Αριθμός 684/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (ήδη μετανομασθείσα σε "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, έχει δε εγκαταστήσει Υποκατάστημα στην Ελλάδα (με την εμπορική επωνυμία / διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" και "MARFIN EGNATIA BANK", με διεύθυνση εγκατάστασης τη ... και διεύθυνση αλληλογραφίας ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη - Γιατρά και Δημήτριο Πασσά . Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ.&Κ. Σ. Α.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταματέκο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Δεκεμβρίου 2005 ανακοπή της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34876/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1460/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή της και τους από 5 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς το σύνολο των κύριων και των πρόσθετων λόγων της. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1460/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε από ουσιαστικής πλευράς την από 31.5.2010 έφεση και τους από 16.3.2011 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 34876/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, με την οποία έγινε δεκτή η από 9.12.2005 ανακοπή, καθώς και οι από 5.1.2006 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και ακυρώθηκε η εναντίον αυτής υπ' αριθ. 38242/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την ένδικη ανακοπή κατά τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της, καθώς και την από 8.9.2006 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ της ανακόπτουσας, που απορροφήθηκε ήδη από την αναιρεσείουσα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Εξ άλλου με το από 5.9.2012 ιδιαίτερο δικόγραφο η αναιρεσείουσα άσκησε εμπρόθεσμα πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης. 2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 180, 181 και 182§§1 και 2 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), από την έναρξη ισχύος του, στις 16.9.2007, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα άρθρ. 525-707 του Εμπορικού Νόμου (ΕμπΝ), τα οποία όμως εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στις εκκρεμείς διαδικασίες, ενώ αντίθετα στις διαδικασίες που άρχισαν μετά την ως άνω θέση σε ισχύ του Πτωχευτικού Κώδικα εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του. Προκειμένου έτσι για διαδικασία πτώχευσης πριν από τις 16.9.2007 ορίζει το άρθρ. 637 του ΕμπΝ, ότι εάν οι εργασίες της πτώχευσης δεν μπορούν να εξακολουθήσουν για έλλειψη περιουσίας, το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από έκθεση του εισηγητή και αφού ακουσθεί ο σύνδικος, να κηρύξει και αυτεπαγγέλτως την παύση των εργασιών της πτώχευσης, οπότε οι πιστωτές αναλαμβάνουν την άσκηση των ατομικών τους δικαιωμάτων κατά του προσώπου και της περιουσίας του πτωχού, μπορεί δε το δικαστήριο με την αυτή απόφαση, η εκτέλεση της οποίας αναστέλλεται σε κάθε περίπτωση για ένα μήνα από τη δημοσίευσή της, να αποφασίσει ότι ο πτωχός είναι συγνωστός, εξαιτίας ιδιαίτερων λόγων και αφού ακουσθεί ο σύνδικος. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 534, 638 του ΕμπΝ, 1 και 2 του α.ν. 635/1937, προκύπτει ότι και μετά την παύση των εργασιών της πτώχευσης αυτή εξακολουθεί να υπάρχει, είναι όμως σε αδράνεια, κατά τη διάρκεια της οποίας παύει το λειτούργημα του συνδίκου, καθώς και η διαχείριση απ' αυτόν της πτωχευτικής περιουσίας, την οποία αναλαμβάνει πλέον ο πτωχός, ο οποίος νομιμοποιείται έκτοτε να ασκεί ό ίδιος τα δικαιώματά του τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά και να παρίσταται στο δικαστήριο χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου (ΟλΑΠ 395/1980, ΑΠ 535/1998, ΣτΕ 3199/2011, 399/2012). Τα αυτά αποτελέσματα έχει και η παύση των εργασιών της πτώχευσης κατά το άρθρ. 6§18(ιγ) του ν. 2479/1997, που όρισε ότι αν κατά το στάδιο της ένωσης των πιστωτών η εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας