρέπει κατά το άρθρ. 153 ΚΠολΔ να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, η σχετική δε αίτηση ασκείται κατά το άρθρ. 155§1 του ίδιου Κώδικα με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο. Επομένως η αίτηση επαναφοράς μπορεί να ασκηθεί και με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης, το οποίο και στην περίπτωση αυτή πρέπει κατά το άρθρ. 520§2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, να κατατεθεί στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, να κοινοποιηθεί στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης και βέβαια μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 153 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 205/2003, 376/2008, 1236/2008). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο έκρινε ως εκπρόθεσμη την από 19.5.2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2659/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της απόφασής του ότι η εκκαλούμενη οριστική απόφαση "δημοσιεύθηκε στις 20.4.2005, η δε έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 19.5.2008 ..., ήτοι μετά την πάροδο της κατά το άρθρ. 518§2 ΚΠολΔ τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας που συμπληρώθηκε στις 21.4.2008, ημέρα Δευτέρα κατά το ημερολόγιο και αφού στον εντωμεταξύ χρόνο δεν είχε λάβει χώρα επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης για την έναρξη της προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρ. 518 ΚΠολΔ". Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι και η σωρευόμενη στο δικόγραφο των από 10.6.2008 πρόσθετων λόγων έφεσης της αναιρεσείουσας αίτησή της για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε η έφεσή της να θεωρηθεί εμπρόθεσμη, αφενός μεν δεν έχει έρεισμα στο νόμο, αφού δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης επαναφοράς σε περίπτωση απώλειας καταχρηστικής προθεσμίας, όπως είναι η κατά το άρθρ. 518§2 ΚΠολΔ τριετής προθεσμία από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης για την άσκηση έφεσης κατ' αυτής, αφετέρου δε ασκήθηκε εκπρόθεσμα, αφού το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης της αναιρεσείουσας επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 13.11.2008, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την άρση των αιτίων ανώτερης βίας, που έλαβαν χώρα κατά την αναιρεσείουσα περί τα μέσα Μαΐου 2008 και την εμπόδισαν στην άσκηση εμπρόθεσμης έφεσης, είναι δε αδιάφορο γεγονός το ότι η κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της στη γραμματεία του Εφετείου έγινε στις 10.6.2008, δηλαδή μέσα στην παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως απαράδεκτη τόσο την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση όσο και στη συνέχεια την ένδικη έφεση της αναιρεσείουσας κατά τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν. Συνεπώς ο μοναδικός από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθώς και η ίδια η αίτηση αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος της, πρέπει δε η αναιρεσείουσα, που κατά το μέρος αυτό ηττήθηκε, να καταδικασθεί στα αντίστοιχα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553§1περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495§1 του ίδιου Κώδικα ορίζει, και όχι ο χρόνος της συζήτησής της (ΟλΑΠ 18/2001). Εξάλλου αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται όχι μόνον η εφετειακή απόφαση, για το σχετικό με την απόρριψη κεφάλαιό της, αλλά και η πρωτόδικη, η οποία μάλιστα, αν η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, τελεσιδικεί και επομένως υπόκειται σε αναίρεση με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης κατ' αυτής έφεσης, που έχει όμως ως αφετηρία όχι την επίδοση ή τη δημοσίευση της εφετειακής απορριπτικής απόφασης, αλλά την επίδοση ή αναλόγως τη δημοσίευση της ίδιας της πρωτόδικης απόφασης, αφού διαφορετικά, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553§1, 554 και 564 ΚΠολΔ, καταστρατηγούνται οι προθεσμίες για την άσκηση αναίρεσης με τη δυνατότητα άσκησης, οποτεδήποτε, εκπρόθεσμης έφεσης (ΑΠ 1088/2000, 122/2001, 1000/2001, 115/2003, 967/2004, 1248/2004, 1529/2004). Έτσι με την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης τρέχουν διαδοχικά οι προθεσμίες των τριάντα ημερών της έφεσης και της αναίρεσης, ανεξάρτητα αν η απόφαση εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, ενώ αν δεν επιδοθεί η πρωτόδικη απόφαση, οπότε τρέχουν οι καταχρηστικές προθεσμίες των άρθρ. 518§2 και 564§3 