Αριθμός 1063/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Γ., συζ. Ι. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Βλασσιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ως άνω πληρεξούσια διορίσθηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την 292/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας με αριθμό κατάθεσης 962/Π-ΕΓ/119/16. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 27.9.2021 και με αριθμό κατάθεσης 22/2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Λαμίας αίτηση αναίρεσης κατά της 118/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) γι αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την διάταξη του άρθρ.559 αριθμ .1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο της προσδίδει στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης που οδηγεί σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016 · 7/2006). Περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται σαν να μη έγινε κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, ενώ, από το άρθρο 14 της ΑΙΒ/8577/1983 απόφασης του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/1940 και Π.Δ. 544/1977 και αντικαταστάθηκε αρχικά με την 8405/1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών ασφαλίσεων και στη συνέχεια με την 3597/2012 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ 665 της 11.4.2012, τ. Β), ορίζεται ότι όσοι απασχολούνται ή επιθυμούν να απασχοληθούν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος ή και έχουν άμεση ή έμμεση επαφή με τα τρόφιμα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας (παρ. 1). Στο πιστοποιητικό θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του (παρ. 2). Για την απόκτηση του πιστοποιητικού υγείας οι εργαζόμενοι και ειδικότερα οι χειριστές τροφίμων θα υποβάλλονται στις εξετάσεις που περιγράφονται στις παρ. 3 και 4, ενώ το πιστοποιητικό θα έχει πενταετή ισχύ και θα φυλάσσεται στην επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος ώστε να επιδεικνύεται στα αρμόδια όργανα υγειονομικού ελέγχου (παρ. 5 και 7 της απόφασης). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή ασχολούνται σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, ως άνω, και απασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για την διάθεσή τους στην κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή ποτών ή με τον χρήστη των υπηρεσιών πρέπει να εφοδιάζονται με πιστοποιητικά υγείας, ως εκ τούτου δε η καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου που δεν είναι εφοδιασμένος με πιστοποιητικό υγείας είναι άκυρη σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις και ο εργαζόμενος έχει αξίωση από τις διατάξεις των άρθρων 904 και επ. ΑΚ για απόδοση της ωφελείας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θ' απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο κ.λπ. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος και 3 παρ. 1, 7, 8 παρ. 2, 9 παρ. 1, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 2 ν. 1876/1990 συνάγεται ότι (α) κατά την σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, (άρθρ.1 6 ν. 1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 446/2015· 127/2012) και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (β) οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας (γ) οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, έκτοτε δε η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (ΑΠ 132/2016· 1409/2014· 56/2012), ενώ για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζομένη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από τον χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής (ΑΠ 904/2020, ΑΠ 723/2011). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρων 9 παρ. 4 και 5 του ν.1876/1990, όπως ίσχυαν αρχικά και εφαρμόζονται σε μέρος του κρίσιμου, για την επίδικη διαφορά, χρονικού διαστήματος, και πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 2 παρ. 5 της ΠΥΣ 6/2012 που ορίζουν αντίστοιχα "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 8" και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας" συνάγεται ότι μετά την λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης ΣΣΕ (ΑΠ 520/2022, ΑΠ 723/2011). Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρων 8 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι η καθιερούμενη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 παρ. 3 του νόμου αυτού, ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζομένους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 9 παρ. 4 του ως άνω νόμου (ΑΠ 520/2022, ΑΠ 1319/2021, ΑΠ 921/2020). Με την 6/2012 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 ν. 4046/2012, ορίσθηκε ότι (α) Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες πριν την 14.2.2012 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4046/2012) ή και περισσότερο, λήγουν την 14.2.2013 (παρ. 2) (β) ΣΣΕ που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με την συμπλήρωση 3 ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά το άρθρο 12 ν. 1876/1990 (παρ. 3) (γ) παύουν να ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 ν. 1876/1990 (παρ. 5). Εξάλλου με την ΥΑ 69041/3230/2008 (ΦΕΚ Β' 2137) κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5.8.2008 η από 30.7.2008 ΕΚΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας", η οποία άρχισε την 1.1.2008 και έχουσα διετή διάρκεια ίσχυε μέχρι 31.12.2009 (άρθρο 13 αυτής), ενώ η από 4.3.2011 αντίστοιχη ΕΚΣΣΕ άρχισε να ισχύει από 1.1.2010 (άρθρο 6 αυτής), δεν κηρύχθηκε, όμως, υποχρεωτική. Ακολούθησε η από 6.7.2012 ΣΣΕ, χωρίς και αυτή να κηρυχθεί υποχρεωτική. Οι ως άνω ΕΚΣΣΕ ορίζουν ταυτόσημα στο άρθρο 1 αυτών ότι αφορούν εργαζομένους που απασχολούνται στις ακόλουθες εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας και ειδικότερα σε (α) εμπορικά καταστήματα χονδρικής και λιανικής πώλησης (β) σούπερ μάρκετς και καταστήματα τροφίμων (γ) καταστήματα ζαχαροπλαστείων και συναφών με τα ζαχαροπλαστεία εμπορικών δραστηριοτήτων κλπ. και έχουν τις ιδιότητες των πωλητών κ.λπ. Επομένως οι νόμιμες αποδοχές των υπαλλήλων των ανωτέρω επιχειρήσεων, που δεν δεσμεύονται από την ανωτέρω συλλογική σύμβαση προσδιορίζονταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την από 2.4.2008 ΕΓΣΣΕ, με την οποία ο κατώτατος μισθός ορίστηκε, από την 1.7.2009, σε 739,56 ευρώ και εν συνεχεία από την τριετούς διάρκειας και από 15.7.2010 ΕΓΣΣΕ, με την οποία ο κατώτατος μισθός ορίστηκε, από την 1.7.2011, σε 751,39 ευρώ. Εν τω μεταξύ μετά την τροποποίηση του άρθρου 8 παρ. 1 ν. 1876/1990 με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. 11.2 του ν. 4093/2012, "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου", ενώ, με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. 11.3 ν. 4093/2012, που τέθηκε σε εφαρμογή την 12.11.2012 (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), καθορίστηκε νομοθετικά ο κατώτατος μισθός υπαλλήλων άνω των 25 ετών στα 586,08 ευρώ. Κατά την υποπαράγραφο 11.4 της ίδιας παραγράφου, κάθε αναφορά της ισχύουσας νομοθεσίας γενικά στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) νοείται ο νόμιμος νομοθετημένος κατώτατος μισθός και κατώτατο ημερομίσθιο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπό το καθεστώς του ν. 4093/2012, οι μισθολογικοί όροι των ΕΓΣΣΕ ισχύουν μόνο για τους εργαζομένους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ τα γενικά κατώτατα όρια των αμοιβών εξασφαλίζονται πλέον με τον αναφερόμενο σε αυτές νομοθετικά καθοριζόμενο κατώτατο μισθό, ο οποίος και αντικατέστησε την ΕΓΣΣΕ στη λειτουργία της ως ρυθμιστικού μέσου για την θέσπιση γενικών κατώτατων νόμιμων αποδοχών. Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση αναίρεση πλήττεται η 118/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας και επικυρώθηκε η 15/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αφού αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούταν να καταβάλει στην ενάγουσα 10.744,92 ευρώ, της επιδίκασε το συνολικό ποσό των 9.185,85 ευρώ, αποτελούμενο από διαφορές μεταξύ νόμιμων και καταβληθεισών αποδοχών καθώς και επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 16.5.2016, κατά το οποίο το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη παρείχε την εργασία της στην επιχείρηση μίνι μάρκετ που διατηρούσε η αναιρεσείουσα στην ….., με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, αλλά σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης εργασίας, επειδή δεν διέθετε πιστοποιητικό υγείας. Τα μερικότερα ποσά επιδίκασε το δικαστήριο, δεχόμενο την επικουρική βάση της αγωγής που στηριζόταν στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Για τον υπολογισμό τους εφάρμοσε διαδοχικά και α) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 30.6.2011 την από 2.4.2008 ΕΓΣΣΕ με νόμιμο μισθό 739,56 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1.7.2011 έως 11.11.2012 την από 15.7.2010 ΕΓΣΣΕ με νόμιμο μισθό 751,39 ευρώ και γ) από 12.11.2012 και εφεξής τον κατώτατο μισθό των 586,08 ευρώ, που ορίστηκε με το ν. 4093/2012. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που κατ' ορθή εκτίμηση στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον αριθμό 19 που αναφέρεται στην αίτηση, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη για να υπολογίσει τις διαφορές αποδοχών όφειλε να ανατρέξει στις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις των εμπορικών καταστημάτων, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις που ίσχυσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν κατέστησαν γενικά υποχρεωτικές με υπουργική απόφαση, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη ήταν μέλη των συλλογικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν σε αυτές, ώστε να έχουν πεδίο εφαρμογής στη συγκεκριμένη υπόθεση και επομένως ορθώς ανέτρεξε η προσβαλλόμενη απόφαση στις ΕΓΣΣΕ και στον από τον νόμο καθορισμένο κατώτατο μισθό για να υπολογίσει την ωφέλεια που αποκόμισε η αναιρεσείουσα από την παροχή της εργασίας της αναιρεσίβλητης. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις των άρθρων 249 και 250 του ΚΠολΔ (ΑΠ 320/2012). Επομένως, είναι απαράδεκτοι, οι δεύτερος και τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 249 και 250 ΚΠολΔ, με το να απορρίψει τα αιτήματά της α) αναστολής της δίκης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της από 7.2.2017 προσφυγής της στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Λαμίας κατά αποφάσεων της ΤΔΕ του περιφερειακού καταστήματος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ που απέρριψαν τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας κατά Πράξεων Επιβολής Εισφορών που αφορούσαν στη μη ασφαλιστική κάλυψη της αναιρεσίβλητης και β) αναβολής μέχρι την περάτωση της ποινικής διαδικασίας επί της από 3.6.2016 μήνυσής της στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας κατά της αναιρεσίβλητης. Από το άρθρο 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλ. αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από νόμιμη αιτία. Έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, διότι προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία ο ενάγων εργαζόμενος αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητας της σύμβασης εργασίας (τέτοια υπάρχει και στην περίπτωση έλλειψης πιστοποιητικού υγείας του εργαζομένου σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος κατά τις εκτεθείσες ανωτέρω διατάξεις), για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν τον λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη είναι μη νόμιμη. Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο, διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και, έτσι, πληρούται ο σκοπός της διατάξεως του άρθ. 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στην δικονομικά ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά στην ίδια δίκη και, έτσι, είναι δεδομένος κατά την εξέταση της επικουρικής βάσης (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 1321/2015). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη, ιστορώντας στην αγωγή της τα σχετικά με τη σύμβαση εργασίας της, από την παροχή της οποίας προέκυψαν οι αναφερόμενες στην αγωγή αξιώσεις της, βάσισε αυτές στη σύμβαση εργασίας και επικουρικά στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για την περίπτωση που θα κρινόταν άκυρη η σύμβαση εργασίας της. Κατά συνέπεια, εφόσον η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύθηκε επικουρικά, με την παραπάνω έννοια, αρκούσε η απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, που αποτελούσε την κύρια βάση της αγωγής, και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται και οι λόγοι της ακυρότητας. Επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάζονται με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008· ΑΠ 861/2014· 513/2016). Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου κατά λέξη και το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο (ΑΠ 867/2019), ενώ θα πρέπει και να προσκομίζεται το έγγραφο κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, διαφορετικά ο λόγος θα απορριφθεί ως αβάσιμος (ΑΠ 533/2009· 751/2017). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο και τον όγδοο από τους λόγους της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση επειδή δέχθηκε ως αποδεδειγμένο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι εργαζόταν κατά πλήρες ωράριο, ενώ αν δεχόταν ότι αυτή εργάστηκε με μειωμένο ωράριο θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δεν τής οφείλονται διαφορές αποδοχών. Οι λόγοι αυτοί συνδέονται με τον έκτο λόγο της αναίρεσης περί παραμόρφωσης εγγράφου από το δικαστήριο με το επιχείρημα ότι η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν με πλήρες ωράριο, επειδή δέχθηκε ότι παρείχε την εργασία της και κατά τις ώρες 14.00 με 17.00 και ότι το συμπέρασμα αυτό είναι εντελώς αντίθετο με τις χειρόγραφες σημειώσεις των ωρών του καταγραφικού, οι οποίες προσκομίστηκαν στο Εφετείο από την αναιρεσίβλητη. Ότι από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη δεν εργάστηκε τις ώρες 14.00-17.00 κατά τις ημέρες 28/3, 8/4, 11/4, 12/4, 13/4, 14/4, 15/4, 18/4, 25/4, 4/5, 5/5, 6/5, 11/5, 12/5 και 13/5, ενώ κατά τις ημέρες 31/3, 5/4, 6/4 και 7/4 η αναιρεσίβλητη φέρεται να εργάζεται στις 15.40, 15.45, 15.39 και 15.57 αντίστοιχα, ενώ είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή η θερινή ώρα, χωρίς όμως να έχει γίνει η σχετική διόρθωση στο ρολόι του καταγραφικού, η οποία έγινε μόλις στις 8/4, το γεγονός δε της μη αλλαγής της ώρας σημειώνεται χειρόγραφα στο καταγραφικό και επομένως η πραγματική ώρα έναρξης της εργασίας της αναιρεσίβλητης κατά τις ημέρες αυτές ήταν 16.40, 16.45, 16.39 και 16.57, αντίστοιχα. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι ως προς το κρίσιμο γεγονός του ωραρίου της αναιρεσίβλητης δέχθηκε επί λέξει ότι: "ναι μεν κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης (αναιρεσείουσας) είχε υπάρξει προφορική συμφωνία μεταξύ αυτής και της ενάγουσας για μερική απασχόληση της τελευταίας, πλην όμως σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για μερική απασχόληση του εργαζομένου, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο υπέρ της πλήρους απασχόλησης αυτού, τεκμήριο το οποίο δεν ανατράπηκε εν προκειμένω από την εναγομένη, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών ισχυρισμών της. Η κρίση, δε, του Δικαστηρίου, αναφορικά με την έκταση της εργασίας που παρείχε η ενάγουσα στην εναγομένη στηρίζεται στη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο, καθώς και στα αντίγραφα των χειρόγραφων σημειώσεων των "ωρών καταγραφικού", που προσκομίζονται από την ενάγουσα και περιλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος της, κατόπιν μήνυσης της εναγομένης για τα αδικήματα της υπεξαίρεσης και της απιστίας κατ' εξακολούθηση, τα οποία (αντίγραφα) ανεξαρτήτως της αλήθειας ή μη του περιεχομένου τους αναφορικά με τις περιγραφείσες σ' αυτά ενέργειες της ενάγουσας, αποδεικνύουν την απασχόληση της τελευταίας, με τα αυτά ως άνω καθήκοντα εργασίας της πωλήτρια-ταμία, και κατά τις μεσημβρινές ώρες μεταξύ 14:00 και 17:00, παρά την περί του αντιθέτου κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης - αδελφού της εναγομένης, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι το κατάστημα παρέμεινε κλειστό κατά τις προναφερθείσες ώρες, ενισχύεται δε από το ύψος των καταβαλλόμενων στην ενάγουσα αποδοχών (500 ευρώ μηνιαίως), που δεν συνάδει με την κατά την εναγομένη απασχόληση αυτής επί τετράωρο, συνεκτιμωμένων των από τις αντίστοιχες σσε προβλεπομένων νόμιμων αποδοχών για την επί τετράωρο απασχόληση εργαζομένου στην ίδια θέση και με τα ίδια προσόντα με την ενάγουσα, οι οποίες σαφώς υπολείπονταν των 500 ευρώ που τής κατέβαλε η