Αριθμός 162/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) M. (Μ.) B. (Μ.) του R. (Ρ.), κατοίκου ..., 2) R. (Ρ.) I. (Ι.), θυγ. M. (Μ.) και V. (Β.) B. (Μ.), κατοίκου ..., …και 11) B. (Μ.) B. (Μ.) του S. (Σ.), κατοίκου ..., γι' αυτήν ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της: α) S. (Σ.) B. (Μ.) του E. (Ε.), β) M. (Μ.) B. (Μ.) του E. (Ε.) και γ) B. (Μ.) B. (Μ.) του E. (Ε.), εκ των οποίων οι 8ος, 10η και 11η (ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της (β) M. και (γ) B. B. του E.), εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κούστα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1304/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6106/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 8ος, 10η και 11η-11β-11γ των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 127 του ΑΚ όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του (ενήλικος) είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία. Κατά άρθρο 63 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνη του άρθρου 286 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ) και κατά την οποία η διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο του διαδίκου επέρχεται μόνο αν η μεταβολή αυτή συμβεί εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, προκύπτει ότι όταν ο ανήλικος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στην κατ' έφεση δίκη από το γονέα που ασκούσε τη γονική του μέριμνα, ενηλικιώθηκε μετά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η εφετειακή απόφαση, η αναίρεση κατά της τελευταίας απόφασης πρέπει να απευθύνεται προσωπικά κατ' αυτού που ήδη ενηλικιώθηκε και όχι κατά του γονέα που ασκούσε τη γονική του μέριμνα και παρέστη για λογαριασμό του στο εφετείο, o οποίος και δεν νομιμοποιείται πλέον παθητικά, με αποτέλεσμα η κατ' αυτού ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης να είναι απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός της ενηλικίωσης (ΑΠ 1136/2021, ΑΠ 1263/2018, ΑΠ 1288/2012). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση (ΑΠ 80/2021). Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 769/2022, ΑΠ 206/2017). Εάν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν αποδεικνύεται ότι ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση κλητεύθηκε από τον εμφανισθέντα αντίδικό του νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 1143/2014). Τέλος, κατά το εδ. β' της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 99/2017). Στην προκείμενη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 15-1-2021 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η 6106/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), η οποία, συνεκδικάζοντας τις από 27-6-2019 και 30-6-2019 αντίθετες εφέσεις κατά της 1304/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτές, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και επαναδικάζοντας την από 19-3-2018 αγωγή, δέχτηκε αυτή εν μέρει. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά της ενδέκατης αναιρεσίβλητης Μ. Μ., στρέφεται ατομικά και ως εκπροσώπου των ανήλικων τέκνων της Μ. Μ. και Μ. Μ. αλλά και υπό την ιδιότητά της ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του "ανήλικου τέκνου της" Σ. Μ. του Ε.. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το φερόμενο ως εκπροσωπούμενο από την ως άνω αναιρεσίβλητη τέκνο της Σ. Μ. του Ε., γεννήθηκε στις 21-4-2002 και ενηλικιώθηκε στις 21-4-2020, μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης στο Εφετείο που έλαβε χώρα στις 23-1-2020 και μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη στις 5-11-2020. Το γεγονός αυτό γνώριζε η αναιρεσείουσα, αφού το αναφέρει η ίδια στο αναιρετήριο που κατέθεσε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 19-1-2021. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έπρεπε να στρέφεται κατά του Σ. Μ. του Ε. ατομικά και όχι κατά της, μη νομιμοποιούμενης πλέον παθητικά, μητέρας του Μ. Μ., με αποτέλεσμα αυτή να καθίσταται απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 16 Σεπτεμβρίου 2022, εκπροσωπήθηκαν με δηλώσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα και οι όγδοος, δέκατη, ενδέκατη και τα εκπροσωπούμενα από την τελευταία ανήλικα τέκνα της Μ. Μ. και Μ. Μ. των αναιρεσιβλήτων, ενώ οι πρώτος, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος, πέμπτος, έκτη, έβδομος και ένατη των αναιρεσιβλήτων (και ο φερόμενος ως εκπροσωπούμενος από την ενδέκατη αναιρεσίβλητη Σ. Μ.), απλοί ομόδικοι των παρισταμένων όγδοου, δέκατης, ενδέκατης και των εκπροσωπούμενων από αυτή ανήλικων τέκνων της, δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου της προαναφερόμενης δικασίμου. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σχετική νομική σκέψη, από την ερημοδικία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων, τίθεται ζήτημα αυτεπάγγελτης έρευνας του ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι τη συζήτηση επισπεύδει η αναιρεσείουσα. Η τελευταία όμως δεν προσκομίζει (ούτε επικαλείται με τις νομίμως κατατεθείσες τις προτάσεις της) έκθεση επιδόσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης στους ως άνω απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους, ούτε αποδεικνύεται κλήτευσή τους από τους παρασταθέντες ομοδίκους τους. Κατά συνέπεια, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη, τέταρτο, πέμπτο, έκτη, έβδομο και ένατη των αναιρεσιβλήτων. Εφόσον δε μεταξύ των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων (όγδοου, δέκατης, ενδέκατης και των εκπροσωπούμενων από αυτή ανήλικων τέκνων της) και των απολειπόμενων (πρώτου, δεύτερης, τρίτης, τέταρτου, πέμπτου, έκτης, έβδομου και ένατης), ως προς τους οποίους η συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, συντρέχει απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους όγδοο, δέκατη, ενδέκατη και τα εκπροσωπούμενα από αυτή ανήλικα τέκνα της και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που τους αφορά. Ως προς τον επίσης απολειπόμενο και μη κλητευθέντα Σ. Μ., η αίτηση αναίρεσης πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, παρά την έλλειψη κλήτευσής του, για λόγους οικονομίας της δίκης (ΑΠ 1263/2018). Πρέπει, κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους εκ των αναιρεσιβλήτων όγδοο, δέκατη, ενδέκατη και τα εκπροσωπούμενα από την τελευταία ανήλικα τέκνα της, που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ και 1 επ. του ν. ΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά το οποίο προκαλείται βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, μπορεί να στηριχθεί τόσο στην ΑΚ 914 όσο και στο νόμο ΓΠΝ/1911. Οι προϋποθέσεις ευθύνης κάθε ρύθμισης είναι διαφορετικές. Η πρώτη προϋποθέτει πταίσμα, όχι όμως και η δεύτερη, με την οποία καθιερώνεται ειδική ευθύνη του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού αυτοκινήτου για τις ζημιές που προκαλούνται σε τρίτους κατά τη λειτουργία του (αυτοκινητικό ατύχημα), ήτοι ευθύνη από διακινδύνευση, ανεξάρτητη από το πταίσμα (γνήσια αντικειμενική ευθύνη). Η ευθύνη αυτή μετριάζεται στις περιπτώσεις που από αντικειμενικούς λόγους δεν μπορεί να αποφευχθεί το ατύχημα, οποιαδήποτε αμέλεια και αν κατέβαλε ο οδηγός. Αυτό επιχειρείται με την εισαγωγή συγκεκριμένων λόγων απαλλαγής, που ισχύουν για όλα τα ευθυνόμενα πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. ΓΠΝ/1911, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση κατά την οποία το ατύχημα προήλθε από πταίσμα τρίτου, μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου (ΑΠ 132/2019, ΑΠ 391/2018, ΑΠ 1866/2017). