Αριθμός 1865/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ρ. Τ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Α. του Χ., κατοίκου ... 2. Ανώνυμης ξενοδοχειακής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΤΗ ΒΡΑΥΡΩΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Χ. Κ. του Α., κατοίκου ... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυμπέρη, οι 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μερικά Χαράλαμπο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο την αλλαγή επωνυμίας της 2ης αναιρεσίβλητης λόγω απορρόφησης της από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΟΞΟΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στον ... Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-9-2003, 17-10-2003 και 15-12-2003 αγωγές καθώς και με την από 7-6-2004 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2009 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 16-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται για κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που έκρινε επί αγωγής με την οποία εζητείτο να ακυρωθεί δικαιοπραξία πώλησης ακινήτου ως καταδολιευτική και να αναγνωριστεί η συγκυριότης του ενάγοντος - αναιρεσείοντος σ'αυτό κατά 50% και να διαταχθεί η απόδοσή του, επικουρικά δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν, με βάση το άρθρο 479 ΑΚ και να του καταβάλουν αντίστοιχο, με την συγκυριότητά του συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, άλλως το ίδιο ποσό με βάση τις διατάξεις για αδικοπραξία. Η αγωγή είχε απορριφθεί πρωτοβαθμίως το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό υφίσταται όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν, αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν, ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 36/1988, Ολ. ΑΠ 4/2006). Εξάλλου, με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες). Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 164/1994). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθενός ξεχωριστά, εφ' όσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η υπόψιν του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 1072/2005). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση και προσήκουσα στάθμιση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου....από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και οι εκατέρωθεν μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις τρίτων προσώπων, που εκτιμώνται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν σε άλλη δίκη (ασφαλιστικών μέτρων), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, Ελβετός υπήκοος, ζει και εργάζεται στην Ελλάδα στον τομέα της υψηλής ραπτικής στον οίκο μόδας με την επωνυμία " …" από το έτος 1970. Πέραν αυτού είχε συνδεθεί με στενή προσωπική φιλία και με τον ιδρυτή του οίκου αυτού, Μ. Α., γνωστό στο ευρύ κοινό ως Μ. Π., ο οποίος απεβίωσε στην Αθήνα στις 26.12.2002, με τον οποίο και συγκατοικούσε μέχρι το θάνατο του τελευταίου. Ο Μ. Π. τον θεωρούσε πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του και διατηρούσε με αυτόν κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς σε ελληνικές και ξένες τράπεζες, για την αντιμετώπιση των επαγγελματικών και προσωπικών τους αναγκών, καθώς επίσης και κοινά περιουσιακά στοιχεία (οικία και αυτοκίνητο). Επί πλέον, λόγω της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και φιλίας που τους συνέδεε ήσαν ασφαλισμένοι κατά κινδύνου ζωής στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Α.Ε." και είχαν ορίσει σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου ο ένας τον άλλον, ως δικαιούχο. Το έτος 1993 ο Μ. Π., δυνάμει του .../22.7.1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου...που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα ενός ακινήτου... στην ..., εκτάσεως 5.073,89 τ.