εναγομένη), σε συνδυασμό και με την επικρατούσα οικονομική συγκυρία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Η κρίση αυτή ενισχύεται έτι περαιτέρω, εξάλλου, και από το γεγονός ότι και το ΙΚΑ δέχθηκε ότι εναγομένη εργαζόταν στην επιχείρηση της ενάγουσας από το έτος 2011 υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ειδικότερα, κατόπιν καταγγελίας της ενάγουσας στο ΙΚΑ, εκδόθηκαν σε βάρος της εναγομένης οι με αριθμούς ... για την μη κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών της ενάγουσας κατά το ένδικο χρονικό διάστημα. Κατά των ως άνω πράξεων υποβλήθηκε ένσταση από την εναγομένη, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με τις με αριθμ. πρωτ. 369/24.10.2016 και 372/24.10.2016 αποφάσεις της ΤΔΕ του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Λαμίας, δεχόμενη η ως άνω επιτροπή πλήρη απασχόληση της ενάγουσας". Ωστόσο, στο σχετικό λόγο αναίρεσης δεν αναφέρεται ποιο είναι το σύνολο των εγγραφών του καταγραφικού που προσκομίστηκαν και εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο και ειδικότερα αν καταλαμβάνουν οι εγγραφές ολόκληρο ή μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος (1.1.2011 - 16.5.2016), καθώς και εάν προσκομίστηκαν εκτός αυτών και άλλες που εκτιμήθηκαν ορθά από το Δικαστήριο ως προς το καθεστώς εργασίας της αναιρεσίβλητης ως πλήρους απασχόλησης, ενώ και τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα δεν προσκομίζονται. Απαράδεκτοι δε είναι και οι πέμπτος και όγδοος λόγος της αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε κατά πλήρες ωράριο, επειδή προσβάλλει ευθέως την εκτίμηση του Εφετείου σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την απόφαση για παράβαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή έλαβε υπόψη της τις 369/24.10.2016 και 372/24.10.2016 αποφάσεις της ΤΔΕ του τότε Περιφερειακού Καταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Λαμίας, με τις οποίες είχε προσβάλει τις ΠΕΕ που εκδόθηκαν σε βάρος της σχετικά με τις ασφαλιστικές παροχές που οφείλονταν από αυτήν λόγω της παροχής της εργασίας της αναιρεσίβλητης και δεν είχαν καταβληθεί. Τις αποφάσεις της ΤΔΕ προσέβαλε εν συνεχεία με προσφυγή στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Λαμίας, το οποίο με την 118/2020 απόφασή του ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης επειδή δεν προέκυπτε ότι οι ΤΔΕ εκδόθηκαν από όργανο με νόμιμη σύνθεση. Κατά την αναιρεσείουσα, με την απόφαση αυτή, οι αποφάσεις της ΤΔΕ κατέστησαν ανύπαρκτα αποδεικτικά μέσα. Δεδομένου ότι η διοικητική πράξη αναπτύσσει άμεση ισχύ εφόσον φέρει εξωτερικώς τα, κατά νόμον, γνωρίσματα εγκύρων πράξεων, οι δε διοικητικές πράξεις, έστω και μη σύννομες, θεωρούνται έγκυρες και παράγουν όλες τις έννομες συνέπειές τους, ωσότου ανακληθούν διοικητικώς ή ακυρωθούν δικαστικώς (ΟλΣτΕ 1555/1980 και ειδικά ως προς την κακή σύνθεση διοικητικού συλλογικού οργάνου ότι προκαλείται ακυρότητα της πράξης και όχι ανυπόστατο αυτής ΣτΕ 320/2006), οι ανωτέρω αποφάσεις παραδεκτώς ελήφθησαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ως τεκμήρια και ο τελευταίος αυτός εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και στην οποία παρασχέθηκε νομική βοήθεια δυνάμει της 292/2022 πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου (άρθρ. 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν. 3226/2004), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183, 191) είναι όμως εισπρακτέα από το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 12 παρ. 2 ν. 3226/2004) και συνίστανται στην αμοιβή για την παράσταση (459 ευρώ) για σύνταξη προτάσεων (534 ευρώ) συν ΦΠΑ 24% επ' αυτών όπως αυτή (αμοιβή) ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 εδ. α', 58 παρ. 4 περ. β', 61 παρ. 1-3 ν. 4194/2013 (ΑΠ 361/2023), ανέρχεται δε στο συνολικό ποσό των 1.231,32 ευρώ, μείον συντελεστή απομείωσης 20% (ΚΥΑ 98535/18/12/2014 ΦΕΚ Β' 3578/31.12.2014) 1.045,26 ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.9.2021 αίτηση για αναίρεση κατά της 118/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.045,26 ευρώ και επιδικάζει αυτά υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης. Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