Αριθμός 1277/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Μ. & Σια ΟΕ" που τελεί υπό εκκαθάριση και εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή και ήδη εκκαθαριστή αυτής Κων/νο Μπαμπαλιάρη, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πέτρου. Της αναιρεσιβλήτου: 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTERCAR Ανώνυμος Εταιρεία Αντιπροσωπειών Εισαγωγών Εμπορίας και Βιομηχανίας Αυτοκινήτων" που τελεί υπό εκκαθάριση και εδρεύει στη ... καθώς εκπροσωπείται νόμιμα δια των εκκαθαριστών της Λ. Μ. κατοίκου ... και Α. Π. κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούτσικο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6913/2001 μη οριστική, 3336/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 28-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η υπό κρίση, από 25-7-2011 (αριθ. εκθ. κατ. 843/21-10-2011) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.13, 566, 574 και 577 του Κ.Πολ.Δ.), αφού ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Με την από 20-4-2000 αγωγή της, η ήδη αναιρεσείουσα, επικαλουμένη καταχρηστική καταγγελία από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη της μεταξύ των συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, που είχε συναφθεί την 21-6-1990, εζήτησε, μετά νόμιμο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικής και η υποχρέωση των εναγομένων (συμβαλλομένης εταιρείας και προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου) να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος προς αυτήν ως αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών το ποσό των 502.654.380 δραχμών και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη το ποσό των 60.000.000 δραχμών. Η αγωγή απερρίφθη πρωτοδίκως, η δε έφεση που άσκησε η ενάγουσα απερρίφθη επίσης ως ουσιαστικώς αβάσιμη με την εδώ προσβαλλομένη απόφαση. Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, "για την εφαρμογή των διατάξεων του Δ/τος, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου". Με βάση αυτόν τον ορισμό η σύμβαση αντιπροσωπείας είναι ενοχική και διαρκής, εφόσον χαρακτηρίζεται κατ' αρχήν από μονιμότητα. Έχει χαρακτήρα συμβάσεως πλαισίου, αφού καθορίζει τις γενικές συμβατικές υποχρεώσεις των μερών και τους κανόνες της εμπορικής τους συνεργασίας, η οποία όμως πραγματώνεται με πλειάδα επιμέρους συμβάσεων διαμεσολαβήσεως. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικότητος, σύμφωνα με την οποία ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει τη μέριμνα των υποθέσεών του αποκλειστικά στον αντιπρόσωπο για μια ορισμένη περιοχή (βλ. σχετικά ΑΠ 139/2006, 881/2010, 175/2010). Σ' αυτήν την περίπτωση πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας (ΑΠ 297/2005). Περαιτέρω, κατά το ίδιο Π.Δ. "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ.4 στην περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (άρθρ.8 παρ. 8), "Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ..." (άρθρ.9 παρ.1εδ.α'), "η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού κώδικα" (άρθρ.9 παρ.1 εδ γ'). "Η αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο ..." (άρθρ.9 παρ. 3 εδ.α'). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος προβλεπομένη λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του, κατ' ένσταση (αρθρ. 9 παρ. 3) ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στα πλαίσια της συμβάσεως ταύτης (υπαίτιος καταγγελία) (Α.Π. 1321/2007). Περαιτέρω, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορούσε, σύμφωνα με το π.δ. 219/1991, ακόμη και πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ. 3 π.δ/τος 3557/2007, να καταρτισθεί και ατύπως, το δε "ενυπόγραφο έγγραφο" δεν συνιστούσε συστατικό τύπο, αλλά προβλεπόταν απλώς για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της συμβάσεως. Επομένως, το έγγραφο δεν καθιερωνόταν από το νομοθέτη ούτε καν ως αποδεικτικός τύπος, και δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του π.