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η οποία, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ατυχήματος, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Οι έννοιες της αμέλειας (υπαιτιότητας) και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και, συνεπώς, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του οδηγού που έχει εμπλακεί στο αυτοκινητικό ατύχημα για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 52/2016). Επί τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, όταν κάποιο γεγονός δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα του οδηγού, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 5 του ν. ΓΠΝ/1911 περιπτώσεις απαλλαγής. Στην ερευνώμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι με την από 19-3-2018 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι ο Κ. Π., οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε, από υπαιτιότητά του, το θανάσιμο τραυματισμό του πατέρα, συζύγου, τέκνου και αδελφού τους Ε. Μ., πεζού, κατά το ατύχημα που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ'αυτή. Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 1304/2019 απόφασή του, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί πταίσματος τρίτου και έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον (επίσης θανατωθέντα κατά το αυτό ατύχημα) οδηγό του πιο πάνω αυτοκινήτου, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 6106/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ομοίως με το πρωτοβάθμιο ως προς την υπαιτιότητα και τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ευθύνης τρίτου, ενώ εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς τα κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης και αφού κράτησε και ερεύνησε εκ νέου την αγωγή, καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων σε 30.000 ευρώ για τον πατέρα, 40.000 ευρώ για τη σύζυγο, 50.000 ευρώ για κάθε τέκνο και 15.000 ευρώ για κάθε αδελφό του θανατωθέντος. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013, ΑΠ 781/2018, ΑΠ 632/2017, ΑΠ 2003/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1439/2022). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 940/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1046/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "Στις 18.12.2017 και περί ώρα 16:10, ο E. (Ε.) B.O.D.E. (Μ.) του M. (Μ.) ψάρευε μαζί με τον αδελφό N. (Ν.) B (Μ.), στη θαλάσσια περιοχή Λιμνοθάλασσας Κλείσοβας Μεσολογγίου, όπου είχαν μεταβεί πεζοί, στο ύψος της πρώτης μεταλλικής γέφυρας που υπάρχει στο 1,3° χλμ. της επαρχιακής οδού Μεσολογγίου-Αλυκών Τουρλίδας, ιστάμενοι σε τσιμεντένιο τοιχίο προστασίας που υφίσταται μεταξύ του ασφάλτινου ερείσματος του ρεύματος κυκλοφορίας προς Μεσολόγγι και της λιμνοθάλασσας, ο μεν πρώτος πάνω σε τσιμεντένια σκάλα πρόσβασης στη θάλασσα, ο δε δεύτερος σε απόσταση 10 μέτρων προς Τουρλίδα, έχοντας αμφότεροι μέτωπο προς το ανατολικό θαλάσσιο τμήμα της λιμνοθάλασσας και τα νώτα τους προς την επαρχιακή οδό. Κατά την ίδια χρονική στιγμή, ο Κ. Π. του Α., κάτοικος εν ζωή Μεσολογγίου, οδηγώντας το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας FORD, μοντέλο fiesta, ιδιοκτησίας, του μη διάδικου Α. Π., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", κινούνταν επί της ανωτέρω επαρχιακής οδού Μεσολογγίου-Αλυκών Τουρλίδας, στο ρεύμα κυκλοφορίας από Μεσολόγγι προς Αλυκές Τουρλίδας, με προορισμό τις Αλυκές Τουρλίδας. Η ως άνω επαρχιακή οδός εκτείνεται σε απόσταση 5 περίπου χιλιομέτρων, μέσα στη Λιμνοθάλασσα Κλείσοβας Μεσολογγίου, συνδέοντας τη πόλη του Μεσολογγίου με τις Αλυκές Τουρλίδας, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που χωρίζονται με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,90 μέτρων, μειούμενο σε 5,90 μέτρα στο ύψος της πρώτης μεταλλικής γέφυρας, που υπάρχει στο 1,3° χλμ., δεξιά σε σχέση με τη πορεία του αυτοκινήτου, είναι ασφάλτινη, ευθεία και οριζόντια. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας του αρμόδιου?