Αριθμός 623/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Ρ. του Π., χας Χ. Ζ., κατοίκου ... ατομικά για τον εαυτό της και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Ε. - Χ. Ζ. του Χ. και Γ. Ζ. του Χ. και 2) Γ. Ζ. του Δ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δημηνίκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) E. G. του R., κατοίκου ... και 2) αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ασκεί δε ασφαλιστική δραστηριότητα και στην Ελλάδα διατηρώντας προς τούτο Υποκατάστημα με κεντρικά γραφεία στο ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 25-1-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 16-11-2016 αγωγή της Ε. Κ. του Φ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 321/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-2-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 15-2-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 6/19-2-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 96/6-3-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιαστική προϋπόθεση της υποχρέωσης για αποζημίωση είναι η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας, την οποία επέφερε και συντρέχει όταν η παράνομη και κατά κανόνα υπαίτια πράξη ή παράλειψη του αδικοπραγήσαντος από μόνη της ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Πότε συμβαίνει αυτό κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη λαμβάνει υπόψη για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας κατά την ερμηνεία των σχετικών για τις αδικοπραξίες διατάξεων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, η δε κρίση ως προς τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 264/2022, ΑΠ 1652/2017, 810/2017, ΑΠ 652/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) "η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς, όσο και για τους επιβάτες". Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ενδοιαστικές, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1456/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (και οι μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη Ε. Ζ., Ε. Ζ., Π. Ρ. και Α.-Α. Ρ.), με την από 31-10-2016 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), προκάλεσε, από υπαιτιότητά του, το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου, πατέρα και τέκνου τους, Χ. Ζ., οδηγού του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή. Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του ως άνω οικείου τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 321/2017 απόφασή του, έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο, απέρριψε την ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του θανατωθέντος στην πρόκληση του τραυματισμού του λόγω της παράλειψής του να φέρει ζώνη ασφαλείας και δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, επιδίκασε στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα σ' αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις και η εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με την οποία κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ως αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσίβλητος), απορριπτομένης της σχετικής ένστασης των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος, ενώ έγινε δεκτή εν μέρει η ένσταση αυτών περί συντρέχοντος πταίσματος του τελευταίου, το οποίο καθορίστηκε σε ποσοστό 15%. Κατόπιν αυτών, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 10-7-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 429/2017) έφεση των εναγόντων, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 10-7-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 167/2017) έφεση των εναγομένων, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και αφού κρατήθηκε και ερευνήθηκε εκ νέου η ένδικη αγωγή, έγινε αυτή δεκτή εν μέρει και επιδικάστηκε στους εκ των εναγόντων αναιρεσείοντες χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης ποσού 90.000 ευρώ στη σύζυγο του θανατωθέντος, 90.000 σε καθένα από τα τέκνα του και 35.000 ευρώ στον πατέρα του. Ειδικότερα, ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του θανατωθέντος στην πρόκληση του τραυματισμού του, που ενδιαφέρει στον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος οι άνθρωποι που προσέτρεξαν στο σημείο του ατυχήματος, για να παράσχουν βοήθεια, διαπίστωσαν ότι ο Χ. Ζ. βρισκόταν πεσμένος αιμόφυρτος στο κάθισμα, συνοδηγού του οχήματος του και ότι στο σώμα του ήταν τοποθετημένη η ζώνη ασφαλείας του οχήματος που οδηγούσε. Ενόψει αυτών των περιστατικών τεκμαίρεται ότι ο Χ. Ζ. είχε τηρήσει την αντίστοιχη οδική υποχρέωσή του, (βλ. άρθρο 12§5 Ν. 2696/1999 "Κύρωση του ΚΟΚ"), και έκανε χρήση της ζώνης ασφαλείας που υπήρχε στο κάθισμα οδηγού του οχήματος του, όπου καθόταν κατά την οδήγηση του οχήματος του, αλλά η ζώνη αυτή ήταν ανεπαρκής να τον συγκρατήσει στο κάθισμά του ή η χρήση της δεν έγινε από τον Χ. Ζ. με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Το γεγονός αυτό αποτελεί οδική πλημμέλεια, η οποία ενέπιπτε στον έλεγχο του Χ. Ζ., και, συνεπώς, η παράλειψη αυτού να φροντίσει, ώστε να είναι αποτελεσματική η χρήση της ζώνης ασφαλείας του οχήματος που οδηγούσε καθημερινά κατά την άσκηση της εργασίας του, αποτελεί γεγονός που συντέλεσε στην πρόκληση του ανωτέρω βαρύτατου τραυματισμού του και του επακόλουθου θανάτου του. Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω αποδείχθηκε αναμφίβολα και το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε τη δικανική πεποίθηση ότι το πρωτεύον ζημιογόνο γεγονός στην επίδικη υπόθεση υπήρξε η αυξημένη ταχύτητα, με την οποία έβαινε το όχημα του 1ου εναγομένου, και η παράνομη είσοδος αυτού του οχήματος στον ανωτέρω οδικό κόμβο. Η αναποτελεσματική χρήση της ανωτέρω ζώνης ασφαλείας εκ μέρους του Χ. Ζ. υπήρξε στην επίδικη υπόθεση δευτερεύον (και πολύ μικρότερης βαρύτητας) ζημιογόνο γεγονός. Συνεπώς, το μέγιστο ποσοστό ευθύνης για την πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του Χ. Ζ. υπό τις περιστάσεις που εκτέθηκαν ανωτέρω, ήτοι ποσοστό ευθύνης 85%, βαρύνει (σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) τον 1ο εναγόμενο, E. G. του R.. Τον Χ. Ζ. βαρύνει (σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου) ποσοστό ευθύνης 15% για την πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, για τον οποίο έγινε ο λόγος ανωτέρω. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε διαφορετικά ως προς το ανωτέρω ζήτημα, (ήτοι ότι "Για τον τραυματισμό του ο Χ. Ζ. δεν φέρει καμία ευθύνη, καθώς φορούσε ζώνη ασφαλείας, όπως κατέθεσαν οι αυτόπτες μάρτυρες. Συνεπώς, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος που προβλήθηκε από τους εναγομένους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία"), έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, όπως παραπονούνται οι εναγόμενοι, (E. G. του R. και ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..."), ως εκκαλούντες, με τον 2ο λόγο της ένδικης έφεσής τους, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε παραδοχή αυτού του λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου και σε εξαφάνιση του αντίστοιχου κεφαλαίου της εκκαλούμενης απόφασης". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, δέχτηκε το δεύτερο λόγο της από 10-7-2017 έφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και επαναδίκασε την υπόθεση, δέχτηκε εν μέρει την από 31-10-2016 αγωγή των αναιρεσειόντων, επιδικάζοντας στους τελευταίους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα προαναφερθέντα ποσά, αφού έλαβε υπόψη και το συντρέχον πταίσμα του θανατωθέντος. Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες, κατά τις σχετικές παραδοχές, θεμελιώνεται το συντρέχον πταίσμα του θανατωθέντος, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και για το λόγο αυτό στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο θανατωθείς βρέθηκε "στο κάθισμα συνοδηγού του οχήματός του και ότι στο σώμα του ήταν τοποθετημένη η ζώνη ασφαλείας", εν συνεχεία δέχεται ότι "τεκμαίρεται, ότι έκανε χρήση της ζώνης ασφαλείας αλλά ότι η ζώνη αυτή ήταν ανεπαρκής να τον συγκρατήσει στο κάθισμά του ή η χρήση της δεν έγινε...με τον ενδεδειγμένο τρόπο", καταλήγοντας ότι "η παράλειψη αυτού να φροντίσει ώστε να είναι αποτελεσματική η χρήση της ζώνης ασφαλείας του οχήματος που οδηγούσε ... αποτελεί γεγονός που συντέλεσε στην πρόκληση του ανωτέρω βαρύτατου τραυματισμού του και του επακόλουθου θανάτου του", χωρίς να διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η μη αποτελεσματική χρήση της ζώνης ασφαλείας εκ μέρους του. Υπό την ως άνω δε ασαφή και ενδοιαστική διατύπωση της προσβαλλομένης, το πόρισμα στο οποίο καταλήγει το Εφετείο για το ως άνω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσειόντων, δεν είναι αναμφίβολο. Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναφορικά με την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανατωθέντος, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας σε σχέση με το συντρέχον πταίσμα του θανατωθέντος και για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσειόντων λόγω ψυχικής οδύνης), γιατί η αναιρετική εμβέλεια εκείνων που έγιναν δεκτοί, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, ενώ το πληττόμενο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης συνέχεται αναγκαίως με το αποδιδόμενο στο θανατωθέντα συντρέχον πταίσμα. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, για περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στους ίδιους (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 96/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Λάρισας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει. Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