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον όμως αυτή εκδόθηκε κατ' αντιμωλία, επιτρέπεται μετά την άπρακτη πάροδο τριετίας από τη δημοσίευσή της και για όλη την επόμενη τριετία (ΟλΑΠ 1113/1986, ΑΠ 679/1996, 599/1999, 1904/2006). Σε κάθε περίπτωση η αίτηση αναίρεσης, που προσβάλλει κυρίως μεν την απορριπτική της έφεσης απόφαση του Εφετείου και επικουρικά την πρωτόδικη απόφαση, πρέπει, για να είναι παραδεκτή και κατά το μέρος που αφορά την πρωτόδικη απόφαση, να έχει κατατεθεί κατά τα άρθρ. 495§1 και 566§2 ΚΠολΔ στη γραμματεία και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 122/2001, 115/2003, 1248/2004). Περαιτέρω με το άρθρ. 571 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 46§1 του ν. 3944/2011, ορίζεται ότι ο εισηγητής της υπόθεσης, που αφορά η αίτηση αναίρεσης, οφείλει να συντάξει συνοπτική έκθεση για το παραδεκτό της αίτησης, καθώς και για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, και να την καταθέσει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, έχουν δε οι διάδικοι το δικαίωμα να πληροφορηθούν το περιεχόμενό της. Από το άρθρο αυτό, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 562§4, 569§2εδ.δ και 574 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η έγγραφη έκθεση του εισηγητή αρεοπαγίτη αναφορικά με το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, καθώς και για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της, αποτελεί αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την πρόοδο της αναιρετικής δίκης (ΑΠ 32/2011, 188/2011). Συνεπώς αν δεν έχει συνταχθεί η έκθεση αυτή ή δεν καλύπτει όλους ανεξαιρέτως τους λόγους της αίτησης αναίρεσης, επιβάλλεται, ακόμη και αν η παράλειψη αφορά έναν μόνον από τους λόγους της αίτησης, η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρ. 254 ΚΠολΔ, στις οποίες παραπέμπει το άρθρ. 573§1 του ίδιου Κώδικα, προκειμένου κατά την επαναληπτική συζήτηση να έχει συνταχθεί ή να έχει συμπληρωθεί από τον εισηγητή αρεοπαγίτη η αναγκαία έκθεση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την οποία συμπροσβάλλεται επικουρικά ως προς την εφετειακή απόφαση και η υπ' αριθ. 2659/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατατέθηκε στη γραμματεία τόσο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτό προκύπτει από την καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου υπ' αριθ. 199/11.3.2011 σχετική πράξη κατάθεσης, όσο και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 26/10.3.2011 αντίστοιχη έκθεση, που προσκόμισε σε αντίγραφο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, δηλαδή μετά τη σύνταξη και την κατάθεση από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη της έκθεσής του για την υπόθεση. Έτσι, εφόσον κατά τη σύνταξη της έκθεσης αυτής δεν προέκυπτε από τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας η κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, θεωρήθηκε αυτή με την έκθεση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το μέρος που προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση. Με δεδομένη, όμως, πλέον την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, αφού δεν επιδόθηκε, κατέστη τελεσίδικη, κατά τα προεκτεθέντα, στις 21.4.2008, δηλαδή μετά τριετία από τη δημοσίευσή της στις 20.4.2005, οπότε με αφετηρία τη συμπλήρωση της τριετίας αυτής δεν είχε παρέλθει, μέχρι την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η τριετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρ. 564§3 ΚΠολΔ για την άσκηση αναίρεσης. Ανακύπτει έτσι ανάγκη να συμπληρωθεί από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη η έκθεσή του ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της αίτησης αναίρεσης σε σχέση και με την προσβαλλόμενη μ' αυτή πρωτόδικη απόφαση και συνεπώς πρέπει προς το σκοπό αυτό να διαταχθεί αντίστοιχα η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.3.2011 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που προσβάλλει την υπ' αριθ. 143/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει αντίστοιχα την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης κατά το μέρος που η αυτή αίτηση αναίρεσης προσβάλλει την υπ' αριθ. 2659/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου κατά την επαναληπτική συζήτηση, που θα ορισθεί με επιμέλεια των διαδίκων, να έχει συμπληρωθεί από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη η έκθεσή του αναφορικά με το παραδεκτό και τη βασιμότητα των αντίστοιχων λόγων αναίρεσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