μ., μετά της εντός αυτού οικίας και παρακολουθημάτων, έναντι τιμήματος 50.000.000 δρχ. ή 146.735,14 ευρώ, από την Π. σύζυγο Α. Δ. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η αγοραπωλησία αυτή ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, διότι αγοραστής δεν ήταν μόνον ο Μ. Π. αλλά και ο ίδιος ο ενάγων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, καθόσον κατέβαλε 25.000.000 δρχ. αλλά αναγράφηκε στο ανωτέρω συμβόλαιο μόνο το όνομα του Μ. Π., ως αγοραστή, καθόσον ο ενάγων είναι Ελβετός υπήκοος και η …έχει χαρακτηριστεί παραμεθόριος περιοχή και συνεπώς δεν μπορούσε να αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου αυτού και το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή πραγματικοί αγοραστές ήταν, τόσο ο ενάγων, όσο και ο Μ. Π., το γνώριζε και η πωλήτρια... Πράγματι η …, σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα 527 της 23.7/12.8.1961 (ΦΕΚ Α' 128), χαρακτηρίστηκε εκ νέου παραμεθόριος περιοχή, στην οποία θα έχει εφαρμογή το π.δ. 22/24.6.1927 "περί απαγορεύσεως αποκτήσεως εμπραγμάτου δικαιώματος σε παραμεθόριο περιοχή από υπηκόους τρίτων χωρών". Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1892/1990 "για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις", απαγορεύεται κάθε δικαιοπραξία εν ζωή, με την οποία συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα που αφορά ακίνητα κείμενα στις παραμεθόριες περιοχές. Με την παρ. 2 του άρθρου 26 του ίδιου νόμου ορίζεται, ότι, για φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια τρίτων χωρών (δηλαδή, πλην κατοίκων χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης), είναι δυνατή η απόκτηση των δικαιωμάτων της παρ. 1 του άρθρου 25 στις περιοχές του άρθρου 24, καθώς και στις περιοχές του π.δ. 22/24.6.1927, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Αμύνης, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, η οποία άδεια αποτελεί στοιχείο του πραγματικού της σχετικής δικαιοπραξίας. Οι διατάξεις αυτές, που απαγορεύουν την κτήση των ως άνω δικαιωμάτων στις παραμεθόριες περιοχές, φέρουν χαρακτήρα εντόνως δημοσίας τάξης, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του άνω νόμου, η απαγόρευση αυτή αποσκοπεί στην προάσπιση των εθνικών συμφερόντων και ειδικότερα στην προστασία παραμεθορίων περιοχών από την εγκατάσταση σ' αυτές ανεπιθύμητων προσώπων για λόγους εθνικής ασφάλειας, η οποία μπορεί να αρθεί μόνο με προηγούμενη απόφαση του Υπουργού Εθνικής Αμύνης. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 1540/1985, την ακυρότητα των δικαιοπραξιών που καταρτίστηκαν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού (5.10.1985) κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 3250/1924, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το π.δ. 22/24.6.1927, καθώς και του άρθρου 1 α.ν. 1366/1938, μπορεί να επικαλεσθεί μόνον το Ελληνικό Δημόσιο, με έγερση αγωγής κατά του αγοραστή ή των ειδικών ή καθολικών διαδόχων του. Η ρύθμιση αυτή αφορά όλες τις δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, κατά παράβαση των ανωτέρω Αντίθετα, η παρ. 1 του ν. 1540/1985 δεν εφαρμόζεται για τις δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν μετά τη δημοσίευση του, αφού ο ίδιος νόμος για το μετέπειτα χρόνο καθιερώνει απόλυτη ακυρότητα (Ολ. ΑΠ 9/2001 Ε.Δνη 42,891). Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο ενάγων, αλλοδαπός υπήκοος χώρας, που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της άνω αγοραπωλησίας, ως εν μέρει εικονικής, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, και την αναγνώριση δικαιώματος συγκυριότητας του ιδίου επί του επίδικου ακινήτου, δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση, τόσο της ενοχικής, όσο και της εμπράγματης αγωγής, για το λόγο ότι σε κάθε περίπτωση δεν δύναται να αναγνωρισθεί συγκύριος του επίδικου ακινήτου που βρίσκεται σε παραμεθόριο περιοχή, διότι τούτο θα αντέβαινε ευθέως στην