Αριθμός 354/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ν. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Α., 4) Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 5) Π. Ι. του Κ., κατοίκου ..., 6) Γ. Ι. του Π., κατοίκου ... και 7) Δ. Κ. του Ζ., κατοίκου ... . Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος 5ος και 6ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Οδυσσέα Καραγιαννακίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 7ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 498/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, πλην του εβδόμου αναιρεσιβλήτου, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 25-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. 677Β/24-8-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας ... αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στον έβδομο των αναιρεσιβλήτων Δ. Κ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 975 ΚΠολΔικ., η κατάταξη των δανειστών στο πίνακα γίνεται με την εξής σειρά: 1) ... 2) ... 3) ... οι απαιτήσεις από τη παροχή εξαρτημένης εργασίας.... εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Με το άρθρο δε 31 του ως άνω Ν. 1545/1985 "εθνικό σύστημα προστασίας από την ανεργία και άλλες διατάξεις", ορίστηκε, ότι στη τρίτη τάξη προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔικ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης. Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως της εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, στη τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔικ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι με τη δεύτερη απ' αυτές διευρύνθηκε σημαντικά ο χρόνος που καλύπτεται από το προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 3 για απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας (επί μια διετία πριν από το πρώτο πλειστηριασμό ή τη κήρυξη της πτώχευσης), υπήχθησαν στο προνόμιο αυτό και οι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν αυτές και ορίσθηκε ρητά, ότι η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά (άρθρο 977) γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω κατά τη σαφή έννοια του ίδιου άρθρου αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες .Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με επίσπευση της Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και δυνάμει της με αριθμό .../31-1-2001 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Καβάλας Ελένης Τσολάκη, εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../19-12-2000 Η' επαναληπτική περίληψη δηλώσεως υποκαταστάσεως πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας ..., η ακίνητη περιουσία του οφειλέτη Ι. Κ. του Ζ., η οποία κατασχέθηκε με την με αριθμό …/4-3-1999 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας ... και με βάση την 152/1999 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και ειδικότερον 1) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος... Κατά την καθορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού (31-1-2001) κατακυρώθηκε επ' ονόματι του τελευταίου υπερθεματιστή Α. Α., αντί του συνολικού ποσού των 12.650.000 δραχμών, οι οποίες καταβλήθηκαν εμπροθέσμως στην υπάλληλο του πλειστηριασμού. Το εκπλειστηριασθέν αυτό ακίνητο είχε κατασχεθεί αναγκαστικά (αρχικά) με επίσπευση της Ανώνυμης Εταιρίας "ΕΡΩΧΑΡΤΙΚΗ ΑΕΒΕ"που εδρεύει στον ... και με την υπ' αριθμ. .../16-3-1999 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας ... ο αναγκαστικός πλειστηριασμός του παραπάνω ακινήτου είχε ορισθεί για την 21-4-1999, ο οποίος όμως ματαιώθηκε. Για τη διανομή του πλειστηριάσματος η υπάλληλος πλειστηριασμού Ελένη Τσαλίκη, συμβολαιογράφος Καβάλας, συνέταξε τον υπ' αριθμ. .../30.4.2001 πίνακα κατάταξης δανειστών κατά τον οποίο, αφού αφαίρεσε τα έξοδα διαδικασίας εκτέλεσης του πλειστηριασμού, τα οποία προσδιόρισε α) της συμβολαιογράφου 315.580 δρχ. και β) του δικαστικού επιμελητή ... 