Αριθμός 1223/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2 ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ Α.Ε. [ΠΑΤΡΑ TV]", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Νικόλαος Νικολόπουλος, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 439/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 884/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/10/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από την υπ' αριθμ. 5953 Γ 78 5/2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ..., που προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 13/11/2012, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Αυτή όμως δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και παρούσα και η αναιρεσίβλητη. Επειδή, κατά το άρθρο 1 και 2 του Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου των. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14/2/1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11770/20/3/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1/1/1984 σε 40 ώρες για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, α) η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχόλησης του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26/2/1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και 2) στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχολήσεως του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών ανώτατης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1/1/1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο, λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Με το άρθρο 4 του Ν. 2875/2000 (όπως ίσχυε έως την 30/9/2005, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005) από 1/4/2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασία απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα. Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν μέχρι την 31/3/2001 το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεων του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα. Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από 1/4/2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από 1/4/2001 η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες .διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Από 1/4/2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησης δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1/10/2005) το ως άνω άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: 1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (από 41η έως και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από την41η έως και την 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης .Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3.Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης .χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5 .Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της, η έλλειψη δε η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή, αν αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως. Αν όμως το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερωριακή απασχόληση πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής και η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι υπερωρίες, ενώ είναι δυνατόν να προσδιορίζονται κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα. Επίσης πρέπει να αναφέρονται οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο. Στην προκείμενη υπόθεση από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ζήτησε μεταξύ άλλων, και την επιδίκαση αμοιβής, για το από μηνός Ιουνίου 2003 έως και μηνός Ιουνίου 2006 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο πραγματοποιούσε 26 τουλάχιστον ώρες πέρα από το οκτάωρο κάθε μήνα. Η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ πληρότητα του δικογράφου ως προς το εν λόγω κεφάλαιο, αφού σ' αυτή προσδιορίζεται σαφώς το ημερήσιο ωράριο εργασίας (δώρο) και ο μέσος όρος της υπερωριακής απασχόλησης κατά μήνα (26 ώρες). Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρο 559 αρ. 14 Κ. Πολ.Δ. και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. (όχι και από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 Κ. Πολ.Δ.) είναι βάσιμος. Επειδή, κατά την υπ' αριθμ.21091/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού πρόσθετης ημερήσιας απασχολήσεως δια τους εκτός έδρας απασχολουμένους μισθωτούς", που εκδόθηκε με βάση εξουσιοδότηση του Α.Ν. 28/1944 και ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το Ν.Δ. 866/1946, στο εκτός έδρας αποστελλόμενο προσκαίρως για εργασία υπαλληλικό, υπηρετικό και εργατοτεχνικό προσωπικό όλων των επιχειρήσεων και εργασιών, καταβάλλεται εκτός από τα οδοιπορικά έξοδα και πρόσθετη αποζημίωση για κάθε εκτός έδρας διανυκτέρευση, ίση προς το εκάστοτε νόμιμο ημερομίσθιο ή προς το 1/25 του εκάστοτε νόμιμου μισθού για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό. Για να είναι ορισμένο το αγωγικό κεφάλαιο με το οποίο ζητείται η επιδίκαση αποζημίωσης για εκτός έδρας εργασία, θα πρέπει να εκτίθεται με σαφήνεια ο χρόνος και η διάρκεια της εκτός έδρας εργασίας, ο οποίος δεν μπορεί να συμπίπτει με το χρόνο της εντός έδρας εργασίας, δηλαδή κατά τους αυτούς χρόνους δεν μπορεί να πραγματοποιεί εκτός έδρας εργασία και ταυτόχρονα να εργάζεται και εντός έδρας, κατά πλήρες ωράριο εργασίας και μάλιστα να πραγματοποιεί ανελλιπώς υπερωριακή απασχόληση. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, ζήτησε, εκτός των άλλων, με την ένδικη αγωγή του και αποζημίωση για την εκτός έδρας απασχόληση του .εκθέτοντας ότι α) κατά το χρονικό διάστημα από 29/7/2002 έως 31/12/2004 πραγματοποίησε 58 διανυκτερεύσεις στην Αθήνα, β) κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2005 έως 31/12/2005 πραγματοποίησε 24 διανυκτερεύσεις στην Αθήνα, γ) κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως 30/6/2006 πραγματοποίησε 12 διανυκτερεύσεις στην Αθήνα, δ) κατά το χρονικό διάστημα από 29/7/2002 έως 31/12/2004 πραγματοποίησε 32 διανυκτερεύσεις στον Αίνο στην Κεφαλονιά, ε) κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2005 έως 31/12/2005 πραγματοποίησε 12 διανυκτερεύσεις στην Κεφαλονιά και στ) κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως 30/6/2006 πραγματοποίησε 6 διανυκτερεύσεις στην Κεφαλονιά. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς το ως άνω κεφάλαιο είναι αόριστη και αντιφατική, καθόσον για τα ίδια χρονικά διαστήματα ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε την έδρα του στην Πάτρα, διατείνεται ότι διανυκτέρευε εκτός έδρας, τόσο στην Αθήνα όσο και στην Κεφαλονιά, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν κατά πλήρες ωράριο εντός έδρας πραγματοποιώντας ανελλιπώς, υπερωριακή απασχόληση κατά μέσο όρο 26 ωρών το μήνα, από τον Ιούνιο του 2003 έως τον Ιούνιο του 2006. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αόριστο το κεφάλαιο της αποζημίωσης για τις εκτός έδρας διανυκτερεύσεις του αναιρεσείοντος, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ (όχι και από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8) είναι αβάσιμος. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι εάν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία η παροχή από το μισθωτό, εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης εργασίας, διαρκούς φύσεως, η οποία, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα κύρια απασχόληση του, ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου, και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στο μισθωτό το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 29/7/2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετατράπηκε σε αορίστου από την 1/8/2003, προκειμένου να εργασθεί ως τεχνικός υπεύθυνος του τηλεοπτικού σταθμού της εναγομένης, έναντι μισθού 1.000 ευρώ το μήνα. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν και ο προγραμματισμός των συνεργείων εξωτερικών μεταδόσεων - βιντεοσκοπήσεων, καθώς και των συνεργείων των ρεπορτάζ από τεχνικής πλευράς. Η εργασία όμως αυτή δεν δημιουργεί υπέρ του ενάγοντος αξίωση καταβολής επιπλέον αμοιβής, διότι αφενός μεν ανάγεται στα καθήκοντα του, ήταν δηλαδή αναπόσπαστο μέρος των καθηκόντων του και αφετέρου παρέχονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της εντός του νομίμου ωραρίου και καλυπτόταν από τη σχετική ΣΣΕ. Συγκεκριμένα, συνεχίζει το Εφετείο, η ΣΣΕ που συνήφθη μεταξύ της Ε.Ι.ΤΗ.Σ.Ε.Ε. και της Ε.Τ.Ι.Τ.Β.Ε. που αφορούσε τους όρους αμοιβής και εργασίας των τεχνικών που εργάζονται στους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς στο άρθρο 5 αυτής προβλέπει για τους τεχνικούς που απασχολούνται σε μη μόνιμη βάση, όπως ο ενάγων, σε εξωτερικές μεταδόσεις, την καταβολή επιδόματος 5% επί του 1/25 του βασικού τους μισθού για κάθε ημέρα απασχόλησης στις εξωτερικές μεταδόσεις. Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι δεν προκύπτει ότι ο ενάγων παρείχε στην εναγομένη εργασία διάφορη πέραν της συμφωνηθείσας ώστε να δικαιούται πρόσθετης αμοιβής. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε κατ' ουσίαν το ως άνω αγωγικό κεφάλαιο. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες που καλύπτουν το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της παρούσας. Ειδικότερα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι στο εργασιακό αντικείμενο του αναιρεσείοντος περιλαμβανόταν και ο προγραμματισμός των συνεργείων εξωτερικών μεταδόσεων - βιντεοσκοπήσεων, καθώς και των συνεργείων των ρεπορτάζ από τεχνικής πλευράς και ότι οι εργασίες αυτές αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των καθηκόντων του και όχι πρόσθετη εργασία. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατ 'ορθή υπαγωγή από άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ (όχι και από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ.) με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της πρόσθετης εργασίας και της εξ αυτής πρόσθετης αμοιβής, είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω κεφάλαιο (της υπερωριακής απασχόλησης) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διαδίκου (άρθρα 178 παρ.1 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται την 884/2010 απόφαση του Εφετείου Πάτρας. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε επτακόσια πενήντα (750) ευρώ . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