Αριθμός 1033/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Ρ. του Ρ. κατοίκου ... και 2. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 2. Μ. συζ. Κ. Μ. το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τσιλιμίγκρα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4500/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3343/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 18-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της, πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 356/2010, 1/2011). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το .../24-2-1999 προσύμφωνο μεταβίβασης οριζοντίων ιδιοκτησιών η μη διάδικος Θ. Σ. υποσχέθηκε να πωλήσει στον πρώτο των εναγομένων .... μια εξαώροφη οικοδομή που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Κηφισιάς... Η ανωτέρω με το .../24-2-1999 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο εξουσιοδότησε τον πρώτο των εναγομένων...να πωλήσει για λογαριασμό της οποιαδήποτε οριζόντια ιδιοκτησία της...οικοδομής. Με το .../26-10-1999 συμβόλαιο οι ενάγοντες αγόρασαν...από τον πρώτο των εναγομένων, ο οποίος.. ενεργούσε για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας Θ..Σ...το υπό στοιχ. Κ.1 κατάστημα του ισογείου ορόφου...και την υπό στοιχεία ΑΠ.1 αποθήκη του υπογείου. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων οι εναγόμενοι ..είχαν ενημερώσει τους αντιδίκους τους ότι τα προς πώληση ως άνω ακίνητα τύγχαναν εκμισθωμένα στην Ε. Σ...Επίσης... ότι εκκρεμούσε δικαστική διαμάχη αποβολής της προαναφερθείσης μισθώτριας, ύστερα από άσκηση της από 31/3/1999 αγωγής της πωλήτριας Θ..Σ.. Ενόψει των επιφυλάξεων των εναγόντων ..να προβούν στην αγορά... (επιφυλάξεις οι οποίες πήγαζαν από την ύπαρξη της πιο πάνω μισθωτικής σχέσης και από τη...δικαστική διαμάχη) και με αποκλειστικό σκοπό οι εναγόμενοι να κάμψουν τους σχετικούς δισταγμούς των αντιδίκων τους, ώστε οι τελευταίοι, εν τέλει, να προχωρήσουν στην ρηθείσα αγορά, υπογράφηκε από τις διάδικες πλευρές το από 26/10/1999 ιδιωτικό συμφωνητικό στο τελευταίο συμπεριελήφθη σχετικά και ο τέταρτος όρος, σύμφωνα με τον οποίο : "Το προς πώληση ακίνητο ήταν μισθωμένο στην Σ., ήδη δε κατά δήλωση του εκ των πωλητών Δ. Ρ., εκινήθη διαδικασία εξώσεως, κατετέθη σχετική αγωγή εξώσεως κατά του μισθωτού αυτού που συνεζητήθη στις 2/9/1999 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και αναμένεται η έκδοση αποφάσεως. Δεδομένου δε της αγοράς του ακινήτου αυτού από τους αγοραστές και της ως εκ τούτου υπεισέλευσής τους στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εκμισθωτών πωλητών δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-2-1999 προσυμφώνου εγγράφου, ρητά συμφωνείται και γίνεται αποδεκτό από τον εκ των πωλητών Δ. Ρ. ότι, αναλαμβάνει αυτός ή/και η εταιρεία την οποία νομίμως εκπροσωπεί την κάλυψη παντός εξόδου σχετιζόμενου με τη δίκη αυτή αλλά και κάθε άλλης που πιθανόν να ανοίγει από τους αγοραστές (δικαστικά τέλη, αμοιβή δικηγόρων δια την παράστασή τους στα δικαστήρια όλων των βαθμών μέχρι και του Αρείου Πάγου και για κάθε αναβολή κλπ). Ρητώς επίσης συμφωνείται και γίνεται αποδεκτό από τον εκ των πωλητών Δ. Ρ. ότι αναλαμβάνει αυτός ή/και η εταιρεία την οποία εκπροσωπεί να καταβάλει δια λογαριασμό των αγοραστών, τυχόν έξοδα δικαστικού ή εξώδικου συμβιβασμού με τον παραπάνω μισθωτή, να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση ορισθεί από τα Δικαστήρια αυτά (και των τριών βαθμών) σχετικά με την έξωση, ως ανωτέρω, του μισθωτού από το Κ1 ακίνητο". Επί της από 31/3/1999 μνησθείσης αγωγής, εκδόθηκε αρχικά η 4838/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η τελευταία έκανε δεκτή από ουσιαστική άποψη την ως άνω αγωγή. Σε εκτέλεση..της και χωρίς οι εναγόμενοι..(που επεμελούντο για την - με την αρωγή των αρμοδίων Δικαστηρίων -αποχώρηση της μισθώτριας Ε. Σ.) να αναμένουν την τελεσιδικία της, αποβλήθηκε η ειρημένη μισθώτρια στις 10/1/2000. Η τελευταία άσκησε κατά της προεκτεθείσης αποφάσεως...έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 4616/2000 απόφαση του Εφετείου...που εξαφάνισε την 4838/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου...και απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή. Η...απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατέστη...αμετάκλητη με την 1031/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου...Οι ενάγοντες... στηριζόμενοι στις διαβεβαιώσεις των αντιδίκων τους περί θετικής κατάληξης της παραπάνω δικαστικής διαμάχης προχώρησαν και στην υπογραφή του .../22-1-2001 συμβολαίου, με το οποίο, επιπλέον, αγόρασαν το υπό στοιχεία Κ2 ισόγειο κατάστημα της προρρηθείσης πολυώροφης οικοδομής και την υπό στοιχεία ΑΠ2 αποθήκη. Τις αμέσως προηγούμενες ιδιοκτησίες ενοποίησαν με τις αρχικώς αγορασθείσες, ώστε προέκυψε ένα ισόγειο κατάστημα 118 τ.μ. με υπόγειο 130 τ.μ., το οποίο στις 19/3/2001 εκμίσθωσαν στην εταιρεία με την επωνυμία "....", υπογράφοντας και το από 19/3/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης. Ο ισχυρισμός των εναγομένων...ότι οι αντίδικοί τους προέβησαν στην προειρημένη μίσθωση μόλις τρεις ημέρες μετά τη συζήτηση της ρηθείσης αίτησης αναίρεσης χωρίς να αναμένουν την έκβαση της δίκης και ότι είχαν γνώση της δικαστικής πορείας των υποθέσεων με την κοινοποίηση των οικείων δικογράφων σε αυτούς, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ένδικη διαφορά. Τούτο, δε, διότι οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι είχαν τις ρητές και επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις των αντιδίκων τους ότι θα λάβει χώρα τελικά η αποβολή της μισθώτριας, και, κατά κύριο λόγο, διότι η γνώση τους για την δικαστική πορεία της σχετικής υπόθεσης ουδόλως αποτέλεσε όρο της από 26/10/1999 επίδικης των διαδίκων συμφωνίας. Στις 6/9/2001 η μισθώτρια Ε. Σ. κοινοποίησε στους ενάγοντες-εφεσιβλήτους αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση της 4616/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και στις 16/10/2001 απέβαλε το νέο μισθωτή των εναγόντων-εφεσιβλήτων, δηλαδή την εταιρεία "..." και επανεγκαταστάθηκε στα μίσθια ακίνητα. Ενόψει αυτής της καταστάσεως υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων...και της Ε. Σ. το από 26/10/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Με το τελευταίο συμφωνήθηκε οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι να προχωρήσουν στην καταβολή προς τη...μισθώτρια, ως αποζημίωση, του ποσού των 40.000.000 δρχ (ήδη 117.388,11€) ως ακολούθως: 7.000.000 δρχ...της κατεβλήθη κατά το χρόνο της υπογραφής του εν λόγω συμφωνητικού, ενώ τα υπόλοιπα 33.000.000 δρχ ... συμφωνήθηκε να της καταβληθούν σε μηνιαίες δόσεις του 1.000.000 δρχ....Για τον πιο πάνω σκοπό οι ενάγοντες...και η ...μισθώτρια υπέγραψαν διαδοχικά και το από 26/10/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης, με το οποίο οι πρώτοι εκχώρησαν την απαίτηση κατά του νέου μισθωτή... "..." για την είσπραξη του σχετικού μισθώματος. Με τα δεδομένα αυτά, και ενόψει του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι...ανέλαβαν - δυνάμει του άρθρου 4 του από 26/10/1999 ιδιωτικού συμφωνητικού - από κοινού την υποχρέωση να καταβάλουν στους αντιδίκους τους, μεταξύ των άλλων, και τα τυχόντα έξοδα εξωδίκου συμβιβασμού αναφορικά με την αποχώρηση της μισθώτριας Ε. Σ. από τα πωληθέντα ακίνητα, υποχρεούνται έναντι των εναγόντων -εφεσίβλητων να τους καταβάλουν - σε εκτέλεση του προσημειωθέντος συμβατικού όρου -, το ποσό...των 117.388,116€ το οποίο, κατά τα ρηθέντα, αποτέλεσε το αντικείμενο του εξώδικου συμβιβασμού. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι ανεξάρτητα αν δεν γίνεται αναφορά σε κάποιο περιοριστικό πλαίσιο εν σχέσει με το ποσό στο οποίο οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι μπορούσαν να συμβιβασθούν με τη μισθώτρια, Ε. Σ., ενόψει της όλης - δυσμενούς για τους ενάγοντες, και ήδη εφεσίβλητους - κατάστασης, που είχε διαμορφωθεί, οι τελευταίοι ήταν αναγκασμένοι να συμβιβασθούν με την προεκτεθείσα μισθώτρια εις ο ποσό εν τέλει συνεβιβάσθηκαν. Άλλωστε το εν λόγω ποσό, οπωσδήποτε, θα τύγχανε κατά πολύ μικρότερο των 40.000.000 δρχ. αν δεν είχε υπάρξει αποβολή της ειρημένης μισθώτριας. Περαιτέρω, δε, πρέπει να σημειωθεί ότι εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι ήταν υποχρεωμένοι στον όποιο συμβιβασμό ήθελαν προβεί με την προαναφερθείσα μισθώτρια, ήταν υποχρεωμένοι να τον κάνουν με τη σύμπραξη των αντιδίκων τους (τούτο ανεξάρτητα αν οι τελευταίοι κλήθηκαν από τους ενάγοντες - εφεσίβλητους να ρυθμίσουν την όποια διαφορά είχε προκύψει με την Ε. Σ.). Τέλος, το αν οι ενάγοντες -εφεσίβλητοι είχαν πετύχει να συμφωνήσουν με το νέο μισθωτή υψηλό μίσθωμα ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην ένδικη διαφορά. Εφόσον λοιπόν ομοίως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση...δεν έσφαλε...όλα δε τα αντίθετα που ισχυρίζονται οι εκκαλούντες..πρέπει να απορριφθούν...:". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 361 ΑΚ που εφάρμοσε, την οποία και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της νομικής αυτής διατάξεως και ειδικότερα: α) ως προς τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών αναφορικά με την αναληφθείσα εκ μέρους των αναιρεσειόντων συμβατική δέσμευση, απορρέουσα από τον όρο 4 του από 26-10-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, να καταβάλουν στους αναιρεσίβλητους αγοραστές τα προκύπτοντα από εξώδικο συμβιβασμό με την μισθώτρια έξοδα για την αποχώρηση της από το εν λόγω κατάστημα, περί των οποίων σαφής αναφορά στο ιδιωτικό συμφωνητικό, και τα οποία, ως αντικείμενο του επιτευχθέντος "εν τέλει" συμβιβασμού, επίσης καθορίστηκαν ως προς το συμφωνηθέν ύψος τους, σε αποζημίωση της αποχωρούσας αρχικής μισθώτριας και τον τρόπο της τμηματικής καταβολής τους σ' αυτήν, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές. β) την αβασιμότητα του ισχυρισμού των εναγομένων περί παραλείψεως τηρήσεως εκ μέρους των εναγόντων της επιβαλλόμενης υποχρεωτικής σύμπραξης τους στην επίτευξη του εξώδικου συμβιβασμού, της άγνοιας τους περί αυτού, της ελλείψεως κλητεύσεως τους, προκειμένου να ρυθμίσουν την προκύψασα με τη μισθώτρια Ε. Σ. διαφορά ως και περί της επικαλούμενης απαραίτητης προϋπόθεσης καταβολής των εξόδων εξώδικου συμβιβασμού μετά από τον προηγούμενο καθορισμό τους από τα Δικαστήρια. Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερο, τέταρτο αναιρετικούς λόγους, κατά το σκέλος αυτών εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. και τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, ομοίως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα. Οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, αναιρετικές πλημμέλειες με την αιτίαση, στον πρώτο αναιρετικό λόγο, ότι η δικαιοπραξία φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά του άρθρου 478 ΑΚ και ως τέτοια έπρεπε να αντιμετωπισθεί και στο δεύτερο αναιρετικό λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας "διότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτήν ποιά ήταν η αιτία της σύμβασης ελευθερώσεως", είναι απορριπτέοι, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενοι, αφού στην απόφαση σαφώς και αναλυτικώς αναφέρεται η αιτία για την οποία οι αναιρεσίβλητοι αξίωσαν και οι αναιρεσείοντες δέχθηκαν την ανάληψη από τους τελευταίους της επίμαχης υποχρέωσης. Η περαιτέρω δε αιτίαση, σύμφωνα με την οποία ήταν υπερβολικά μεγάλο το ποσό στο οποίο συμβιβάσθηκαν οι αναιρεσίβλητη με την αρχική μισθώτρια, προβάλλεται, απαραδέκτως, διότι μ'αυτή πλήττεται η ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου ότι οι αναιρεσίβλητοι "ήταν αναγκασμένοι να συμβιβασθούν...εις ο ποσόν εν τέλει συνεβιβάσθησαν". Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, από την επισκόπηση και την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι σ' αυτό διαλαμβάνονται ως πραγματικοί ισχυρισμοί όλα τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα, κατά τα ανωτέρω, και τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, συγκροτούν το πραγματικό των εφαρμοσθεισών διατάξεων. Κατά συνέπεια, δεν έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε την αγωγή ορισμένη και ο περί του αντιθέτου, δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, είναι, κατά τα σκέλη αυτά αβάσιμος, ομοίως δε ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος αυτού με το οποίο προσάπτονται στην απόφαση οι ίδιες αναιρετικές πλημμέλειες, με την επίκληση εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 478 ΑΚ, είναι αβάσιμος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνεται ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι, το καθιερούμενο απαράδεκτο, αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1 και 118 αρ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, ότι δεν πρόκειται για τις ως άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός αυτός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε νόμιμα και παραδεκτά προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση και συγκεκριμένα να αναφέρεται ο τρόπος προτάσεως του ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο τρόπος επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, η με τον τρόπο αυτό πρόταση επιτρέπεται (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ10/2008, 295, 356/2010). Το γεγονός εξ άλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει έννομη συνέπεια, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες με την αιτίαση ότι το από 26-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι άκυρο διότι περιλαμβάνει παρεπόμενη από την αγοραπωλησία ακινήτου σύμβαση ουσιώδη και έπρεπε να είναι συμβολαιογραφικό, και ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα περί τούτου νόμιμο ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον προεχόντως οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται παραδεκτή και νόμιμη προβολή αυτού ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθόσον δε αφορά την επικαλούμενη προβολή του μόνον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της έφεσης τους, προκύπτει ότι δεν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου αυτής, ούτε των εγγράφων ενώπιον του Εφετείου προτάσεων τους, ούτε τέλος επικαλούνται στο αναιρετήριο ότι αφορούν τυχόν οι εν λόγω ισχυρισμοί τους, τις άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Κατά τη διάταξη του άρθου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ρητά ή έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας, και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς ( ΑΠ 10/2011, 841/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την ερμηνεία του σχετικού 4 όρου του από 26-10-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, ορθώς δεν προσέφυγε στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφιβολία σχετικά με το περιεχόμενο του όρου αυτού, ώστε να χρειασθεί να προσφύγει στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες, για να διαπιστώσει την αληθή έννοια των δηλώσεων των συμβληθέντων. Κατ' ακολουθίαν, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.α' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν απάντησε στο δεύτερο λόγο της εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων θεμελιούμενο στις ίδιες άνω αιτιάσεις και στην επικαλούμενη έλλειψη παραθέσεως περιστατικών ως προς τον τρόπο καθορισμού του παραπάνω ποσού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, απέρριψε εκ των πραγμάτων τους ισχυρισμούς αυτούς, με την παραδοχή περιστατικών αντιθέτων απ' αυτά που τους στηρίζουν. Κατά συνέπεια, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-10-2011 αίτηση του Δ. Ρ. του Ρ. και της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 3343/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