2.261.750 δρχ., απέμεινε υπόλοιπο ποσό 10.072.670 δρχ., στο οποίο κατέταξε μεταξύ των λοιπών δανειστών και τους καθών, οι οποίοι είχαν αναγγείλει τις απαιτήσεις τους με την από 12-2-2001 αναγγελία τους, ως εργαζόμενοι στην εταιρία με την επωνυμία "ΗΒΕΠ ΑΔΕΛΦΟΙ Ζ. Κ. Ε.Ε.". Το Ελληνικό Δημόσιο είχε αναγγελθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα με την με αριθμό 2064/3/5-2-2001 αναγγελία του Προϊσταμένου της Β' Δ.Ο.Υ. Καβάλας για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ύψους 2.150.513 δραχμών. Οι καθών η ανακοπή με την αναγγελία τους στην άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, αναγγέλθηκαν για τα αναφερόμενα στην αναγγελία ποσά, ο πρώτος για 547.200 δρχ., ο δεύτερος για 1.000.000 δρχ., ο τρίτος για 724.647 δρχ:, ο τέταρτος για 384.000 δρχ., ο πέμπτος για 300.000 δρχ., ο έκτος για 558.000 δρχ. και ο έβδομος για 402.000 δρχ., πλέον τόκων και εξόδων, για τις απαιτήσεις τους από την παροχή εξηρτημένης εργασίας στην προαναφερομένη ετερρόρυθμη εμπορική εταιρία, για τις οποίες οφειλέτης εις ολόκληρο είναι ο Ι. Κ. του Ζ., η περιουσία του οποίου εκπλειστηριάστηκε. Οι απαιτήσεις των καθών κατά της άνω εταιρίας επιδικάστηκαν με την υπ' αριθμ. 7/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας μέχρι 21-4-1999, ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, ήταν οι εξής: α) για τον πρώτο Θ. Δ. 364.800 δρχ., β) για τον δεύτερο Ν. Γ. 873.619 δρχ. (923.619 - 50.000 καταβολή), γ) για τον τρίτο Α. Κ. 724.647 δρχ., δ) για τον τέταρτο Α. Μ. 328.000 δρχ., ε) για τον πέμπτο Π. Ι. 186.000 δρχ., στ) για τον έκτο Γ. Ι. 456.000 δρχ. και ζ) για τον έβδομο Δ. Κ. 306.000 δρχ. Ο ισχυρισμός επομένως του Ελληνικού Δημοσίου ότι οι απαιτήσεις των καθών γεννήθηκαν μετά την 28-5-1999 τυγχάνει αβάσιμος. Συνεπώς ορθά η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε τους καθών προνομιακά και οριστικά για τα ποσά δραχμών 299.146, 546.884, 396.298, 210.003, 164.065, 305.161 και 219.852, αντίστοιχα και επομένως ο λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ως εκ τούτου το πρωτόδικο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ομοίως δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, εν σχέσει προς τον χρόνο γένεσης των απαιτήσεων των εργαζομένων καθών, ήτοι μέχρι την 21-4-99 ημερομηνία πρώτου πλειστηριασμού της άνω ακίνητης περιουσίας και πρέπει ο λόγος της έφεσης που τα αντίθετα διαλαμβάνει και κατά τον οποίο αυτές γεννήθηκαν μετά την 28-5-99 και επομένως δεν έπρεπε να καταταγούν στον πίνακα κατάταξης προνομιακά είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ως και η έφεση στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη . Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 975 Κ.Πολ.Δ.,655 Α.Κ., 1 και 2 Ν. 1082/1980, 10 παρ. 1 της ΥΑ 19040/1981,3 παρ.8 και 4 παρ.1 Α.Ν. 539/1945 ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία οι απαιτήσεις των καθών η ανακοπή οι οποίες και είχαν επιδικασθεί με την υπ. αριθ.7/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας προέρχονταν από την παροχή εξαρτημένης εργασίας και είχαν γεννηθεί μέχρι την 21-4- 1999 ημερομηνία που είχε ορισθεί και ο πρώτος πλειστηριασμός συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις κατάταξης αυτών στον σχετικό πίνακα κατάταξης κατά τον προαναφερθέντα τρόπο. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη λόγος της ανακοπής που επαναφέρθηκε στο Εφετείο με την έφεση σύμφωνα με τον οποίο οι απαιτήσεις των καθών η ανακοπή γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο (28-5-1999) λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ) μειωμένα κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-9-2008αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 498/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