Γ.Β Αριθμός 548/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Ν. και 2) Β. Π. του Ν., κατοίκων Αλεξανδρούπολης, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Ναλμπάντη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2014 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 557/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 292/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 22-1-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμ. 292/2019 απόφαση του, ως Εφετείου, δικόσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων Β. Π.. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη, από το αναιρεσείον, με αριθμ. 3056Δ/8-10-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στη Περιφέρεια του Εφετείου Θράκης Ελισάβετ Τσονίδου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 22-1-2020, αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 640/2020, ΑΠ 1379/2019). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω όρθρου 1 του ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γΓ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρ. 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, "...οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ". Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών .... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 804/2019, ΑΠ 92/2019). Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όπως το εν λόγω άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή (άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 343/2020, ΑΠ 151/2014). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 343/2020, ΑΠ 343/2020, ΑΠ 551/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης (πρώτο και δεύτερο), το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, δέχτηκε ότι συντρέχουν, ως προς το ζήτημα της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, που ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης, οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στο ν. 3869/2010 (άρθρο 1 παρ. 1), οι οποίες όμως δεν συνέτρεχαν για την εφαρμογή της, διαλαμβάνοντας συγχρόνως και ελλιπή αιτιολογία ως προς το ως άνω ζήτημα και ως προς την περιέλευσή της σε μόνιμη αδυναμία λόγω έλλειψης δόλου, διότι, όπως υποστηρίζει (το αναιρεσείον), η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερεύνησε την από υπαιτιότητά της μη επιδίωξη καταβολής διατροφής σε αυτήν (πρώτη αναιρεσίβλητη), για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της από τον πρώην σύζυγο της και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης, χωρίς δόλο, της αιτούσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: ".....η αιτούσα, ηλικίας 45 ετών, είχε τελέσει γάμο με το Σ. Λ. του Ευστρατίου, με τον οποίο απέκτησε ένα τέκνο, τη Β., ηλικίας σήμερα 13 ετών. Ο γάμος τους λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο δυνάμει της υπ' αριθ. 277/20-10-2010 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη. Με το υπ1 αριθ. 162/4-11-2009 πρακτικό συμβιβασμού μεταξύ των δύο συζύγων, με το οποίο καταργήθηκε η ανοιγεϊσα με την από 14- 10-2009 με αριθ. έκθεσης κατάθεσης 2438/Α.Μ./936/14-10-2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δίκη, η αιτούσα ανέλαβε την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους, ρυθμίστηκε η επικοινωνία του πατέρα με αυτό και ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην αιτούσα το ποσό των 300,00€ το μήνα, ως συνεισφορά στη διατροφή της κόρης του. Ο Σ. Λ. υπήρξε συνεπής στην υποχρέωσή του αυτή μόνον τους πρώτους μήνες μετά την έκδοση του συναινετικού διαζυγίου, αργότερα σταμάτησε να καταβάλλει την οφειλόμενη διατροφή και πλέον δεν έχει καμία επικοινωνία ούτε με την ανήλικη ούτε με τη μητέρα της. Η αιτούσα δεν επιχείρησε να διεκδικήσει δικαστικά τα οφειλόμενα για λογαριασμό του τέκνου της, επειδή δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το πράξει, για τους λόγους που αναφέρονται παρακάτω. Πρέπει να επισημανθεί ότι, η αιτούσα δεν είχε ούτε τη δυνατότητα να αιτηθεί τη χορήγηση νομικής βοήθειας για να στραφεί σε βάρος του πρώην συζύγου της και πατέρα της ανήλικης, διότι, το ετήσιο εισόδημα της υπερβαίνει το κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3226/2004 όριο για την παροχή νομικής βοήθειας (τα 2/3 των κατώτατων ετήσιων ατομικών αποδοχών που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας). Συγκεκριμένα, η αιτούσα εργάζεται ως νοσηλεύτρια ΥΕ στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της, μετά από τις περικοπές στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων λόγω της δημοσιονομικής προσαρμογής, ανέρχονται στο ποσό των 900,00€ (βλ. την προσκομιζόμενη βεβαίωση αποδοχών Μαΐου έτους 2018). Επίσης, εισπράττει επίδομα τέκνου, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 50,00€ το μήνα. Έτσι, τα συνολικά εισοδήματά της ανέρχονται στο ποσό των 950,00€ μηνιαίως. Τα προηγούμενα έτη, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά φόρου εισοδήματος, τα μηνιαία καθαρά εισοδήματα της αιτούσας είχαν ως εξής: Το έτος 2010 (15.889,96€: 12) = 1.324,16€. Το έτος 2011 (14.013,85€: 12) = 1.167,82€. Το έτος 2012 (12.018,54€: 12) = 1.001,55€. Το έτος 2013 (11.646,76€: 12) = 970,56€. Το έτος 2014 (12.469,71€: 12) = 1.039,14€. Το έτος 2015 (12.686,60€: 12) = 1.057,22€. Το έτος 2016 (12.601,00€: 12) = 1.050,08€. Και το έτος 2017 (12.808,33€: 12) = 1.067,36€. Διαμένει μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της, που είναι μαθήτρια Γυμνασίου, σε ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου οικοδομής κείμενης επί της οδού Θουκυδίδου στην Αλεξανδρούπολη, έτους κατασκευής 2005, καθαρού εμβαδού 64,00 τ.μ. στο οποίο αντιστοιχεί και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μίας αποθήκης στο υπόγειο της ίδιας οικοδομής εμβαδού 9,00 τ.μ.. Το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στην αιτούσα δυνάμει του υπ' αριθ. …/19-12-2005 συμβολαίου αγοράς που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Απόστολου Ευφραιμίδη και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …. Η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 52.218,90€ (βλ. προσκομιζόμενη πράξη διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2017), το οποίο δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για απόκτηση πρώτης κατοικίας, όπως καθορίζεται από το άρθρο 21 του Ν. 3842/2010 και κωδικοποιήθηκε με το Ν. 4141/2013, για την εξαίρεσή της από την εκποίηση. Με βάση τα ανωτέρω, το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βασικών δαπανών για τη διαβίωση της αιτούσας και του εξαρτώμενου απ' αυτήν ανηλίκου τέκνου της, στις οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, τα λειτουργικό έξοδα κατοικίας, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η εκπαίδευση της ανήλικης, η ενημέρωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, ανέρχεται στα 800,00€ μηνιαίως. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς της πρώτης κατοικίας της, η αιτούσα συνήψε στις 14-4-2006 την υπ' αριθ. … σύμβαση στεγαστικού δανείου με το εκκαλούν, ποσού 122.098,00€. Η διάρκεια του δανείου συμφωνήθηκε τριακονταετής και η μηνιαία δόση εξόφλησης, η οποία παρακρατούνταν από το μισθό της αιτούσας, ορίστηκε στο ποσό των 603,27€, ενώ προς εξασφάλιση της απαίτησης του εκκαλούντος εγγράφηκε υποθήκη σε βάρος του εν λόγω ακινήτου. Το ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφάλαιο του δανείου αυτού στις 8-6-2018 ανερχόταν σε 99.388,29€. Την ίδια ημερομηνία (14-4-2006), η αιτούσα συνήψε με το εκκαλούν και την υπ' αριθ. 02/7013 σύμβαση δανείου, ποσού 2.859,00€, διάρκειας είκοσι (20) ετών, με μηνιαία δόση εξόφλησης, η οποία επίσης παρακρατούνταν από το μισθό της αιτούσας, ποσού 14,13€. Η αιτούσα υπήρξε συνεπής στην καταβολή των οφειλόμενων δόσεων μέχρι το έτος 2010, αφού μέχρι εκείνο το χρόνο ζούσαν στην ίδια οικογενειακή στέγη με το σύζυγο της, που εργαζόταν στην εταιρία αλλαντικών "ΥΦΑΝΤΗΣ" με καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.000,00€, συνεπώς, το οικογενειακό τους εισόδημα υπερέβαινε τα 2.000,00€ και κάλυπτε τόσο τις ελάχιστες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς τους όσο και τις προαναφερθείσες δανειακές υποχρεώσεις της αιτούσας. Ωστόσο, εντός του έτους 2011, όταν ο σύζυγος της έπαψε πλέον να καταβάλλει τη συμφωνηθείσα μεταξύ τους διατροφή, η αιτούσα άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες στην κάλυψη των δαπανών διαβίωσης αυτής και του ανηλίκου τέκνου της, δοθέντος ότι οι δόσεις για την εξόφληση των δανείων από το εκκαλούν παρακρατούνταν από το μισθό της. Έτσι, υποχρεώθηκε να δανεισθεί άτυπα από τους γονείς της διάφορα χρηματικά ποσά, ενώ το Νοέμβριο του έτους 2012 δανείσθηκε από την αδελφή της Β. το ποσό των 5.000,00€, με την υποχρέωση να της το επιστρέψει άτοκα στις 31-10-2014 (βλ. το από 1-11-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου). Προηγουμένως, αιτήθηκε από το εκκαλούν και προέβη σε ρύθμιση της σύμβασης στεγαστικού δανείου, συγκεκριμένα η διάρκεια αυτού επιμηκύνθηκε και από 30ετής έγινε 40ετής, η δε οφειλόμενη μηνιαία δόση μειώθηκε στο ποσό των 504,04€. Και πάλι, όμως, η αιτούσα δεν μπορούσε να καλύψει τις ελάχιστες δαπάνες διαβίωσής της, καθώς και του ανηλίκου τέκνου της και για το λόγο αυτό προέβη στην κατάθεση της υπό κρίση αίτησης. Σημειωτέον ότι, ακόμη και όταν με την υπ' αριθ. 360/2015 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης, το ποσό που παρακρατούνταν από το μισθό της μειώθηκε στα 100,00€, η θυγατέρα της δεν είχε τη δυνατότητα να παρακολουθεί μαθήματα κάποιας ξένης γλώσσας σε ιδιωτικό φροντιστήριο, όπως σχεδόν όλοι οι μαθητές της ηλικίας της, ούτε κάποια άλλη εξωσχολική δραστηριότητα. Τέλος, η αιτούσα ήταν συγκυρία κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου μάρκας PEUGEOT, 1.124 κυβικών εκατοστών, με έτος πρώτης κυκλοφορίας 2001, το οποίο (ιδανικό μερίδιο επί του αυτοκινήτου) αναγκάσθηκε να μεταβιβάσει στον έτερο συγκύριο - πρώην σύζυγο της Σ. Λ. - κατά το χρόνο έκδοσης του συναινετικού τους διαζυγίου, προκειμένου ο τελευταίος να συμφωνήσει στο να διατηρήσει η αιτούσα τον οικιακό εξοπλισμό της κατοικίας τους, όπου θα συνέχιζε να διαμένει η ίδια μαζί με την κόρη τους. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, η αιτούσα, λόγω του ύψους των συμβατικών της υποχρεώσεων και της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρέθηκε το έτος 2011 και εξακολουθεί να βρίσκεται μέχρι σήμερα, περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την έννοια ότι τα εισοδήματά της δεν επαρκούν για την εξασφάλιση των βασικών βιοτικών αναγκών της οικογένειάς της και την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της. Στην κατάσταση δε αυτή, η αιτούσα, η οποία δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, έχει περιέλθει χωρίς δόλο. Ειδικότερα, δεν προέκυψε ότι η αιτούσα περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, καθόσον, ούτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών της προς το εκκαλούν ότι είναι αδύνατη η εξυπηρέτησή τους, ούτε αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό, ούτε προέβη σε αλόγιστο υπερδανεισμό προκειμένου να εξασφαλίσει ένα επίπεδο πολυτελούς διαβίωσης ανώτερο αυτού που της επέτρεπαν οι οικονομικές της δυνατότητες, ούτε βρέθηκε από υπαιτιότητά της μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Η αδυναμία αυτή οφείλεται σε έκτακτα γεγονότα που μεσολάβησαν, όπως η ενσκήψασα στη χώρα οικονομική κρίση που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των αποδοχών της και την αύξηση του μηνιαίου κόστους διαβίωσης με βάση πασίδηλα γεγονότα (αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης και λογαριασμών ύδατος και κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος), καθώς και στο διαζύγιο με το σύζυγο της. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αιτούσας να ζητήσει τη ρύθμιση των οφειλών της, πρέπει να σημειωθεί ότι η επιδίωξη για ρύθμιση των χρεών της αιτούσας, υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκησή του δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά αντιθέτως κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το σκοπό και το γράμμα του Ν. 3869/2010, ο οποίος προτάσσει την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τη διατήρηση ενός βασικού επιπέδου αντιμετώπισης των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη έναντι της ικανοποίησης με κάθε θυσία των πιστωτών του, αλλά είναι και σύμφωνη με τους ηθικούς κανόνες που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του μέσου συνετού κοινωνού, απορριπτομένων κατ' επέκταση των αντίθετων ισχυρισμών του εκκαλούντος ως ουσιαστικά αβάσιμων. Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της αιτούσας στη ρύθμιση των διατάξεων του Ν. 3869/2010.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικό αβάσιμη, την από 22-1-2019 (αριθμ. καταθ. 7/2019) έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. κατά της πρωτόδικης, με αριθμ. 557/2018, απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη από 18-12-2014 (αριθμ. καταθ. 752/19-12-2014) αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της πρώτης αναιρεσιβλήτου - αιτούσας στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις προεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους της πρώτης αναιρεσιβλήτου των χρηματικών της οφειλών. Ειδικότερα, το Δικαστήριο προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δύο δανειακών συμβάσεων που ανέλαβε η αιτούσα από το αναιρεσείον, το οποίο ανέρχεται στα ποσά των 122.098 και 2.859 ευρώ, β) το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας κατά τα οικονομικά έτη 2006-2010 δηλ. κατά την κατάρτιση των συμβάσεων δανείου, συμπεριλαμβανομένου και αυτού του τότε συζύγου της, καθώς και το οικογενειακό της εισόδημα, μετά το διαζύγιο, των ετών 2010-2017 μέχρι την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως, γ) το μηνιαίο οικογενειακό της εισόδημα κατά το χρόνο κατάθεσης της αιτήσεως, το οποίο ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 950,00 ευρώ, υπολογίζοντας και το επίδομα τέκνου των 50,00 ευρώ κατά μήνα, δ) την ηλικία της αιτούσας καθώς και ότι από τον γάμο της, ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα, απέκτησε ένα τέκνο, ηλικίας 13 ετών και ότι αυτή εργάζεται ως νοσηλεύτρια ΥΕ στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης και ε) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογενείας της το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 800,00 ευρώ, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων της (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και του προστατευόμενου μέλους της οικογενείας της, δηλ. για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παράλληλα με την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή τους, το Εφετείο έκρινε ότι η αιτούσα-οφειλέτης, δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά και τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως, πρέπει να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010. Με βάση δε τις προεκτεθείσες παραδοχές, το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την οιαδήποτε μορφή δόλου (άμεσος ή ενδεχόμενος, αρχικός ή επιγενόμενος), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, αφού ούτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών της προς το αναιρεσείον, ότι είναι αδύνατη η εξυπηρέτησή τους, ούτε αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό, ούτε προέβη σε αλόγιστο υπερδανεισμό προκειμένου να εξασφαλίσει ένα επίπεδο πολυτελούς διαβίωσης ανώτερο αυτού που της επέτρεπαν οι οικονομικές της δυνατότητες, ούτε βρέθηκε από υπαιτιότητά της μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αλλά η αδυναμία αυτή οφείλεται σε έκτακτα γεγονότα που μεσολάβησαν, όπως η ενσκήψασα στη χώρα οικονομική κρίση που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των αποδοχών της και την αύξηση του μηνιαίου κόστους διαβίωσης με βάση πασίδηλα γεγονότα (αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης και λογαριασμών ύδατος και κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος), καθώς και στο διαζύγιο με το σύζυγο της. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη της ένστασης δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων χρεών της, ως ουσιαστικά αβάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ δεν μπορεί να καταλογιστεί σε βάρος της αιτούσας η μη άσκηση αγωγής για την καταβολή της συνεισφοράς του συζύγου της προς διατροφή μετά τη συζυγική διάσταση(ΑΠ 458/2022). Ενόψει των παραπάνω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 22-1-2020 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2020), αίτηση, για αναίρεση της με αριθμ. 292/2019 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