Αριθμός 65/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τεγόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Γ. του Κ., 2. Ν. Γ. του Ε., 3. Γ. Π. του Ε., 4. Χ. Γ. του Σ., 5. Π. Σ. του Κ. και 6. Γ. Π. του Ι., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Σεπτεμβρίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 183/2010 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δε χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 183/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα της Μυτιλήνης, προσδιορίστηκε, κατά το άρθρο 568§§ 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 5-3-2012, κατά την οποία με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ευστρατίου Μπαλάσκα, που επέσπευσε τη συζήτησή της, κλήθηκαν να παραστούν οι αναιρεσίβλητοι. Προς το σκοπό αυτό ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο υπ' αριθμ. 6173Β'/16-3-2011, 6274Β'/16-3-2011, 6181Β'/17-3-2011, 6186Β'/18-3-2011, 6197Β'/22-3-2012, 6198Β'/22-3-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ..., επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στη μεταβατική αυτού έδρα της Μυτιλήνης, και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 4 την παραπάνω δικάσιμο της 5-3-2012 (άρθρ. 122§1, 123, 126§1γ, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 3-12-2012, όπως αυτό προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Όφειλαν λοιπόν κατά τα προεκτεθέντα να παραστούν οι αναιρεσίβλητοι κατά την εν λόγω δικάσιμο χωρίς άλλη κλήση, όμως δεν παρέστησαν κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως και πάλι προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). Kατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η διακριτική ευχέρεια όπως, ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, καθορίζοντας συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο. Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί τούτου κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σχηματίζεται από εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 με το από 6/17 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση τους. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος, απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού. Η εν λόγω δε αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο η ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (Ολ.ΑΠ 6/2009, 27/2008). Με βάση τα εν λόγω κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας αξιολογείται και η παρεχόμενη από το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη να θέτει, κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, βάσει των συγκεκριμένων περιστάσεων. Στα πλαίσια της εξουσίας του αυτής ο νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει τόσο τις προϋποθέσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως όσο και το ελάχιστο ποσό στο οποίο αποτιμάται η προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του αδικηθέντος. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 2 του Ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994, "η κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του Τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των δέκα εκατομμυρίων (10.000 000) δραχμών για τις Ημερήσιες Εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, καθώς και για τα περιοδικά που κυκλοφορούν μέσω των Πρακτορείων Εφημερίδων και των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών για τις άλλες εφημερίδες ή περιοδικά, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό και αυτό ανεξάρτητα από την απαίτηση προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία". Ο καθορισμός με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες, λόγω της δημοσιότητας, προσβολές της τιμής και της υπολήψεως τους και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρέωσή της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου. Όμως, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η καθιέρωση με την ως άνω διάταξη μόνο του στοιχείου της ευρύτερης κυκλοφορίας των εκδιδομένων στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη εφημερίδων ή περιοδικών, για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 10.000.000 δραχμών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή εννοία αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι, στις περιπτώσεις ελαφρών εξ απόψεως είδους και βαρύτητας προσβολών, ακόμη και με την χωρική ευρύτητα που επάγεται η διάδοση αυτών μέσω των ημερήσιων εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης που έχουν πανελλαδική κυκλοφορία και σε κάθε περίπτωση απευθύνονται σε περισσότερους αναγνώστες, λόγω του πληθυσμού των πόλεων αυτών, στις οποίες (περιπτώσεις) και αντιστοιχεί το εν λόγω κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε. Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη ως αντισυνταγματική είναι ανίσχυρη και η εφαρμογή της από το δικαστήριο της ουσίας, με τον προσδιορισμό του καθοριζόμενου από αυτήν ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως, όχι ως εύλογη κατά την κρίση του, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, μολονότι, το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δε δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού, ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 6/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μεταξύ άλλων και τα εξής: "Ο τέταρτος εναγόμενος (αναιρεσείων) ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου και εργάζεται ως αρχισυντάκτης στην τοπική εφημερίδα του Ν. Λέσβου με τον τίτλο "ΕΜΠΡΟΣ" ενώ παράλληλα αρθρογραφεί και στην πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδα με τον τίτλο "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ". Στις 9-8-2006, την επόμενη ημέρα δημοσίευσης ανυπόγραφου άρθρου του στη τοπική εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ", ο τέταρτος εναγόμενος δημοσίευσε ενυπόγραφα αυτή τη φορά στο υπ' αριθμ. 9.332/9-8-2006 φύλλο της πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδα με τον τίτλο "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ", άρθρο με τον τίτλο "Φαρ Ουέστ στο λιμάνι του Μολύβου - Μηνυτήρια αναφορά κατά λιμενικών για βασανισμό", με σχεδόν ταυτόσημο περιεχόμενο με το ανωτέρω ανυπόγραφο άρθρο που δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ". Το περιεχόμενο του ως άνω άρθρου έχει αυτολεξεί ως εξής: "Το πολυκαταγγελλόμενο επί χρόνια στο παρελθόν "καθεστώς ασυλίας" κάτω από το οποίο λειτουργεί ο Λιμενικός Σταθμός ... καταγγέλεται για πρώτη φορά επώνυμα με μηνυτήρια αναφορά πολιτών εναντίον στελεχών του που κατατίθεται σήμερα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Μυτιλήνης. Με μηνυτήρια αναφορά μελών της οικογένειας Σ., που διατηρούν εστιατόριο στο λιμάνι της ..., κατηγορούνται έξι ή επτά στελέχη του Λιμενικού Σταθμού με επικεφαλής τον προϊστάμενό του σημαιοφόρο κ. Ν. Γ., για διάπραξη αδικημάτων που φθάνουν στα όρια του κακουργήματος, και συγκεκριμένα για βασανισμό του 24χρονου Ι. Σ.. Αδίκημα που κατά τους καταγγέλλοντες διαπράχθηκε μέσα στα γραφεία του Λιμενικού Σταθμού από τα στελέχη του, και για το οποίο ο 24χρονος εξετάστηκε το Σάββατο το πρωί από γιατρούς του Νοσοκομείου Μυτιλήνης, και ήδη έχει εκδοθεί σχετική ιατρική γνωμάτευση. Επίσης θα ζητηθεί η δίωξη των οργάνων του Λιμενικού Σταθμού για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της εξύβρισης, της υπέρβασης εξουσίας, και όποιας άλλης κατηγορίας αποδειχθεί κατά την προανακριτική διαδικασία που θα ακολουθήσει τη μηνυτήρια αναφορά. Το περιστατικό - Τι έγινε; Σύμφωνα με τον 52χρονο Κ. Σ. και τη σύζυγό του το βράδυ της Παρασκευής έξι ή επτά στελέχη του Λιμενικού Σταθμού ... έτρωγαν σε γειτονικό εστιατόριο, το οποίο ανήκει σε πολιτικό στέλεχος της περιοχής, έχοντας καταλάβει με τραπέζια και καθίσματα χώρο που πρέπει να μένει ελεύθερος στο λιμάνι από τραπεζοκαθίσματα, ώστε να χρησιμοποιηθεί σαν διάδρομος σε περίπτωση ανάγκης. Μάλιστα σχετικά έχει στο παρελθόν επανειλημμένα τονιστεί από στελέχη του Λιμενικού Σταθμού στους επιχειρηματίες που λειτουργούν στο λιμάνι ότι απαγορεύεται ρητά να καταλαμβάνεται η συγκεκριμένη δίοδος. Την Παρασκευή, λοιπόν, σύμφωνα με μαρτυρίες επισκεπτών του τουριστικού οικισμού και της οικογένειας Σ., περίπου στις 10:30 ο 24χρονος Ι. Σ. απαθανάτισε τους λιμενικούς που παρέβαιναν τις εντολές που οι ίδιοι είχαν δώσει. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα όλοι τους "εισέβαλαν" στην επιχείρηση της οικογένειας Σ., απαιτώντας να τους δοθεί η φωτογραφική μηχανή. Στην άρνηση του νεαρού απάντησαν με τη σύλληψή του, όσο και του πατέρα του Κ. Σ. 52 ετών, τους οποίους και μετέφεραν στο Λιμενικό Σταθμό. Σιδηροδέσμιους τους μετέφεραν στο Λιμεναρχείο Μυτιλήνης με την κατηγορία "λόγω και έργω εξύβρισης που κατ' εξακολούθηση και από κοινού διέπραξαν", ενώ όπως καταγγέλλεται ο Ισίδωρος που είχε τη μίας χρήσεως φωτογραφική μηχανή στην τσέπη, χτυπήθηκε στα χέρια όσο ακόμη ήταν στον Μόλυβο. Η μηχανή κατασχέθηκε, αλλά ω του θαύματος, η φωτογραφία που τους απαθανάτιζε "τρωγοπίνοντες" και μάλιστα με τα μπλουζάκια του Λιμενικού Σώματος καταστράφηκε κατά την εκτύπωση! Το πρωί του Σαββάτου οι δύο κατηγορούμενοι της οικογένειας Σ. αφέθηκαν ελεύθεροι, προκειμένου να δικαστούν με την διαδικασία του αυτοφώρου χθες, αλλά και χθες, η δίκη τους δεν έγινε λόγω συνεχιζόμενης αποχής των δικηγόρων Μυτιλήνης. Από την πλευρά των καταγγελλομένων λιμενικών δεν έγινε καμία δήλωση"... Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι στο παραπάνω δημοσίευμα περιέχονται ψευδή γεγονότα, και ειδικότερα ο τίτλος του δημοσιεύματος, ο οποίος αναφέρει κατά λέξη "Μηνυτήρια αναφορά κατά λιμενικών για βασανισμό" και ότι οι ενάγοντες κατηγορούνται για διάπραξη αδικημάτων που φθάνουν τα όρια του κακουργήματος, είναι ψευδής, διότι από κανένα στοιχείο, δεν αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι οι οποίοι συνελήφθηκαν, κατά την κράτησή τους στο Λιμενικό Σταθμό υπέστησαν βασανισμό από τους ενάγοντες. Εξάλλου οι εν λόγω εναγόμενοι με τις παραπάνω εγκλήσεις τους κατά των εναγόντων, δεν καταγγέλλουν ούτε κατηγορούν αυτούς για βασανισμό, αλλά για άλλες πράξεις, σε βάρος των οποίων ασκήθηκε η προαναφερθείσα ποινική δίωξη σε βαθμό πλημμελήματος. Περαιτέρω δε το γεγονός στο οποίο αναφέρεται το δημοσίευμα ότι ο Λιμενικός Σταθμός ... στον οποίο υπηρετούν οι ενάγοντες, λειτουργεί επί πολλά χρόνια υπό καθεστώς ασυλίας, και εμφανίζει τους ενάγοντες ότι επανειλημμένα έχουν διαπράξει παράνομες πράξεις, χωρίς ποτέ να τιμωρηθούν, είναι ψευδές, διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, στον ανωτέρω Λιμενικό Σταθμό διαπράττουν επί χρόνια αξιόποινες πράξεις, χωρίς μάλιστα ποτέ να υποστούν τις συνέπειες του νόμου ... . Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο ο τέταρτος εναγόμενος με το πιο πάνω δημοσίευμα στην πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" κατέστησε γνωστά και προσιτά στο ευρύ αναγνωστικό κοινό τα περιστατικά που συνέβησαν στην παραλία της ... και στη συνέχεια στο λιμενικό σταθμό τη νύκτα της 4ης Αυγούστου 2006. Το εν λόγω δημοσίευμα περιέχει γεγονότα αλλά και αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμούς, οι οποίοι μπορούν να θεωρηθούν ως γεγονότα, αφού εμμέσως υποκρύπτονται πίσω απ' αυτά συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν πρόσφορα να προσβάλουν την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική σταδιοδρομία των εναγόντων, καθώς τους εμφάνιζαν να λειτουργούν υπό "καθεστώς ασυλίας", για το οποίο έχουν καταγγελθεί επανειλημμένα και να έχουν διαπράξει αδικήματα που φτάνουν σε βαθμό κακουργήματος και συγκεκριμένα να έχουν βασανίσει, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τον πρώτο εναγόμενο ... Τα ανωτέρω γεγονότα, όπως αποδείχθηκε, ήταν ψευδή, και ικανά κατά την κοινή αντίληψη να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη, των εναγόντων στο γενικότερο κοινωνικό τους περίγυρο αλλά και στην μικρή κοινωνία του Δήμου ... όπου ζουν και εργάζονται, αλλά και την επαγγελματική εξέλιξη και σταδιοδρομία τους στο Λιμενικό Σώμα, αφού τους εμφάνιζε να παραβαίνουν τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα, και ως άτομα που διαπράττουν παράνομες πράξεις υπό καθεστώς ασυλίας. Κατ' αυτόν τον τρόπο έθεσε σε κίνδυνο το επάγγελμα και το μέλλον των εναγόντων διότι δημιούργησε δυσμενείς εντυπώσεις σε τρίτους, και κυρίως στους προϊσταμένους των εναγόντων, ως προς την ποιότητα του χαρακτήρα τους και την εντιμότητά τους. Ωστόσο, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εναγόμενος γνώριζε την αναλήθεια των όσων ισχυρίστηκε στο άρθρο του, αλλά πλημμελώς και εσπευσμένως χρησιμοποίησε τη λέξη "βασανιστήρια" προς χαρακτηρισμό της ως άνω συμπεριφοράς των εναγόντων προς τον πρώτο εναγόμενο. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πρώτη νομική σκέψη της παρούσης, δεν τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης αλλά αυτό της απλής δυσφήμησης ... . Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι συνεπεία της παράνομης αυτής προσβολής των εναγόντων αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Το εύλογο ποσό αυτής πρέπει να προσδιοριστεί βάσει των τιθέμενων πραγματικών περιστατικών, και δη του είδους και της βαρύτητας της προσβολής των εναγόντων, του τρόπου και του μέσου που τελέστηκε (μέσω πανελλήνιας κυκλοφορίας ημερήσιας εφημερίδας), της δημοσιότητας της προσβολής, της υπαιτιότητας του ως άνω εναγομένου, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, και να καθορισθεί στο ποσό των 35.