Τμήματος Τροχαίας Μεσολογγίου και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, σε συνδυασμό με τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, η παραπάνω επαρχιακή οδός, στο ύψος του 1,3ου χλμ. διαθέτει ασφάλτινο έρεισμα μήκους 1,1 μέτρων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Μεσολόγγι και πέραν αυτού (προς τη λιμνοθάλασσα) και λίγο πιο κάτω από το επίπεδο της οδού, τσιμεντένιο τοιχίο προστασίας πλάτους 0,8 μέτρων, το οποίο καταλήγει-στο ύψος της μεταλλικής γέφυρας-σε μισογκρεμισμένη τσιμεντένια σκάλα πρόσβασης στη θάλασσα και στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου (ήτοι προς Αλυκές Τουρλίδας) διαθέτει ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 1,40 μέτρων μειούμενο σταδιακά σε 0,55 μέτρα κατά μήκος της μεταλλικής γέφυρας, πέραν του ερείσματος, υπάρχει χωμάτινο αυλάκι και μετά ποδηλατόδρομος πλάτους 2,70 μέτρων, που διέρχεται πάνω από τη γέφυρα και μετά πεζόδρομος πλάτους 2,30 μέτρων, ενώ κατ'εκείνο το χρόνο επικρατούσε συννεφιά χωρίς βροχή, η κατάσταση της οδού ήταν υγρή, υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός, δεδομένου ότι ήταν ακόμη ημέρα, η ορατότητα δεν περιορίζονταν και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή. Τέλος, το ανώτατο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 90 χλμ/ώρα λόγω μη κατοικημένου της περιοχής και έλλειψης ρυθμιστικής πινακίδας. Κατά το χρόνο αυτό, που ο οδηγός του αυτοκινήτου κινούμενος με ταχύτητα 90 με 100 χλμ/ώρα, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αλυκές Τουρλίδας, προσέγγισε στο 1,3° χλμ της ανωτέρω επαρχιακής οδού, απώλεσε αιφνίδια τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εκτράπηκε από την πορεία του, πριν φθάσει στο ύψος της μεταλλικής γέφυρας, παρεκκλίνοντας προς τ'αριστερά και περνώντας τη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή, εισήλθε στο αντίθετο σε σχέση με την κατεύθυνσή του, ρεύμα κυκλοφορίας, τo οποίο διέσχισε διαγωνίως με την αρχική του ταχύτητα και επέπεσε με το εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα του οχήματός του, επί του E. (Ε.) B. (Μ.), που εκείνη τη στιγμή ψάρευε όρθιος επί της τσιμεντένιας σκάλας του προστατευτικού τοιχίου. Μετά τη σύγκρουση, η οποία ήταν σφοδρή, το σώμα του πεζού εκτινάχθηκε με σφοδρότητα στο δεξιό μέρος του καπώ και ακολούθως στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, θραύοντας αυτόν και στη συνέχεια παρασύρθηκε και εκτινάχθηκε σε απόσταση 10,00 μέτρων περίπου μέσα στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, όπου στη συνέχεια κατέληξε και το ως άνω όχημα μαζί με τον οδηγό του, το οποίο βυθίστηκε σε απόσταση 18,00 περίπου μέτρων από το σημείο παράσυρσης του πεζού και 8,00 μέτρων από το ασφάλτινο πρανές του ρεύματος κυκλοφορίας προς Μεσολόγγι. Αποτέλεσμα της ένδικης σύγκρουσης, ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του E. (Ε.) B. (Μ.), υιού του πρώτου ενάγοντος, αδελφού της δεύτερης έως και δέκατης των εναγόντων, σύζυγος της ενδέκατης ενάγουσας και πατέρας των τριών ανήλικων τέκνων που εκπροσωπούνται από την ενδέκατη ανήλικη, ο οποίος αμέσως μετά την παράσυρσή του από το παραπάνω όχημα, ανασύρθηκε από τη θάλασσα, χωρίς τις αισθήσεις του, από τον αδελφό N. (Ν.) B. (Μ.) και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, ως πολυτραυματίας στο Γενικό Νοσοκομείο Μεσολογγίου "ΧΑΤΣΗΚΩΣΤΑ" και στη συνέχεια στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, όπου κατά την άφιξή του περί ώρα 23:00, διαπιστώθηκε απλώς ο θάνατος του, ο οποίος επήλθε σύμφωνα με την αρ.