δ. 219/1991, οι οποίες εφαρμόζονταν στις συμβάσεις αντιπροσωπείας με οποιονδήποτε τρόπο κι αν καταρτίστηκαν. Οι διατάξεις δε του κοινού δικαίου περί εντολής, εφαρμόζονταν και επί των ατύπως καταρτισθεισών συμβάσεων αντιπροσωπείας μόνο συμπληρωματικώς (Α.Π. 1301/2006). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του προσήκοντος κανόνος δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη", προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά Α.Π. 1131/2007, 2122/2009, 379/2006,120/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή τους, τα εξής : "Ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ο.Ε "Κ. Μ. και Σια" Κ. Μ., ο οποίος από το έτος 1970 ασχολείτο με την εμπορία αυτοκινήτων... και... μάρκας ΒΜW, ...ενδιαφέρθηκε να διευρύνει τη συνεργασία του με την εναγομένη, τότε αντιπρόσωπο για την Ελληνική αγορά της Γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας ΒΜW, αναλαμβάνοντας την αντιπροσώπευσή της για το νομό Τρικάλων. Συγκεκριμένα, με την από 13-2-1989 επιστολή που υπογραφόταν από τον εμπορικό διευθυντή της Γ.Α. Μ., η εναγομένη δέχθηκε ν' αναλάβει τοπικός αντιπρόσωπος στα ... η ενάγουσα ... Από την ... επιστολή της εναγομένης προς την ενάγουσα και το από 21-6-1990 προσύμφωνο συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, προέκυψε ότι τα μέρη προσέβλεψαν σε αορίστου χρόνου συνεργασία, η οποία θα μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε. Επίσης ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση ότι ο Κ. Μ. είναι εκείνος που προσέγγισε την εναγομένη εταιρία και εκδήλωσε το ενδιαφέρον του να διανέμει τα αυτοκίνητα ΒΜW στον νομό Τρικάλων και ότι η αποδοχή ή μη εκ μέρους του, του κόστους της ... επένδυσης αναγόταν στις δικές του επιχειρηματικές εκτιμήσεις και φιλοδοξίες και όχι της εναγόμενης εταιρίας, η οποία ... χρησιμοποιεί τα δικά της κριτήρια καταλληλότητας των εγκαταστάσεων όπου προβάλλονται και πωλούνται τα προϊόντα ΒΜW και αναπτύσσει ιδιαίτερους επιχειρηματικούς συνδυασμούς για την βελτίωση του συστήματος διανομής των προϊόντων και προώθησης των πωλήσεων, προκειμένου να ενισχύεται η θέση της έναντι των ανταγωνιστικών προϊόντων ... Η ενάγουσα, από την αρχή της λειτουργίας της παρουσίαζε ζημιές στους ετήσιους ισολογισμούς της και αντιμετώπιζε δυσχέρειες στην κανονική εξόφληση των οφειλών ... από την αγορά ανταλλακτικών ... παρέδιδε στην εναγομένη αντί μετρητών συναλλαγματικές εκδόσεώς της, οι οποίες κατά τη λήψη τους αντικαθίσταντο με άλλες λόγω μη εξόφλησης. Ειδικότερα, την 29-3-1994 η εναγομένη παρέλαβε έναντι οφειλών συναλλαγματικές συνολικού ύψους 33.215.000 δραχμών. Στις 26-10-95, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας απέστειλε νέες συναλλαγματικές ύψους 71.000.000 δρχ, μέρος των οποίων θα εξοφλείτο το έτος 1998, προς αντικατάσταση άλλων αντίστοιχης αξίας, τις οποίες δεν θα μπορούσε να εξοφλήσει εμπρόθεσμα. ... Η ενάγουσα δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ούτε ενημέρωνε προς τούτο την εναγομένη, τόσο για την αδυναμία επίτευξης των κοινών τους στόχων, όσο και για την καθυστέρηση καταβολής των οφειλών της, παρά μόνο, με την από 15-4-1997 επιστολή της, γνωστοποίησε στην τελευταία, ότι το πρώτο τρίμηνο του έτους 1997 υπήρχε κατακόρυφη πτώση στις πωλήσεις αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και εισπράξεων από Service, με αποτέλεσμα ν' αντιμετωπίζει μεγάλη δυσχέρεια και για την λειτουργία της. Η εναγομένη αντιλαμβανόμενη την αδυναμία της ενάγουσας ν' ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, ζήτησε με την από 8-5-1997 επιστολή της, την παροχή εγγυήσεων, άλλως προειδοποιούσε για την διακοπή της συνεργασίας τους. Ανάλογη προειδοποίηση για διακοπή συνεργασίας είχε απευθύνει η τελευταία στην ενάγουσα με την από 15-4-1997 επιστολή της ... Στις 8-7-1997 επακολούθησε νέα προειδοποίηση της εναγομένης με τρίμηνη προθεσμία για να καλύψει η ενάγουσα τις οφειλές της, η οποία αφού παρήλθε άπρακτη, επακολούθησε η από 20-10-97 επιστολή της εναγομένης προς την ενάγουσα για τη διακοπή της συνεργασίας τους (καταγγελία της σύμβασης). Μετά την καταγγελία της σύμβασης των διαδίκων η εναγόμενη όφειλε στην ενάγουσα από την επιστροφή ανταλλακτικών το ποσόν των 15.178.804 