ΑΡΙΘΜΟΣ 752/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά,- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Α. Α. του Ν., κατοίκου ... και 2. Ι. Κ. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Τραυλό, περί αναιρέσεως της 37188/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα: Η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΠΕ" νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Σεπτεμβρίου 2012 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1038/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 14-9-2012 αίτηση αναίρεσης του Α. Α. του Ν., καθώς και η από 14-9-2012 αίτηση αναίρεσης του Ι. Κ. του Π., οι οποίες έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα και στρέφονται κατά της με αριθμό 37188/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ'αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλ. συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας. 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλ. της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής που είναι ακάλυπτη. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις και του σκοπού της διάταξης του άνω άρθρου προκύπτει κατά τρόπο σαφή, ότι ο δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή χωρίς αντίκρυσμα, δηλ. αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή. Συνεπώς συναυτουργία στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να νοηθεί μόνο στη περίπτωση της από κοινού έκδοσης (υπογραφής) της ίδιας επιταγής στα περισσότερα πρόσωπα. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που να θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 37188/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, σχετικά με την κατηγορία, ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "στην Αθήνα ενώ γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια εξέδωσαν με πρόθεση, ως ομόρρυθμοι εταίροι της εταιρείας "..." τις σαράντα έξι επιταγές που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας υπ'αριθμό, ημερομηνία, έκδοση, ποσό, οι οποίες αν και εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα από την νόμιμη εξ' οπισθογραφήσεως κομίστρια πολιτικώς ενάγουσα εταιρία κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο διατακτικό δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως κεφαλαίων. Ο αριθμός δε των επιταγών (46) και τα ποσά αυτών φανερώνουν πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης και σκοπό παράνομου κέρδους. Παρότι οι επιταγές φέρουν στη θέση του εκδότη μόνο μία υπογραφή και όχι και των δύο κατηγορουμένων, αυτοί ενήργησαν με κοινό δόλο γνωρίζοντας ο καθένας χωριστά την ανεπάρκεια των διαθέσιμων κεφαλαίων έχοντας συγκαταθέσει ο καθένας τους στην έκδοση όλων των ακάλυπτων επίδικων επιταγών και έχοντας ο καθένας χωριστά τη βούληση να επέλθει η μη πληρωμή αυτών. Το γεγονός ότι η εταιρία είχε παύσει τις πληρωμές στις 17-11-2005, δηλαδή προγενέστερα της πτώχευσης και του χρόνου παύσης πληρωμών δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της παράβασης του αρ.79 παρ.1 ν.3960/1993, ούτε εξαλείφει το αξιόποινο αυτής όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο καθένας". Μετά ταύτα κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους της παραπάνω πράξεως κατά συναυτουργία και επέβαλε ποινή φυλακίσεως 36 μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού υπάρχουν σε αυτήν ασάφειες και λογικά κενά και ειδικότερα δεν εκτίθενται σ' αυτή ποιος από τους δύο αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους είναι ο εκδότης της επιταγής δηλ. η μία υπογραφή που δέχεται ότι υπάρχει επί του σώματος των επιταγών σε ποιόν από τους δύο αναιρεσείοντες ανήκει, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχή, δράστης του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων επιταγή χωρίς αντίκρισμα, δηλ. αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής). Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως και γι' αυτό πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρ.519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 37188/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