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσόν των 30.000 ευρώ για καθένα των λοιπών εναγόντων, το οποίον αποτελεί το ελάχιστο στην προκειμένη περίπτωση ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να τους επιδικασθεί, αφού η ως άνω προσβολή τελέστηκε δια του τύπου, και δη μέσω ημερήσιας εφημερίδας Αθηνών (παρ.2 του άρθρου μόνου ν. 1178/1981 όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου μόνου ν. 2243/1994). Η διάταξη αυτή, η οποία καθορίζει τα ελάχιστα όρια για τη χρηματική ικανοποίηση, επιδικάζεται εις βάρος αδιακρίτως του ιδιοκτήτη του εντύπου, του εκδότη, του διευθυντή, και του συντάκτη του δημοσιεύματος. Με την επιδίκαση δε του παραπάνω ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης, δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου, και ήδη ρητώς καθιερώθηκε στο αναθεωρηθέν άρθρο 25§1 του Συντάγματος, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω, του πταίσματος του συντάκτη του δημοσιεύματος, της δημοσιότητας που έλαβε ανά το πανελλήνιο και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, καθόρισε ως χρηματική ικανοποίηση για την παραπάνω αιτία, στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ και σε κάθε ένα από τους υπόλοιπους το ποσό των 2.000 ευρώ, έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως των εναγόντων ... . Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση του τέταρτου εναγομένου ... και κατά παραδοχήν της εφέσεως των εναγόντων κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά του τέταρτου εναγομένου ως προς τον προαναφερόμενο λόγο αυτής ως βασίμου να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για την ουσιαστική εκδίκαση αυτής (αρθρ. 535 παρ Ι ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, όπως το αγωγικό αίτημα αυτής περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί ο τέταρτος εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσόν των 20.000 ευρώ, και σε κάθε ένα από τους υπόλοιπους ενάγοντες το ποσό των 10.000 ευρώ, και να αναγνωρισθεί επιπλέον ότι αυτός οφείλει να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα 15.000 ευρώ, και σε κάθε ένα από τους υπόλοιπους το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 932 του ΑΚ και του άρθρου μόνου παρ. 2 του Ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994, κατά το μέρος που με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθορίζεται η χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσίβλητων λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους από το ως άνω δημοσίευμα, στο παραπάνω ποσόν. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι για την ηθική βλάβη που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους από το παραπάνω δημοσίευμα, το εύλογο ποσό που δικαιούνται πρέπει να προσδιορισθεί βάσει των τιθέμενων πραγματικών περιστατικών, και δη του είδους και της βαρύτητας της προσβολής των εναγόντων, του τρόπου και του μέσου που τελέστηκε (μέσω πανελλήνιας κυκλοφορίας ημερήσιας εφημερίδας), της δημοσιότητας της προσβολής, της υπαιτιότητας του ως άνω εναγομένου, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, και να καθορισθεί κατόπιν αυτών στο ποσό των 35.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσόν των 30.000 ευρώ για καθένα των λοιπών εναγόντων, δέχεται στη συνέχεια, ότι το ποσό αυτό, που αποτελεί το ελάχιστο στην προκειμένη περίπτωση ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να τους επιδικασθεί, αφού η ως άνω προσβολή τελέστηκε δια του τύπου, και δη μέσω ημερήσιας εφημερίδας Αθηνών, σε τρόπον ώστε να μη αποσαφηνίζεται αν το ποσόν αυτό επιδικάζεται ως εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, βάσει της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ, ή λόγω της δέσμευσής του από την ανωτέρω περί τύπου διάταξη, ως το ελάχιστο επιβαλλόμενο μ' αυτή ποσόν. Επίσης, ενώ δέχεται ως εύλογη κατά την κρίση του την άνω επιδικαζόμενη χρηματική ικανοποίηση, δέχεται ακολούθως, τελείως αντιφατικά, ότι με την επιδίκαση του παραπάνω ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης, βάσει των άνω περί τύπου διατάξεων, οι οποίες έχουν εφαρμογή και για το συντάκτη του δημοσιεύματος, δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου, και ήδη ρητώς καθιερώθηκε στο αναθεωρηθέν άρθρο 25§1 του Συντάγματος. Ενόψει των ανωτέρω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα του καθορισμού της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι από την παραπάνω αιτία, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά, αν ο καθορισμός αυτής έγινε βάσει των κριτηρίων που τίθενται από το άρθρο 932 ΑΚ, ή ως δέσμευση του ελαχίστου ποσού που προβλέπεται από τις ως άνω περί τύπου διατάξεις. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 183/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Μυτιλήνης), και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Βορείου Αιγαίου (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012), να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 183/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Βορείου Αιγαίου. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