πρωτ. 1979/17/27.3.2018 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας- νεκροτομής της Ιατροδικαστού και Προϊσταμένης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών, Α. Τ., από κακώσεις κεφαλής, αυχένος, θώρακος, κοιλίας, πυέλου και άκρων (κατάγματα μηριαίων οστών άμφω, κάταγμα δεξιάς κνήμης, κάταγμα αριστερής πηχεορκαπικής, κάταγμα δεξιάς κλειδός, κάταγμα αριστερού ηβικού οστού). Επίσης, χωρίς τις αισθήσεις του ανασύρθηκε και ο οδηγός του αυτοκινήτου, Κ. Π., ο οποίος απεγκλωβίστηκε από το όχημά του ... και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Μεσολογγίου, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του από πνιγμό ... Η εκτίμηση της ταχύτητας κινήσεως του αυτοκινήτου του στο προαναφερόμενο μέγεθος προκύπτει, ελλείψει άλλων αποδεικτικών στοιχείων (δεν ανευρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως και πλάγιας ολίσθησης από τους προανακριτικούς υπαλλήλους που συνέταξαν το πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος), δια συναγωγής δικαστικού τεκμηρίου, λαμβανομένων υπόψιν ότι ο πεζός μετά τη σύγκρουση εκτινάχθηκε στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, τον οποίο έθραυσε και ακολούθως σε απόσταση δέκα μέτρων, τη καταβύθιση του αυτοκινήτου σε μεγάλη απόσταση από το σημείο εκτροπής και την οριογραμμή του ασφάλτινου ερείσματος της οδού, την πρόκληση πολλαπλών θανατηφόρων κακώσεων στο σώμα του πεζού και επιπλέον των μεγάλης έκτασης ζημιών του αυτοκινήτου στο σημείο (εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα του), που προσέκρουσε στο σώμα του πεζού, όπως τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα (ένορκες καταθέσεις, έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ Μεσολογγίου, ιατροδικαστικές εκθέσεις, αλληλογραφία Λιμεναρχείου Μεσολογγίου, έκθεση πραγματογνωμοσύνης) σε συνδυασμό με τις φωτογραφίες των ζημιών του οχήματος και του τόπου ατυχήματος. Υπό τις παραπάνω πραγματικές συνθήκες, η πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και οι εντεύθεν θανατηφόρες για τον παθόντα E. (Ε.) B. (Μ.), συνέπειές του, οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του Κ. Π. του Α., οδηγού του υπ'αριθμ. ... αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά την οδήγηση του οχήματός του, δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια ως μέσος συνετός οδηγός. Ειδικότερα, ο τελευταίος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ρύθμισε την ταχύτητά του στο προσήκον μέτρο λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της οδού όπου έβαινε (υγρή άσφαλτος, αυξομειούμενο πλάτος οδοστρώματος), ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προκειμένου να αποφευχθεί το ατύχημα (ή έστω να έχει αυτό λιγότερο επαχθείς συνέπειες), με άμεση συνέπεια να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, που εκτράπηκε από την κανονική πορεία του (παρότι μάλιστα μέχρι εκείνη τη στιγμή εκινείτο σε ευθεία πορεία) και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η μεγάλη αυτή ταχύτητα του στέρησε παντελώς τη δυνατότητα έγκαιρης αντίληψης της αντικανονικής κίνησής του προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και όταν με καθυστέρηση αντιλήφθηκε τον κίνδυνο από την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δεν πρόλαβε να προβεί στη δέουσα αντίδραση, αλλά συνέχισε να κινείται αντικανονικά με την ίδια ταχύτητα και να παρασύρει τον παθόντα πεζό, ο οποίος ίστατο όρθιος ψαρεύοντας, εκτός οδοστρώματος, έχοντας τα νώτα του προς το δρόμο, χωρίς δυνατότητα να αντιληφθεί το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, προκαλώντας. έτσι το θανάσιμο τραυματισμό του (άρθρ. 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Ο.Κ). Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιασδήποτε έκτασης (συν)υπαιτιότητα τρίτου προσώπου στην επέλευση του ατυχήματος, δεν προέκυψε από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, πλην των σχετικών ένορκων προανακριτικών καταθέσεων των γονέων του αποβιώσαντος οδηγού, οι οποίες όμως ερείδονται σε φήμες και όχι σε συγκεκριμένες μαρτυρίες τρίτων προσώπων, αυτοπτών του επίδικου ατυχήματος και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός της εναγόμενης, τον οποίο επαναφέρει με την από 30.6.2019 έφεσή της, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το συναφή λόγο έφεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, με τον οποίο υποστήριζε τα αντίθετα, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται, κατ' εκτίμηση, στο ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της περί πταίσματος τρίτου, του ευρισκόμενου στο σημείο του ατυχήματος αδελφού του θύματος (πέμπτου αναιρεσιβλήτου) Ν. Μ., ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της (αναιρεσείουσας) παρεμβλήθηκε αιφνίδια, κάθετα, στην πορεία του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κ. Π. και ήταν ασφαλισμένο για τις ζημιές προς τρίτους στην αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα, προς αποφυγή του, να επιχειρήσει απότομο προς τα αριστερά ελιγμό και να πέσει στη λίμνη παρασύροντας τον θανόντα, οικείο των αναιρεσιβλήτων, και να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ασφαλισμένου της, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 1, 2 και 3 εδ. ε' και ζ' και 12 παρ. 1 του ΚΟΚ, αλλά και εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι: α) δεν εξηγεί πώς ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του στο προσήκον μέτρο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της οδού στην οποία έβαινε (υγρή άσφαλτος, αυξομειούμενο πλάτος οδοστρώματος), ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, με άμεση συνέπεια να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εκτράπηκε από την κανονική πορεία του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, β) εκτιμά την ταχύτητα του αυτοκινήτου ως μεγάλη, παρότι, κατά τις παραδοχές του, ο οδηγός Κ. Π. εκινείτο με ταχύτητα 90-100 χιλιόμετρα την ώρα και με μέγιστο επιτρεπόμενο όριο εκείνο των 90 χιλιομέτρων την ώρα και, συνεπώς, υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο μόνον κατά 10 χιλιόμετρα την ώρα, μη ευρισκόμενη εκ του λόγου αυτού σε αιτιώδη συνάφεια προς την επέλευση του ατυχήματος, γ) ενώ δέχεται ότι επικρατούσε συννεφιά χωρίς βροχή, η κατάσταση της οδού ήταν υγρή, υπήρχε επαρκής φωτισμός (συνθήκες ημέρας), η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, από δε τα προσκομισθέντα από την ίδια (αναιρεσείουσα) έγγραφα προέκυπτε η μη χρήση οινοπνεύματος και τοξικών ουσιών από μέρους του ασφαλισμένου της οδηγού, δεν εξηγεί πώς ένας έμπειρος οδηγός, αθλητής, χειμερινός κολυμβητής, γιος δασκάλου οδήγησης, με άριστα συντηρημένο αυτοκίνητο και κινούμενος σε ευθεία οδό, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και δ) προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό της περί πταίσματος τρίτου, έκρινε ότι τα κατατεθέντα σχετικώς από τους γονείς του ασφαλισμένου της στηρίζονται σε φήμες χωρίς να λάβει υπόψη του τη δυσχέρεια εξεύρεσης αυτοπτών μαρτύρων. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί τα περιστατικά που το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν και στα οποία στήριξε την κρίση του, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και μη εμπλοκής και πταίσματος τρίτου προσώπου, δεν πληρούσαν το πραγματικό των επικαλούμενων ως παραβιασθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και (ορθώς) οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόστηκαν. Κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα. Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσο της ηθικής βλάβης όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015). Και αυτό, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στα μέλη της οικογένειας του θανατωθέντος, κατ' άρθρ. 932 του ΑΚ, δέχτηκε, ως προς τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους, τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο E. (Ε.) B. (Μ.), ηλικίας 40 ετών, κάτοικος εν ζωή ... Αλβανίας, ο οποίος είχε έλθει μαζί με τον αδελφό N. (Ν.) B. (Μ.), πέμπτο ενάγοντα, προ διμήνου στην Ελλάδα, έχοντας νόμιμα 3μηνη άδεια παραμονής, για να