καταστεί αδύνατη ή προφανώς ασύμφορη, το πτωχευτικό δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εισηγητή και αφού ακουστεί ή κλητευθεί ο σύνδικος, μπορεί να αποφασίσει την παύση των εργασιών της πτώχευσης. Έτσι κατά την παραπάνω διάταξη η παύση των εργασιών της πτώχευσης είναι δυνατή και όταν υπάρχει μεν πτωχευτική περιουσία, αυτή όμως είναι ελάχιστη ή δυσχερώς ρευστοποιήσιμη. Εξ άλλου η απόσβεση της ενοχής επέρχεται κατά το άρθρ. 416 του ΑΚ με καταβολή, η οποία συνιστά υλική πράξη, δηλαδή απλό πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερή δικαιοπραξία, για να έχει όμως η καταβολή ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι η προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής αυτό που πραγματικά δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση, ενώ δεν αρκεί η τμηματική καταβολή. Απόσβεση της ενοχής επέρχεται και με τη δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, η οποία, όπως προκύπτει από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρ. 427, 431 και 434 του ΑΚ, ισοδυναμεί με καταβολή και είναι επιτρεπτή, ώστε να έχει το αποτέλεσμα αυτό, όταν συντρέχει μια από τις αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, δηλαδή όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρ. 349επ. του ΑΚ ή όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπό του. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Η παράλειψη δηλαδή του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις που να στηρίζουν την αγωγή, οπότε ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ' αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93§3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης. Παρέπεται ότι και η πλεοναστική παράθεση στην απόφαση διατάξεων που δεν έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, εφόσον οι διατάξεις αυτές παρέμειναν στην ουσία ανεφάρμοστες και δεν οδηγήθηκε τελικώς με βάση τις διατάξεις αυτές η απόφαση σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου. Παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνιστά και η εσφαλμένη εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας που ενδέχεται να υπάρχει στο πραγματικό του κανόνα ή κατ' εξαίρεση στην έννομη συνέπειά του, δηλαδή νομικής έννοιας που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της. Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας γίνεται με αφετηρία την ιδέα του δικαίου και αναφορά στις αξίες που απορρέουν απ' αυτή, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινωνικής ηθικής, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, με την οποία με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια προσδιορίζεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού το περιεχόμενο (εύρος) της αόριστης νομικής έννοιας, ώστε να υπαχθεί ακολούθως σ' αυτή η ατομική περίπτωση, το τυχόν σφάλμα μπορεί αντίστοιχα να είναι είτε καθαρά ερμηνευτικό σε σχέση με την εξειδίκευση (ανάλυση) των στοιχείων της νομικής έννοιας κατά τη διατύπωση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού υπό τύπο κατά κανόνα γενικό είτε υπαγωγικό σφάλμα, οπότε ανάλογα πρόκειται για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα δικαίου, που συνιστούν τις δυο όψεις της εσφαλμένης εφαρμογής του. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αόριστη νομική έννοια είναι και αυτή της εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του δανειστή, που καθιστά αντικειμενικά επισφαλή την εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη και δικαιολογεί κατά το άρθρ. 434 του ΑΚ τη δημόσια κατάθεση της παροχής του, δηλαδή θα πρέπει οι συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης να είχαν δημιουργήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας κατ' αντικειμενική κρίση και με μέτρο τις δυνατότητες του μέσου συνετού συναλλασσόμενου, εύλογη αμφιβολία στον οφειλέτη ως προς το πρόσωπο του δανειστή κατά το χρόνο που έγινε η δημόσια κατάθεση της παροχής του, ώστε εξ αιτίας αυτής να υπήρχε ακολούθως στον οφειλέτη αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής του με ασφάλεια, δηλαδή με την έλλογη βεβαιότητα ότι η εκπλήρωση της παροχής του με καταβολή θα οδηγούσε σε απόσβεση της ενοχής του και δεν θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει για δεύτερη φορά. Συνεπώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρ. 434 του ΑΚ ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που δέχθηκε ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως εύλογη αιτία αμφιβολίας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου της παροχής, που καθιστά αντικειμενικά επισφαλή την εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, αφού πρόκειται για κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στην έννοια του άρθρ. 434 του ΑΚ. Ειδικότερα κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Κατόπιν της από 28.11.2005 αιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητης) ..., εκδόθηκε η υπ' αριθ.38242/2.12.2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. (που απορροφήθηκε από την MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. και αυτή από την αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 3.668.989,84 ευρώ, νομιμοτόκως από την 23.8.2005, δηλαδή από την πάροδο της προθεσμίας καταβολής που τέθηκε σ' αυτή με την από 17.8.2005 εξώδικη πρόσκληση της καθ' ης η ανακοπή. Η εν λόγω διαταγή πληρωμής, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, αλλά και από την προσκομιζόμενη αίτηση και τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν σ' αυτή, εκδόθηκε με βάση τα έγγραφα αυτά, που προσκομίσθηκαν στο Δικαστή που την εξέδωσε σε ακριβή αντιπεφωνημένα φωτοαντίγραφα, τα οποία επικύρωσε την 1.11.2005 ο δικηγόρος Αθηνών Γ. Σ.. Συγκεκριμένα η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα νομίμως επικυρωμένα φωτοαντίγραφα (α) της από 21.2.2005 σύμβασης ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων όψεως που καταρτίσθηκε μεταξύ της τράπεζας και της καθ' ης η ανακοπή, από την οποία αποδεικνύεται ότι, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ότι... η κατάθεση όψεως αποδίδεται σε πρώτη ζήτηση και ότι ... αποδεικτική ισχύ, όσον αφορά την κίνηση του λογαριασμού έχει κάθε απόσπασμα ή φωτοτυπία των βιβλίων της τράπεζας που έχει νόμιμα εκδοθεί, κάθε επιταγή που έχει νόμιμα ακυρωθεί, κάθε αντίγραφο που στέλνεται στον καταθέτη, καθώς και οι εγγραφές στο βιβλιάριο, όπου αυτό τηρείται, (β) του υπ' αριθ. ... λογαριασμού όψεως, που εμφάνιζε την κατάθεση του ποσού των 3.656.862,79 ευρώ κατά την 21.2.2005 (που άνοιξε ο λογαριασμός) και του ποσού των 3.668.989,84 ευρώ κατά την 30.6.2005 και 1.7.2005, μετά την πίστωσή του δηλαδή με τους τόκους της χρονικής περιόδου από του ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι και την 30.6.2005, ποσού 13.474,50 ευρώ, (γ) της από 17.8.2005 εξώδικης πρόσκλησης περί αποδόσεως του ως άνω ποσού του λογαριασμού και (δ) του από 26.9.2005 πρακτικού παράδοσης και παραλαβής μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και του πρώην συνδίκου της πτώχευσης αυτής, από το οποίο προέκυπτε η παύση του λειτουργήματός του. Από τα παραπάνω ιδιωτικά έγγραφα αποδεικνύονταν τόσο η ύπαρξη της χρηματικής απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή κατά την 23.8.2005, που ζήτησε την απόδοση του ποσού της κατάθεσης και άρχισε η υπερημερία της καθ' ης η αίτηση τράπεζας, όσο και η έννομη σχέση της σύμβασης του λογαριασμού όψεως, από την οποία προερχόταν η απαίτηση, στην οποία θεμελίωσε η καθ' ης η ανακοπή το αίτημα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά τον δεύτερο από τους κύριους και τον τρίτο από τους πρόσθετους λόγους της και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία κατά παραδοχή του πρώτου πρόσθετου λόγου της ένδικης ανακοπής είχε ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, επειδή κατά την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ναι μεν τα προσκομισθέντα για την έκδοση της διαταγής αυτής φωτοαντίγραφα του λογαριασμού όψεως της αναιρεσίβλητης εμφάνιζαν