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου στην ενάγουσα από την εταιρία "ΜΑΒΑ ΑΕ", ιδίων συμφερόντων με την εναγομένη ... Θεμέλιο της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων ήταν η μεγιστοποίηση των πωλήσεων αυτοκινήτων μάρκας ΒΜW στην περιοχή του νομού Τρικάλων, με σκοπό το κέρδος και για τις δύο πλευρές. Για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος οι διάδικοι συναποφάσιζαν τον ετήσιο στόχο πωλήσεων που έπρεπε ν' επιτευχθεί... Η εναγομένη από το έτος 1995 κατ' επανάληψη είχε επισημάνει στην ενάγουσα την δυσαρέσκεια της για την πτωτική πορεία των πωλήσεων τόσο προφορικά όσο και εγγράφως, με επιστολές χωρίς αποτέλεσμα... Μετά από όλα αυτά, ενόψει του ότι η καταγγελία της συμβάσεως από την εναγομένη οφείλεται στην αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, αυτή είναι έγκυρη και όχι καταχρηστική, δυνάμενη να γίνει κατά πάντα χρόνο και χωρίς τήρηση οποιασδήποτε προθεσμίας κατά τα προεκτιθέμενα. Εξάλλου δεν απαιτείτο η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, εφόσον η σύμβαση των διαδίκων είχε αόριστη διάρκεια με περαιτέρω συνέπεια να μη δικαιούται η ενάγουσα αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών της. Η ενάγουσα δεν θα δικαιούτο μάλιστα, αφού αποδείχθηκε ότι η καταγγελία οφειλόταν σε δική της αντισυμβατική συμπεριφορά διαφυγόντα κέρδη, ακόμη και αν το δικαστήριο είχε δεχθεί, πράγμα που δεν συνέβη κατά τα προαναφερόμενα, ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ήταν ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα τριακονταετούς διάρκειας, όπως αυτή ισχυρίστηκε. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, σε ορθή κατ' αποτέλεσμα κρίση, κατέληξε, έστω και με εν μέρει διάφορες, αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει ν' αντικατασταθούν κατά το μέρος τους αυτό με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης και ν' απορριφθεί η έφεση κατ' ουσίαν στο σύνολο της". Στην απόφαση αυτή η αναιρεσείουσα προσάπτει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 και 19 Κ.Πολ.Δ.. Για την στοιχειοθέτηση αυτών υποστηρίζει τα ακόλουθα : "Το Εφετείο δέχθηκε τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου ότι πριν και κατά το χρόνο της εκ μέρους της καταγγελίας της μεταξύ των συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, η ίδια (αναιρεσείουσα) είχε προς αυτήν ληξιπρόθεσμες οφειλές από το τίμημα ανταλλακτικών, συνολικού ύψους 71.000.000 δραχμών, για την κάλυψη των οποίων είχε αποδεχθεί ισόποσες συναλλαγματικές εκδόσεώς της, τις οποίες αδυνατούσε να πληρώσει κατά τη λήξη τους. Έτσι δε κατέληξε στο επιζήμιο γι' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη προέβη από δική της (της αναιρεσειούσης) υπαιτιότητα στην επίμαχη καταγγελία, η οποία ως εκ τούτου δεν είναι καταχρηστική, απορρίπτοντας τον αντίθετο ισχυρισμό και λόγο εφέσεώς της, ενώ έπρεπε να απορρίψει τον εν λόγω ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου ως αναπόδεικτο ή να υποχρεώσει αυτήν στην απόδειξή του μόνο με την προσαγωγή του σώματος των συναλλαγματικών που είχαν λήξει μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως και δεν είχαν πληρωθεί ή με οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (διαταγή πληρωμής, δικαστική απόφαση, εξοφλητική απόδειξη κλπ.), που αν και υπόχρεη δεν προσεκόμισε. Επί πλέον δε τον εν λόγω καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει, με βάση την παραδοχή του ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεως η αναιρεσίβλητη ώφειλε σ' αυτήν το ποσό των 15.178.804 δραχμών από την αξία των ανταλλακτικών που αναγκάσθηκε να της επιστρέψει, γεγονός που υποδηλώνει την ανυπαρξία ληξιπροθέσμου οφειλής της κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως και έλλειψη εντεύθεν υπαιτιότητός της για τη γενομένη καταγγελία και τέλος ότι ανεξαρτήτως των ανωτέρω η σχετική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, ούτε επαρκής, αλλά εντελώς αόριστη, ασαφής και ανεπαρκέστατη, μη δυνάμενη να αιτιολογήσει το αποδεικτικό πόρισμα, ότι δηλαδή η καταγγελία της συμβάσεως οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, λόγω καθυστερημένων οφειλών της, τις οποίες δεν προσδιορίζει ως προς το ύψος και την αιτία και δεν αναφέρει τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος και κατά τα δύο μέρη του και δη ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ, αιτίασή του, ότι δηλαδή έγινε δεκτός ο ανωτέρω καταλυτικός της αγωγής ισχυρισμός της αναιρεσιβλήτου χωρίς απόδειξη, ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτή και συγκεκριμένα των καταθέσεων των μαρτύρων και των προσκομιζομένων υπό των διαδίκων εγγράφων. Εξάλλου ως προς την αιτίαση ότι ο ίδιος ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ο λόγος προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.. Επιπροσθέτως ο ίδιος αναιρετικός λόγος στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως, ότι δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου ότι η καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσειούσης, λόγω υφισταμένων κατά τον χρόνο αυτής ληξιπροθέσμων οφειλών ύψους 71.000.000 δραχμών, προερχομένων από την πώληση ανταλλακτικών για τις οποίες είχε αποδεχθεί ισόποσες συναλλαγματικές που δεν επλήρωσε. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσειούσης, εξαιτίας της μακροχρονίου και συστηματικής παραβιάσεως των συμβατικών της υποχρεώσεων, συνισταμένης στην καθυστέρηση πληρωμής των οφειλών της, στην μη ενημέρωση της αναιρεσιβλήτου περί της εν λόγω καθυστερήσεως και περί της αδυναμίας επιτεύξεως των κοινών τους στόχων για το ύψος των πωλήσεων, στην πτωτική πορεία των πωλήσεων αυτοκινήτων και στην συνακόλουθη μείωση των εισπράξεων καθώς και στη μείωση εισπράξεων εκ της πωλήσεως ανταλλακτικών και εκ των εργασιών επισκευής και συντηρήσεως αυτοκινήτων και στην παράλειψή της να ανταποκριθεί στις επανειλημμένες έγγραφες επιστολές και προειδοποιήσεις της αναιρεσιβλήτου περί ενημερώσεως και παροχής εγγυήσεως. Η οφειλή του ποσού των 71.000.000 δραχμών και η αποδοχή από την αναιρεσείουσα αντιστοίχων συναλλαγματικών, ανάγεται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε χρόνο προγενέστερο κατά δύο έτη της καταγγελίας, η οποία δεν συνάπτεται άμεσα με αυτή. Εξάλλου το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο μάλιστα εθεμελίωσε και στην επάλληλη αιτιολογία, ότι με δεδομένη την παραδοχή του, ότι η επίδικη σύμβαση ήταν αορίστου χρόνου, η καταγγελία της θα ήταν έγκυρη και χωρίς την συνδρομή σπουδαίου λόγου και δεν θα παρείχε στην ενάγουσα δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντων κερδών της. Επομένως αβάσιμος τυγχάνει ο αυτός λόγος αναιρέσεως και κατά τις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις του. Πλημμέλειες ωσαύτως εκ της ιδίας ως άνω διατάξεως επικαλείται η αναιρεσείουσα και με τον δεύτερο λόγο, σύμφωνα με τον οποίο η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα, διότι ενώ δέχθηκε ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας της επιδίκου συμβάσεως (20-10-1997) ώφειλε στην αναιρεσίβλητη από τίμημα ανταλλακτικών το ποσό των 71.000.000 δραχμών, για το οποίο είχε αποδεχθεί ισόποσες συναλλαγματικές σε διαταγή της, και συνακολούθως κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η καταγγελία της συμβάσεως οφείλεται σε υπαιτιότητά της και δεν είναι καταχρηστική, εν συνεχεία υιοθέτησε την εντελώς αντίθετη και αναιρετική της προηγουμένης παραδοχή ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεως η αναιρεσίβλητη ώφειλε σ' αυτήν από την επιστροφή ανταλλακτικών το ποσό των 15.178.804 δραχμών, το οποίο και της κατέβαλε μέσω της εταιρείας "ΜΑΒΑ Α.Ε.", ιδίων συμφερόντων της, εξ αυτού δε συνάγεται η κανονική εκ μέρους της πληρωμή των συναλλαγματικών που είχαν λήξει και η έλλειψη ληξιπροθέσμου οφειλής της κατά τον χρόνο της καταγγελίας, η οποία συνεπώς δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της και είναι εντεύθεν καταχρηστική. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, αφ' ενός μεν διότι οι φερόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες δεν αφορούν, σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (οφειλή του ποσού των 71.000.000 δραχμών), αφ' ετέρου δε διότι η παραδοχή της οφειλής του συγκεκριμένου ποσού την 26-10-1995 και της αποδοχής από την αναιρεσείουσα συναλλαγματικών ίσου ποσού εκδόσεως της αναιρεσιβλήτου, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεως που έλαβε χώρα, μετά δύο περίπου έτη, ήτοι την 20-10-1997 η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αναιρεσείουσα την εκ δραχμών 15.178.804 αξία των επιστραφέντων ανταλλακτικών, ενόψει μάλιστα του ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν προσδιορίζει το ύψος των κατά το χρόνο καταγγελίας ληξιπροθέσμων οφειλών της και βεβαίως δεν το συναρτά άμεσα με την γενομένη καταγγελία. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005, Α.Π. 282/2010, 1756/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 4 του Π.Δ. 219/1991 και 281 του Α.Κ., τις οποίες, κατά τις αιτιάσεις της, δεν εφήρμοσε, μολονότι απεδείχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που η ίδια είχε επικαλεσθεί για την θεμελίωση των διατάξεων αυτών, επί των οποίων στήριζε την αγωγή της. Ωστόσο το Εφετείο, θεωρώντας ως αποδεδειγμένα επιλεκτικώς μόνο κάποια από τα περιστατικά αυτά δεν τα υπήγαγε, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στις ως άνω διατάξεις, αλλά σε εκείνες των άρθρων 8 παρ. 8 και 9 παρ. 3 του π.δ. 219/1991, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι λόγω παραβιάσεως απ' αυτήν (αναιρείουσα) των συμβατικών της υποχρεώσεων δεν ήταν αναγκαία η τήρηση προθεσμίας για την γενομένη καταγγελία της και δεν οφείλεται, συνεπεία ταύτης αποζημίωση στην τελευταία. Ακολουθεί εκτενής στο αναιρετήριο αναφορά και ανάλυση των περιστατικών, τα οποία σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, απεδείχθησαν και δεν έγιναν δεκτά από το Εφετείο, ώστε να οδηγήσουν στην εφαρμογή των ως είρηται ουσιαστικών διατάξεων, καθώς και εκείνων που επιλεκτικώς, κατά τους ισχυρισμούς της ιδίας, έγιναν δεκτά και υπήχθησαν εσφαλμένως στις εφαρμοσθείσες διατάξεις και διατυπώνεται εν κατακλείδι η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις σχετικές παραδοχές του υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ.1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος μεν καθόσον αφορά τις προσαπτόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις, αφού ουδεμία εξ αυτών, με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έχει συντελεσθεί, απαράδεκτος δε καθό μέρος υπό την επίκληση των αιτιάσεων τούτων, πλήττεται η απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την, βάσει αυτής, διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως διατείνεται ότι το Εφετείο με την παραδοχή του ότι η επίτευξη του στόχου ελαχίστων πωλήσεων ετησίως συνιστούσε συμβατική της υποχρέωση και όχι απλή έκφραση ευχής, επιθυμίας και ελπίδος, όπως η ίδια ισχυρίσθηκε, και ότι η μη ανταπόκρισή της στην υποχρέωσή της αυτή αποτελούσε αδυναμία παροχής της και παρείχε στην αναιρεσίβλητη δικαίωμα καταγγελίας, υπέπεσε συγχρόνως στις με αριθμούς 1, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες. Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι ο προαναφερόμενος συμβατικός όρος, είναι, κατά τις εκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, διατυπωμένος στην ένδικη σύμβαση των διαδίκων, παραβιάσθηκε δε από την αναιρεσείουσα με την συνεχή καθοδική πορεία των πωλήσεων κατά τα τελευταία προ της καταγγελίας έτη και έτσι, σε συνδυασμό και με τις παραβιάσεις και των λοιπών ως άνω συμβατικών της υποχρεώσεων, προκάλεσε από υπαιτιότητά της την επίμαχη καταγγελία. Επομένως ουδεμία εκ των ως άνω παραβάσεων που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση έχει συντελεσθεί. Τέλος και με τον λόγο αυτό, υπό την επίκληση των προειρημένων αναιρετικών αιτιάσεων πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί,να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-7-2011 αίτηση της υπό εκκαθάριση τελούσης Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία: "Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 21η Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 17η Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