εργαστεί σε αγροτικές εργασίες στη περιοχή του Μεσολογγίου, φιλοξενούμενος στο σπίτι του έτερου αδελφού του M. (Μ.) B. (Μ.), ήταν τέκνο του πρώτου ενάγοντος, .... με τον οποίο συγκατοικούσε στην Αλβανία, μαζί με τη σύζυγό του, ενδέκατη ενάγουσα, B. (Μ.) B. (Μ.), ηλικίας 34 ετών (γεννηθείσα 1983), την οποία νυμφεύτηκε την 27.2.2002 και απέκτησαν μαζί τρία ανήλικα τέκνα, τον S. (Σ.), τη M. (Μ.) και τον B. (Μ.) B., ηλικίας 16, 13 και ενός (1) έτους αντίστοιχα (γεννηθέντα τα έτη 2002, 2005 και 2017) και ήταν αδελφός ... του όγδοου ενάγοντος, M. (Μ.) B. (Μ.), ηλικίας 43 ετών, και της ... δέκατης ενάγουσας, M. (Μ.) H. (Ε.), ηλικίας 33 ετών, οι οποίοι ζούνε στην Αλβανία, πλην του όγδοου ενάγοντος, ο οποίος έχει εγκατασταθεί και διαμένει μόνιμα στο Μεσολόγγι ... Αποτελούσαν δε μια πολύ αγαπημένη οικογένεια, έχοντας αναπτύξει μεταξύ τους ισχυρούς δεσμούς αγάπης και στοργής. Μετά δε από τον αιφνίδιο θάνατό του στην ηλικία των 40 ετών, όλα τα ανωτέρω πρόσωπα υπέστησαν αβάσταχτο πόνο και ψυχική οδύνη, αποτιμώμενη σε εύλογη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση. Επομένως, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο θάνατος του E. (Ε.) B. (Μ.), της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού που προκάλεσε το ατύχημα και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του, του βαθμού συγγένειας και του ψυχικού δεσμού εκάστου των δικαιούχων με τον εκλιπόντα, της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης και του πόνου που δοκίμασε έκαστος εξ αυτών, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των εναγόντων (η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας δεν λαμβάνεται υπόψη διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική) το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης: α) ... β) σε έκαστο των εναγόντων, αδελφών του, το ποσό των 15.000,00 ευρώ, γ) στην ενδέκατη ενάγουσα, σύζυγο του, το ποσό των 40.000,00 ευρώ και δ) σε έκαστο των ανήλικων τέκνων του το ποσό των 50.000,00 ευρώ, ποσά που κρίνονται εύλογα, μετά την εκτίμηση των στοιχείων που το άρθρο 932 του Α.Κ θέτει. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, επιδίκασε στους πρώτο έως και δέκατη των εναγόντων για την ίδια αιτία, μικρότερα ποσά από τα παραπάνω αναφερόμενα ποσά, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο σχετικός λόγος της από 27.6.2019 έφεσης των εναγόντων να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να απορριφθεί αντίστοιχα, ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της από 30.6.2019 έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο ζητείται η επιδίκαση μικρότερων των επιδικασθέντων ποσών στους ανωτέρω ενάγοντες...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, με την πληττόμενη 6106/2020 απόφασή του, δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά τις αντίθετες από 27-6-2019 και 30-6-2019 εφέσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 1304/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο σύνολό της, για το ενιαίο της αναγνώρισης και του τίτλου και ως προς τις διατάξεις της περί δικαστικών εξόδων και αφού κράτησε την υπόθεση και ερεύνησε την από 19-3-2018 αγωγή, δέχτηκε αυτή εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στους ενάγοντες τα σε αυτήν και ανωτέρω αναφερόμενα ποσά. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των προαναφερθέντων αναιρεσιβλήτων, ήτοι της συζύγου του θανατωθέντος Μ. Μ., των ανήλικων τέκνων του Μ. Μ. και Μ. Μ. και των αδελφών του Μ. Μ. και Μ. Έ. στα εν λόγω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 25 του Συντάγματος, επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του οικείου τους Ε. Μ. τα ποσά αυτά, τα οποία, όμως, είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών. Κατά το άρθρο 176 του ΚΠολΔ, ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά δε το άρθρο 178 