το ποσό του λογαριασμού αυτού κατά την 1.7.2005, όχι όμως και κατά το μεταγενέστερο χρόνο υποβολής της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ή πολύ περισσότερο κατά το χρόνο έκδοσης αυτής στις 2.12.2005 και το οποίο (ποσό) ήταν μηδενικό λόγω της δημόσιας κατάθεσής του από τις 6.9.2005, δηλαδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδεικνυόταν από έγγραφα, όπως θα έπρεπε, το ποσό του λογαριασμού όψεως της αναιρεσίβλητης κατά τους παραπάνω κρίσιμους χρόνους και έτσι ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Αντίθετα όμως με την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το Εφετείο έκρινε ότι αρκούσε για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής η απόδειξη εγγράφως του ποσού που είχε ο λογαριασμός όψεως της αναιρεσίβλητης στις 23.8.2005, που έθεσε αυτή ως χρονικό όριο για την καταβολή του στην ίδια από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., ενώ δεν όφειλε να αποδείξει ότι το ποσό αυτό εξακολουθούσε να είναι κατατεθειμένο στην τράπεζα και κατά τους ως άνω μεταγενέστερους χρόνους. Ακολούθως το Εφετείο ερεύνησε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, τους λοιπούς κύριους και πρόσθετους λόγους της ένδικης ανακοπής, σε σχέση με τους οποίους δέχθηκε μεταξύ άλλων ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα παρακάτω: "Η καθ' ης η ανακοπή κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ' αριθ. 60/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ... Οριστικός σύνδικος αυτής ορίστηκε ο δικηγόρος Πειραιά Θ. Λ., ο οποίος παύθηκε από το λειτούργημα αυτό δεκαεννέα χρόνια αργότερα με την υπ' αριθ. 4947/2001 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, διότι υπεξαίρεσε χρήματα της πτωχευτικής περιουσίας, γι' αυτό και ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, για την οποία και παραπέμφθηκε με το υπ' αριθ. 394/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Κατά τη διάρκεια της διενεργούμενης για το αδίκημα αυτό κύριας ανάκρισης η Ε' Τακτική Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Πειραιώς απαγόρευσε με την υπ' αριθ. 254/5.11.2001 διάταξή της την κίνηση, πλην άλλων, και των δραχμικών καταθέσεων του υπ' αριθ. ... λογαριασμού ταμιευτηρίου, που τηρείτο στην ανακόπτουσα επ' ονόματι του κατηγορουμένου συνδίκου, παρόλο που αποτελούσαν πτωχευτική περιουσία της καθ' ης η ανακοπή και θα έπρεπε έτσι να είναι κατατεθειμένες σε δικό της λογαριασμό και να διακινούνται, όπως ο νόμος ορίζει, δηλαδή με άδεια του εισηγητή της πτώχευσης. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς έπαυσε οριστικά με την υπ' αριθ. 45/2005 απόφασή του την ασκηθείσα εναντίον του ως άνω συνδίκου ποινική δίωξη λόγω του επελθόντος θανάτου του, χωρίς όμως να διατάξει συγχρόνως και την άρση της επιβληθείσας, με την προαναφερόμενη ανακριτική διάταξη, δέσμευσης των λογαριασμών που τηρούνταν στο όνομά του και μέσω αυτών διακινούσε αυτός όσο ζούσε τα χρήματα της πτωχευτικής περιουσίας για ίδιο όφελος, ενώ για τη διατήρηση ή μη της δέσμευσης των ίδιων λογαριασμών δεν είχε αποφανθεί ούτε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το πιο πάνω παραπεμπτικό βούλευμά του. Περαιτέρω με την υπ' αριθ. 1991/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κηρύχθηκε η πτωχευτική αποκατάσταση της καθ' ης η ανακοπή λόγω δεκαετίας από την πτώχευση και αναβίωσε αυτή ύστερα από την υπ' αριθ. 2548/7.5.2003 απόφαση της Νομαρχίας Πειραιώς, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 3434/7.5.2003 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, ενώ στις 12.7.2005 κηρύχθηκε με την υπ' αριθ. 3430/12.7.2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η παύση των εργασιών της πτώχευσης κατά το άρθρ. 6§18(ιγ) του ν. 2479/1997, δηλαδή επειδή κρίθηκε ότι κατέστη αδύνατη και προφανώς ασύμφορη η εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας, αφού, όπως από τις αιτιολογίες της απόφασης προκύπτει, από της παύσεως ως συνδίκου του Θ. Λ., που πριν αποβιώσει δεν απέδωσε λογοδοσία, παρότι είχε κληθεί πολλές φορές