εσωτερική έννομη τάξη και ειδικότερα στα ανωτέρω προεδρικά διατάγματα, τα οποία περιέχουν διατάξεις που φέρουν χαρακτήρα εντόνως δημόσιας τάξης, καθόσον κατά την κατάρτιση της φερόμενης ως υποκρυπτόμενης σύμβασης, που έλαβε χώρα μετά τις 5-10-1985, δεν συνέτρεχαν οι αυστηροί όροι που επιβάλλουν αυτές για την εγκυρότητά της, κατ' άρθρο 138 παρ. 2 ΑΚ, και συγκεκριμένα ο ενάγων δεν διέθετε προηγούμενη σχετική άδεια του Υπουργού Εθνικής Αμύνης. Η ληφθείσα από αυτόν μεταγενέστερα, έντεκα περίπου χρόνια μετά την κατάρτιση της ανωτέρω αγοραπωλητήριας συμβάσεως (το έτος 2004), άδεια από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, δεν θεραπεύει την εκ της άνω απαγορεύσεως από το νόμο ακυρότητα (κατά τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ.) της τυχόν υποκρυπτόμενης δικαιοπραξίας και δεν καθιστά έννομο το συμφέρον του προς άσκηση των ανωτέρω αγωγών, διότι δεν δύναται να καταστεί έγκυρη εκ των υστέρων η υποκρυπτόμενη δικαιοπραξία και να αναγνωριστεί η εικονικότητα της αγοραπωλησίας και ο ενάγων συγκύριος του ακινήτου, αφού, όπως προεκτέθηκε, η ύπαρξη της απαιτούμενης, κατά τα άνω, άδειας αποτελεί στοιχείο του πραγματικού της σχετικής δικαιοπραξίας, ήτοι προϋπόθεση, που πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο καταρτίσεως της. Επομένως, οι υπό κρίση αγωγές περί αναγνωρίσεως της εικονικότητας της αγοραπωλητηρίου δικαιοπραξίας και αναγνωρίσεως της συγκυριότητας του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου είναι απορριπτέες, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, προεχόντως ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατέβαλε ο ίδιος, κατά την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου, στην πωλήτρια σε μετρητά το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ως συμμετοχή του κατά το ήμισυ στην εξόφληση του τιμήματος) δεν αποδείχθηκε. Και τούτο, διότι αυτός δεν προσκόμισε κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, λχ. γραμμάτιο αναλήψεως του ποσού από τράπεζα, ενόψει του σημαντικού ύψους τούτου, η δε κατάθεση του μαρτυρά του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είναι ασαφής και αντιφατική κατά τούτο, καθόσον αφενός καταθέτει, ότι οι πραγματικοί αγοραστές κατέβαλαν το τίμημα σε μετρητά, 25.000.000 δρχ. έκαστος κατά την υπογραφή του συμβολαίου, αφετέρου ότι η πωλήτρια είχε λάβει προκαταβολή για την αγοραπωλησία. Αντίθετα, από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο .../22.7.1993 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (σελ. 6) σαφώς προκύπτει, ότι το τίμημα καταβλήθηκε από τον αγοραστή (Μ. Π.) με την υπ' αριθμ. .../22.7.1993 τραπεζική επιταγή της Τράπεζας BARCLAY'S BANK, εις διαταγήν του αγοραστή, ο οποίος, αφού την οπισθογράφησε, την παρέδωσε στην πωλήτρια, η οποία την παρέλαβε. Περαιτέρω, και ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατέβαλε μετά την αγορά του επίδικου ακινήτου 900.000 ευρώ για την ανακαίνισή του, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι οι συμβάσεις έργου για την επισκευή και εργασίες ανακαίνισης καταρτίστηκαν, είτε προφορικά είτε με ιδιωτικά συμφωνητικά, μεταξύ των εργολάβων και του Μ. Π., αποκλειστικά, τα δε δελτία παραγγελίας υλικών και οι αποδείξεις πληρωμής έχουν εκδοθεί στο όνομά του. Επομένως, αποδείχθηκε ότι δεν υφίσταται απαίτηση του ενάγοντος κατά της εναγομένης για την ανωτέρω αιτία. Στη συνέχεια, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Το έτος 2001 ο Μ. Π. αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα στις επιχειρήσεις του, γεγονός που τον ανάγκασε, μεταξύ άλλων, να αποφασίσει να πωλήσει το επίδικο ακίνητο του στην …προς εξεύρεση οικονομικών πόρων και για το λόγο αυτό χορήγησε στην απολύτου εμπιστοσύνης του συνεργάτιδα του, Ά. Β., ειδική εντολή, δυνάμει του .../3.5.2001 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας συζ. Αυγέρη Αυγερινού, να μεταβιβάσει αυτό σε