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και πριν την προσθήκη εδαφίου β' με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021, το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας αλλά είναι συνέπεια της αρχής της ήττας και ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης, κατά τα άρθρα 178 παρ. 1 και 179 του ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 1668/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 179 και 183 (αντί του 181 που αναφέρεται αριθμητικά από προφανή παραδρομή στο αναιρετήριο) του ΚΠολΔ, καταδίκασε την ίδια στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ενώ η δικαστική δαπάνη έπρεπε να συμψηφιστεί λόγω των δυσχερών νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν, άλλως να οριστεί σε χαμηλότερο ύψος, αφού η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει και να επιδικαστεί μόνον το αναφερόμενο στο γραμμάτιο προείσπραξης της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων ποσό, καθόσον δεν προσκομίστηκε κάποιο άλλο στοιχείο, όπως εργολαβικό δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εν προκειμένω, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 178 και 183 του ΚΠολΔ, καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε μέρος των δικαστικών τους εξόδων των αναιρεσιβλήτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους, έναντι των οποίων και ερευνήθηκαν οι λόγοι της. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 579 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο 'Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας εκτέλεσης βάσει τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης (ΑΠ 1258/2021, ΑΠ 1116/2021, ΑΠ 1654/2018). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την αίτηση αναίρεσης και τις νομίμως κατατεθείσες πριν τη συζήτηση, στις 24-8-2022, προτάσεις της υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλομένης (αναγνωριστικής απόφασης), να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι σε επιστροφή των ποσών που αυτή εκουσίως τους κατέβαλε σε εκτέλεσή της, όπως τα ίδια ποσά εξειδικεύονται στις προτάσεις της. Μετά όμως την απόρριψη της αναίρεσης στο σύνολό της ως προς τους αναιρεσιβλήτους που προαναφέρθηκε, δεν συντρέχει λόγος έρευνας της αίτησης επαναφοράς ως προς αυτούς και συνεπώς η τελευταία κρίνεται (ως προς τους ίδιους διαδίκους) απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου (ΑΠ 821/2022, ΑΠ 698/2021). Πρέπει, τέλος, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων (Μ. Μ., Μ. Έ., Μ. Μ. και τα εκπροσωπούμενα από αυτή ανήλικα τέκνα της Μ. Μ. και Μ. Μ.), που παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν διαλαμβάνεται ως προς τον αναιρεσίβλητο Σ. Μ., ως προς τον οποίο επίσης απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, αφού αυτός δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα (ΑΠ 602/2022, ΑΠ 348/2022, ΑΠ 1263/2018). Στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται ακόμη διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (ΑΠ 1425/2021, ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 1634/2018, ΑΠ 1863/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-1-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 384/37/2021) αίτησης για αναίρεση της 6106/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους Μ. Μ., Ρ. Ι., Μ. Ν., Φ. Μ., Ν. Μ., Λ. Ν., Α. Μ. και Φ. Ρ.. Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσιβλήτους α) Μ. Μ., β) Μ. Έ., γ) Μ. Μ. και τα εκπροσωπούμενα από αυτή ανήλικα τέκνα της Μ. Μ. και Μ. Μ. και δ) Σ. Μ.. Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ως προς τους ίδιους αναιρεσιβλήτους. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των εκ των αμέσως πιο πάνω αναιρεσιβλήτων Μ. Μ., Μ. Έ., Μ. Μ. και τα εκπροσωπούμενα από αυτή ανήλικα τέκνα της Μ. Μ. και Μ. Μ., τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