προς τούτο, οι διοριζόμενοι σύνδικοι είτε αποποιούνταν το διορισμό τους είτε παραιτούνταν μετά από αυτόν, καθώς, πλέον των άλλων, δεν έβρισκαν κρίσιμα της πτώχευσης έγγραφα. Κρίθηκε επίσης με την ίδια απόφαση ότι το ασύμφορο της εκκαθάρισης της πτωχευτικής περιουσίας δεν ταυτίζεται με την έλλειψη των αναγκαίων χρημάτων για την εξακολούθηση των εργασιών της πτώχευσης. Παρά ταύτα, δηλαδή ενώ η παύση των εργασιών της πτώχευσης δεν κηρύχθηκε για έλλειψη των αναγκαίων για την εξακολούθηση των εργασιών της πτώχευσης χρημάτων, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 15.12.2005 αίτησή του για ανάκληση της παραπάνω απόφασης, επικαλούμενο ότι είναι πτωχευτικός πιστωτής, που έχει αναγγείλει στην πτώχευση απαίτηση συνολικού ύψους 937.035,17 ευρώ και ότι υπάρχει πτωχευτική περιουσία ύψους 4.372.556,70 ευρώ ... Περαιτέρω μετά την κήρυξη της πτωχευτικής αποκατάστασης και πριν από την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης έγινε δεκτή από την ανακόπτουσα η από 21.2.2005 αίτηση της αποκατασταθείσας πτωχής περί ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων όψεως, στον οποίο μεταφέρθηκαν τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, που τηρείτο επ' ονόματι του πρώην συνδίκου Θ. Λ. και είχαν δεσμευθεί κατά τα προεκτεθέντα ... Ακόμη η καθ' ης η ανακοπή ζήτησε με την υπ' αριθ. 17.5.2005 αίτησή της, που απηύθυνε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, να αρθεί η επιβληθείσα δέσμευση των χρημάτων του υπ' αριθ. ... λογαριασμού και να αποδοθούν αυτά στο νόμιμο εκπρόσωπό της Σ. Σ.. Η αίτηση αυτή εκδικάσθηκε στο ως άνω Δικαστήριο στις 20.7.2005, δηλαδή αφού κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης, η περί της οποίας απόφαση αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, το οποίο όμως με την υπ' αριθ. 467/20.7.2005 απόφασή του έκρινε ότι η απόδοση των χρημάτων, που είχαν δεσμευθεί, έπρεπε να γίνει όχι στον αιτούντα Σ. Σ. με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, αλλά στον τελευταίο σύνδικο της πτώχευσης Δ. Μ., ως νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, διότι, όπως διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της απόφασης, δεν είχε καταστεί τελεσίδικη η απόφαση κήρυξης της παύσης των εργασιών της πτώχευσης ούτε είχε παρέλθει μήνας από τη δημοσίευσή της, στις 12.7.2005, ώστε να καταστεί τελεσίδικη κατά το άρθρ. 637 του α.ν. 635/1937. Κατά της απόφασης αυτής η καθ' ης η ανακοπή εταιρεία άσκησε την από 28.7.2005 έφεση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, το οποίο με την υπ' αριθ. 11/2006 απόφασή του ανέστειλε κατ' αρχήν τη συζήτηση της υπόθεσης, όμως δέχθηκε τελικά την αίτηση με την υπ' αριθ. 297-297α-297β/24.10.2007 απόφασή του. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ανακόπτουσα τράπεζα, μετά την επίδοση προς αυτή της προαναφερόμενης από 17.8.2005 εξώδικης πρόσκλησης, με την οποία η καθ' ης η ανακοπή ζήτησε να αποδοθεί στο νόμιμο εκπρόσωπό της όλο το ποσό της κατάθεσης, που υπήρχε στον ως άνω υπ' αριθ. ... επ' ονόματί της τηρούμενο λογαριασμό όψεως, επικαλούμενη (η τράπεζα) νομική αμφιβολία ως προς το ζήτημα του εάν με την παύση των εργασιών της πτώχευσης αίρεται και η πτωχευτική απαλλοτρίωση και ανακτά ο πτωχός τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του και ότι εξ αιτίας της νομικής αυτής αμφιβολίας δημιουργείται περαιτέρω αβεβαιότητα ως προς το πρόσωπο που εκπροσωπεί την εταιρεία μετά την παύση των εργασιών της πτώχευσης και το οποίο νομιμοποιείται να διαχειρίζεται και άρα να εισπράξει το ποσό της κατάθεσης, δηλαδή ως προς το εάν το πρόσωπο αυτό είναι ο σύνδικος ή ο καταστατικός εκπρόσωπος της εταιρείας, αρνήθηκε την καταβολή στον τελευταίο και με το υπ' αριθ. 87374/6.9.2005 γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο διέλαβε την ως άνω αιτιολογία, προέβη στη δημόσια κατάθεση του ποσού των 3.674.647,01 ευρώ "υπέρ του αληθούς δικαιούχου, που θα ορισθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση". Πριν δε προβεί για τον παραπάνω λόγο στη δημόσια