Αριθμός 1607/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας κτηματικών συναλλαγών με την επωνυμία " …" με διακριτικό τίτλο " …" που εδρεύει στον ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κατσίγιαννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαθανασίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4848/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-2-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 26-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 4848/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 19-1-2009 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την 212/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 13-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας περί καταβολής αμοιβής από σύμβαση μεσιτείας) και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ.1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να την πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης μεσιτικής αμοιβής είναι: α) η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης μεσιτείας, και β) η έγκυρη σύναψη της σκοπούμενης (κυρίας) σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων που αξιώνει την καταβολή μεσιτικής αμοιβής, προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 248/1993, για την άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη αστικών συμβάσεων ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο της έδρας του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Στην κρινόμενη υπόθεση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία " …" ισχυρίζεται με την ένδικη από 13-12-2006 αγωγή της: Ότι διατηρεί μεσιτικό γραφείο, με νόμιμη άδεια, με τον τίτλο " …", με αντικείμενο δραστηριότητας τη διευκόλυνση συναλλαγών που έχουν ως σκοπό την πώληση, μεταβίβαση ή ενοικίαση ακινήτων, κειμένων στην ευρύτερη περιοχή του …. Ότι μετά από προφορική συμφωνία της με τον εναγόμενο ανέλαβε να μεσολαβήσει για την πώληση ακινήτου του έναντι αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 2ο/ο επί του αναγραφομένου τιμήματος πώλησης και ότι με τη μεσολάβησή της καταρτίστηκε έγκυρη σύμβαση πώλησης του ακινήτου του εναγομένου αντί τιμήματος 1.000.000 ευρώ. Γι' αυτό και ζητεί να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει τη συμφωνημένη μεσιτική αμοιβή, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 20.000 ευρώ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω η ένδικη αγωγή, από το όλο περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι η ενάγουσα είναι ομόρρυθμη εταιρία και έχει νομίμως διοριστεί μεσίτρια αστικών συμβάσεων, είναι νόμιμη, στηριζομένη στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα "δεν επικαλείται (στην αγωγή), ότι είναι εγγεγραμμένη στο οικείο Επιμελητήριο της έδρας της ως μεσίτρια, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 248/ 1993, ενώ επιπροσθέτως δεν αναφέρει τη συγκεκριμένη εταιρική μορφή της, ώστε να διαγνωσθεί αν αποτελεί εμπορική εταιρία, όπως επιβάλλει ο νόμος, προκειμένου μία εταιρία να ασκήσει μεσιτική δραστηριότητα", εσφαλμένα εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο, παρότι η αναιρεσείουσα επικαλείται τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει, κατ' ορθή εκτίμησή του, αιτιάσεις από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ίδιου Κώδικα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του πιο πάνω λόγου αναίρεσης (η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου λόγου αναίρεσης) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ. Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 4848/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