τρίτο πρόσωπο. Όταν, όμως, αντιλήφθηκε ότι η ανωτέρω προέβη σε κατάρτιση αυτοσυμβάσεως, δυνάμει του .../23.10.2001 προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτου... προκειμένου να μεταβιβάσει στον εαυτό της το επίδικο ακίνητο, προτιθέμενος να αποτρέψει τη μεταβίβαση του ακινήτου, κατόπιν οδηγιών των πληρεξουσίων του δικηγόρων, προέβη σε ανάκληση του ανωτέρω πληρεξουσίου, δυνάμει της .../16.11.2001 πράξης ανάκλησης πληρεξουσίου... και ταυτόχρονα, σε συνεννόηση με τον ενάγοντα, ενέγραψε συναινετικά συντηρητική κατάσχεση υπέρ του τελευταίου ποσού 50.000.000 δρχ., κατόπιν εκδόσεως της 1034/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία εγγράφηκε στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Μέσης Κέρκυρας. Όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εγγραφή του ανωτέρω ασφαλιστικού μέτρου έγινε προς εξασφάλιση απαιτήσεως που είχε ο ενάγων από προηγηθείσα κατάρτιση συμβάσεως δανείου μεταξύ αυτού και του Μ. Π., όπως ο ίδιος (ενάγων) αβάσιμα διατείνεται. Και τούτο, διότι η σχέση απολύτου εμπιστοσύνης, που συνέδεε τον ενάγοντα με τον Μ. Π., δεν δικαιολογεί τη δανειοδότηση και μάλιστα με την καταβολή μετρητών, αφού, άλλωστε, διατηρούσαν διάφορους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, από τους οποίους θα μπορούσε να προβεί σε ανάληψη ο τελευταίος. Ούτε και σε περίπτωση που τυχόν είχε συναφθεί σύμβαση δανείου δικαιολογείται η εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης προς εξασφάλιση απαιτήσεως, δεδομένης της ανωτέρω σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ τους, λόγω τη μακροχρόνιας επαγγελματικής και προσωπικής σχέσεως τους. Στη συνέχεια, η ανωτέρω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ανακλήθηκε με την 1734/2003 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, η οποία διέταξε την άρση του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης, λόγω μεταβολής των πραγμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, δηλαδή της επείγουσας περίπτωσης και του επικειμένου κινδύνου, όπως αυτά προέκυψαν, αφενός μεν από την μη επίδοση από τον ενάγοντα της απόφασης για συντηρητική κατάσχεση στον Μ. Π. και μετέπειτα στην εναγομένη, κληρονόμο του, και αφετέρου από την καθυστερημένη άσκηση της ένδικης αγωγής αποδόσεως δανείου από αυτόν, είκοσι τρεις μήνες μετά την έκδοση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή περί αποδόσεως δανείου είναι απορριπτέα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε, ότι η πρώτη εναγόμενη, μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος αδελφού της, Μ. Π., αποδέχθηκε την κληρονομιά του δυνάμει της .../2003 δηλώσεως αποδοχής...που μεταγράφηκε νόμιμα, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, το οποίο μεταβίβασε στη συνέχεια, δυνάμει του .../2003 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος είναι ο τρίτος εναγόμενος, αντί τιμήματος 2.083.640 ευρώ. Η δεύτερη εναγόμενη, αγοράστρια του επίδικου ακινήτου, γνώριζε κατά τη μεταβίβαση του ότι είχαν ασκηθεί οι ένδικες προαναφερθείσες αγωγές από τον ενάγοντα κατά της πρώτης εναγομένης και την πιθανότητα να γίνουν δεκτές, ως κατ' ουσίαν βάσιμες και να υποχρεωθεί αυτή, ως ειδική διάδοχος της πρώτης, να καταβάλει τα αιτούμενα ποσά στον ενάγοντα, για το λόγο δε αυτό από το συνολικό τίμημα παρακράτησε το ποσό των 586.940 ευρώ, μέχρι να εξαλειφθεί η συντηρητική κατάσχεση επί του ακινήτου και να απορριφθούν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση οι αγωγές αυτές. Όμως, εφόσον ο ενάγων δεν έχει καμμία απαίτηση κατά της πρώτης εναγομένης για τις αναφερόμενες στις αγωγές αυτές αιτίες, δεν συντρέχει η απαραίτητη προϋπόθεση για τη διάρρηξη της παραπάνω δικαιοπραξίας, προς τούτο και δεν δύναται αυτή να διαρρηχθεί, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση των λοιπών προϋποθέσεων που απαιτεί ο νόμος προς τούτο και, συνεπώς, η σχετική ερευνώμενη αγωγή είναι επίσης απορριπτέα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το απορριπτικό της αγωγής (ως ουσιαστικά αβασίμου) πόρισμά της και το αντίστοιχο διατακτικό της. Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ως προς τη μη διευκρίνιση, εάν τα καταβληθέντα χρήματα προήρχοντο από κοινούς λογαριασμούς η ανήκαν στον φερόμενο αγοραστή αποκλειστικώς, τα αναφερόμενα στην προσωπική φιλία του αναιρεσείοντος με τον Μ.Π., αν οι κοινές καταθέσεις κάλυπταν τις οικονομικές ανάγκες του τελευταίου και το ότι η στενή φιλία με αυτόν δεν συμπορεύεται με την άσκηση τακτικής αγωγής για κατοχύρωση του, δεν συνιστούν, πρόδηλα, ασαφείς αιτιολογίες. Άλλωστε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων δεν μπορεί να αποτελέσει βάση αναιρετικού λόγου για ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά ταύτα, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Ακόμη, γίνεται ρητή μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση, πως ελήφθησαν υπ'όψη όλα, εν γένει, τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι διάδικοι. Εκ τούτου, δε, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δε καταλείπεται αμφιβολία πως αυτές συναξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Οι αναφορές του αναιρεσείοντος στις φερόμενες ως εσφαλμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και σε εκείνες που κατά την κρίση του έπρεπε να υπάρχουν, εάν όντως λαμβάνονταν υπ' όψιν οι πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις και η κατ' αυτού (αναιρεσείοντα) προβαλλόμενη εξώδικη ομολογία του Μ. Π. υπέρ των απόψεών του, αναφέρονται σε ουσιαστικές κρίσεις και εκτιμήσεις, οι οποίες εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο αναιρεσείων, προβάλλει την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι η πληττόμενη απόφαση παρέλειψε να εφαρμόσει την από 1.12.1927 σύμβαση περί εγκαταστάσεως και δικαστικής προστασίας, η οποία έχει κυρωθεί με το νόμο 3610/1928, όπου περιλαμβάνεται για τους Ελβετούς υπηκόους, η ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου Κράτους. Άρα, αφού η σύμβαση αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο, επίδικο, χρόνο αυτός εδικαιολογείτο να αποκτήσει ιδιοκτησία σε παραμεθόριο περιοχή, αν και ήταν υπήκοος Ελβετίας. Όμως ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν στην έφεση υπήρχε σχετικός λόγος, ούτε αν τέθηκαν οι πιο πάνω ισχυρισμοί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς κρίση, ο αναιρετικός αυτός λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφ' οσον: α) το Εφετείο απέρριψε το σύνολο των αγωγικών αιτημάτων ως ουσιαστικά αβασίμων, β) οι κρίσεις και οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, για το νομικό καθεστώς των παραμεθορίων περιοχών δεν στηρίζουν αποκλειστικά, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως σαφώς προκύπτει από τη λέξη "προεχόντως", την οποία χρησιμοποιεί συναφώς το Εφετείο, καθώς και από την εν συνεχεία ουσιαστική παραδοχή αυτού, ότι ο αναιρεσείων ουδέν κατέβαλε ως τίμημα για την αγορά του ακινήτου και ουδέν ποσό δαπάνησε επωφελώς γι' αυτό. γ)άλλωστε, με το αναιρετήριο δεν προσβάλλονται βάσιμα, οι περαιτέρω παραδοχές της εφετειακής απόφασης, η οποία διαλαμβάνει πρόσθετες αιτιολογίες που, ωσαύτως, στηρίζουν το διατακτικό της. Κατά ταύτα, ο πρώτος, όπως παραπάνω, λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ο δε αναιρεσείων, λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (αρθρ.178, 183 ΚΠολΔ), ιδιαίτερη, όμως για την πρώτη εξ αυτών αφενός και την δευτέρα και τον τρίτο αφετέρου λόγω της χωριστής υπερασπίσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-2-2010 αίτηση του Ρ. Τ. προς αναίρεση της 40/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2700) για την πρώτη των αναιρεσιβλήτων αφενός, και στο αυτό ποσό για την δεύτερη και τον τρίτο, αφετέρου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