κατάθεση του ως άνω ποσού, προκάλεσε την από 2.8.2005 γνωμοδότηση του καθηγητή του Εμπορικού Δικαίου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Ι. Ρ., ο οποίος γνωμοδότησε ότι η παύση των εργασιών της πτώχευσης δεν αίρει την πτωχευτική απαλλοτρίωση και μάλιστα όταν υπάρχει σημαντική πτωχευτική περιουσία και πτωχευτικοί δανειστές που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Ανεξάρτητα όμως από το περιεχόμενο της εν λόγω γνωμοδότησης, καμία νομική αμφιβολία δεν δικαιολογείτο να έχει η ανακόπτουσα και αβεβαιότητα για το πρόσωπο του δικαιούχου του ποσού της κατάθεσης και δεν ήταν αναγκαίο να προκαλέσει την ως άνω γνωμοδότηση, καθόσον από το έτος 1980, οπότε και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 395/1980 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σταθερά η νομολογία του ανώτατου αυτού δικαστηρίου και των εφετείων (αλλά και των δικαστηρίων του πρώτου βαθμού) δέχεται ότι από της κηρύξεως της παύσης των εργασιών της πτώχευσης παύει το λειτούργημα του συνδίκου, αίρεται η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων και ο πτωχός ανακτά τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του, νομιμοποιούμενος πλέον ως διάδικος να παρίσταται σε όλες τις δίκες ιδίω ονόματι ..., δίχως επί μια 25ετία να διατυπωθεί αντίθετη νομολογιακή άποψη, γεγονός που ευχερώς μπορούσε να διαπιστώσει το νομικό τμήμα της ανακόπτουσας τράπεζας ... Εξακολούθησε δε αυτή να εμμένει στην άποψή της περί εύλογης αμφιβολίας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, παρότι... και ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους Π. Τριανταφυλλίδης, με την από 22.9.2005 γνωμοδότησή του προς το ΤΠ&Δ, που κοινοποιήθηκε και στην ίδια μαζί με εξώδικη διαμαρτυρία της καθ' ης η ανακοπή, παρότρυνε εμμέσως αυτή (τράπεζα) να προβεί στην ανάκληση της "πλασματικά υποχρεωτικής" παρακατάθεσης, εν όψει του ότι δεν είχε παραιτηθεί από το σχετικό δικαίωμα, χαρακτηρίζοντας ως ψευδοδίλλημα την αμφιβολία της. Ωστόσο το ΤΠ&Δ δεν απέδωσε το ποσό της παρακατάθεσης, όταν με την από 31.1.2006 αίτησή της η δικαιούχος εταιρεία το ζήτησε, διότι το ΝΣΚ, στο οποίο παραπέμφθηκε η αίτηση, γνωμοδότησε με την υπ' αριθ. 254/16.5.2006 γνωμοδότησή του, ότι η παρακατάθεση τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση να αποδοθεί το ποσό αυτής σε εκείνον που θα αναγνωριζόταν ως αληθής δικαιούχος με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία αίρεση δεν είχε πληρωθεί. Εξ άλλου δεν είναι αληθής ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η καθ' ης η ανακοπή συναίνεσε με σχετική από 30.8.2005 επιστολή της στη δημόσια κατάθεση με την αιτιολογία που προαναφέρεται, αλλά αυτή συναίνεσε σε ενδεχόμενη παρακατάθεση μόνον εφόσον γινόταν στο όνομα του καταστατικού εκπροσώπου της και αφού προηγουμένως με την εν λόγω επιστολή της διαμαρτυρήθηκε, για πολλοστή φορά, για τη μέχρι τότε στάση της ανακόπτουσας, επισημαίνοντας σ' αυτή ότι ηθελημένα συνεχίζει να αγνοεί την εκφρασθείσα στην ίδια (ανακόπτουσα) άποψη του καθηγητή Λ. Κ. περί του ότι έπρεπε με βάση την κρατούσα νομολογία να της αποδώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού όψεως ... Καμία επίσης αμφιβολία δεν δικαιολογείτο να έχει και δεν είχε η ανακόπτουσα ως προς το πρόσωπο που νομιμοποιείτο να εισπράξει το πιο πάνω ποσό λόγω της προαναφερόμενης δέσμευσης του τηρούμενου επ' ονόματι του πρώην συνδίκου Θ. Λ. λογαριασμού ταμιευτηρίου, αφού ο λογαριασμός αυτός είχε καταστεί ανενεργός από 21.2.2005, που η ίδια, αποδεχθείσα την αίτηση της δικαιούχου εταιρείας, μετέφερε το ποσό της κατάθεσης στον πιο πάνω λογαριασμό όψεως και γι' αυτό άλλωστε δεν συμπεριέλαβε την εν λόγω δέσμευση ως αιτία δικαιολογητική της αμφιβολίας της στο κείμενο του γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης του ΤΠ&Δ, ενώ και από την υπ' αριθ. 467/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς δεν προέκυπτε επιχείρημα υπέρ της απόψεώς της, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρεται, με την εν λόγω απόφαση διατάχθηκε η απόδοση του ποσού του λογαριασμού όψεως στον σύνδικο, διότι δεν είχε ακόμη τότε παρέλθει μήνας από την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης και δεν είχε καταστεί εκτελεστή η σχετική απόφαση. Εξ άλλου ούτε η εκκρεμής αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για την ανάκληση της απόφασης, που κήρυξε την παύση των εργασιών της πτώχευσης, εμπόδιζε την ανακόπτουσα να ικανοποιήσει την αξίωση της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας, αφού και αν ανακαλείτο (πράγμα απίθανο με το περιεχόμενο που είχε και προεκτίθεται), ήταν ισχυρή μέχρι να ανακληθεί και συνεπώς κανείς πιστωτής δεν θα μπορούσε βάσιμα να αναζητήσει ευθύνες από την ίδια ... Επομένως, με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, η ανακόπτουσα δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε δημόσια κατάθεση του υπολοίπου του λογαριασμού όψεως, εφόσον δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις που το άρθρ. 434 ΑΚ ορίζει και συνεπώς η γενόμενη δημόσια κατάθεση δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι την απόσβεση της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή. Ως εκ τούτου η ανακόπτουσα από την 23.8.2005 κατέστη υπερήμερη ως προς την απόδοση του ποσού των 3.668.989,84 ευρώ, που ήταν το ποσό του λογαριασμού κατά το χρόνο που οχλήθηκε να το αποδώσει στην καθ' ης η ανακοπή με την από 17.8.2005 επιστολή της τελευταίας, η οποία της κοινοποιήθηκε την ίδια ημέρα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 5754/17.8.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Επίσης ... η καθ' ης η ανακοπή δεν άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της, όπως με σχετικό λόγο ανακοπής ισχυρίζεται η ανακόπτουσα, τον οποίο αβάσιμα θεμελιώνει στη δήθεν συναίνεση της καθ' ης η ανακοπή σε σχέση με τη δημόσια κατάθεση, αλλά και στην έκδοση της υπ' αριθ. 467/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, κατά της οποίας ασκήθηκε παραδεκτή, όπως εκ των υστέρων κρίθηκε, έφεση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη ανακοπή ως προς το σύνολο των κύριων και των πρόσθετων λόγων της και συνακόλουθα και την πρόσθετη υπέρ της ανακόπτουσας παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας έτσι έμμεσα την εναντίον αυτής υπ' αριθ. 38242/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, η ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ (ανακόπτουσα) άνοιξε στο όνομα της αναιρεσίβλητης τον υπ' αριθ. ... καταθετικό λογαριασμό όψεως, αποδεχόμενη την από 21.2.2005 σχετική αίτηση του Σ. Σ. ως καταστατικού εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία είχε κηρυχθεί σε πτώχευση με την υπ' αριθ. 60/17.2.1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Δηλαδή ο λογαριασμός αυτός, στον οποίο μεταφέρθηκε το ποσό των 3.656.862,79 ευρώ από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, που είχε στην ίδια τράπεζα ανοιχθεί στο όνομα του πρώην συνδίκου της αναιρεσίβλητης Θ. Λ. και οι δραχμικές σ' αυτόν καταθέσεις είχαν δεσμευθεί ως στοιχείο της πτωχευτικής της περιουσίας με την υπ' αριθ. 254/5.11.2001 διάταξη της Ε' Τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ανοίχθηκε σε χρόνο που είχε μεν αυτή αποκατασταθεί με την υπ' αριθ. 1991/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς λόγω παρόδου δεκαετίας από την κήρυξη της πτώχευσής της, δεν είχε όμως ακόμη αναβιώσει ως εταιρεία κατ' εφαρμογή του άρθρ. 47α§4 του κ.ν. 2190/1920 και ούτε είχαν παύσει οι εργασίες της πτώχευσής της, αφού η παύση των εργασιών αυτών κηρύχθηκε αργότερα με την υπ' αριθ. 3430/12.7.2005 απόφαση του ίδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Συνεπώς ο Σ. Σ. δεν ενομιμοποιείτο να συμβληθεί στις 21.2.2005 στο όνομα της αναιρεσίβλητης για στοιχεία της πτωχευτικής της περιουσίας, αφού η πτωχευτική αποκατάστασή της για την παραπάνω αιτία δεν συνεπαγόταν κατά το άρθρ. 18§2(γ) του α.ν. 635/1937 και την άρση της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης. Συνακόλουθα ο Σ. Σ. δεν μπορούσε να διαχειρισθεί ούτε το ποσό των 3.656.862,79 ευρώ, που μεταφέρθηκε από τον τηρούμενο στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του Θ. Λ. στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό όψεως της αναιρεσίβλητης στην ίδια τράπεζα και βέβαια παρέμεινε δεσμευμένο και μετά τη μεταφορά αυτή ως στοιχείο της πτωχευτικής της περιουσίας. Ωστόσο με τη συμπλήρωση ενός μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης, που έπαυσε τις εργασίες της πτώχευσης της αναιρεσίβλητης, η διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας της και συνεπώς και του παραπάνω ποσού περιήλθε, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, στο Σ. Σ. ως καταστατικό εκπρόσωπό της, έστω και αν η σχετική απόφαση δεν ήταν ακόμη τελεσίδικη, αφού η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής, που είναι απόφαση της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν συνεπαγόταν και την αναστολή της εκτελεστότητάς της (άρθρ. 763§1 ΚΠολΔ), η οποία μόνο για ένα μήνα από τη δημοσίευσή της ανεστάλει κατ' εφαρμογή του άρθρ. 637 του ΕμπΝ. Επομένως το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, το οποίο με την υπ' αριθ. 467/20.7.2005 απόφασή του απέρριψε την από 17.5.2005 αίτηση του Σ. Σ. για άρση της δέσμευσης που επιβλήθηκε στο ποσό των 3.656.862,79 ευρώ με την ως άνω ανακριτική διάταξη, υπερέβαλε κατά τη διατύπωση της αιτιολογίας του, δεχόμενο ότι η εκτελεστότητα της απόφασης, που έπαυσε τις εργασίες της πτώχευσης της αναιρεσίβλητης, ήταν σε αναστολή μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης αυτής και συνεπώς εμποδιζόταν μέχρι τότε η άρση της δέσμευσης του παραπάνω ποσού, το οποίο έτσι μπορούσε μέχρι τότε να αποδοθεί μόνο στο σύνδικο της αναιρεσίβλητης Δ. Μ.. Εξ άλλου ούτε η ύπαρξη σημαντικής πτωχευτικής περιουσίας της αναιρεσίβλητης, όπως ασφαλώς συνιστά το παραπάνω ποσό των 3.656.862,79 ευρώ, το οποίο με τους τόκους ανήλθε στις 30.6.2005 σε 3.668.989,84 ευρώ, εμπόδιζε την ανάληψη από το Σ. Σ. της διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας της και την άρση έτσι της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, εφόσον, παρά την ύπαρξη του ποσού αυτού στην πτωχευτική περιουσία της, κρίθηκε ότι ήταν ασύμφορη και πάντως αδύνατη η εκκαθάρισή της και γι' αυτό ακριβώς έπαυσαν με την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς οι εργασίες της πτώχευσής της. Η άρση της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης και η ανάληψη της διαχείρισης από τον πτωχό της πτωχευτικής περιουσίας του ως συνέπεια της παύσης των εργασιών της πτώχευσής του αποτελεί σταθερό νομολογιακό δεδομένο ήδη από το έτος 1980, που εκδόθηκε η υπ' αριθ. 395/1980 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και επομένως, παρά τις κάποιες θεωρητικές επιφυλάξεις, δεν ήταν δικαιολογημένη, κατ' αντικειμενική κρίση, η έκφραση από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ αμφιβολίας ως προς τη νομική αυτή συνέπεια και κατ' επέκταση ως προς το πρόσωπο που είχε το δικαίωμα διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας της αναιρεσίβλητης μετά την παύση των εργασιών της πτώχευσής της. Συνακόλουθα η ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ όφειλε να μην αρνηθεί, για την αιτία αυτή, την απόδοση του ως άνω ποσού των 3.668.989,84 ευρώ στο Σ. Σ. στις 23.8.2005, που έθεσε αυτός ως όριο για την απόδοση του ποσού αυτού στον ίδιο με την από 17.8.2005 πρόσκλησή του προς την παραπάνω τράπεζα και αντίστοιχα δεν ήταν νόμιμη η δημόσια κατάθεση του ποσού αυτού στο ΤΠ&Δ, πλέον τόκων, δηλαδή συνολικού ποσού 3.674.647,01 ευρώ, στην οποία (κατάθεση) προέβη η αυτή τράπεζα στις 6.9.2005, επικαλούμενη αβεβαιότητα ως προς το δικαιούμενο να εισπράξει το ποσό αυτό πρόσωπο εξ αιτίας πάντα της αυτής αδικαιολόγητης αμφιβολίας της ως προς τις νομικές συνέπειες της παύσης των εργασιών της πτώχευσης. Το Εφετείο, λοιπόν, που κατέληξε στο αυτό συμπέρασμα, κρίνοντας τελικά ότι η ως άνω δημόσια κατάθεση δεν απόσβεσε την οφειλή της ανακόπτουσας τράπεζας και αντίθετα αυτή περιήλθε από 23.8.2005 σε υπερημερία οφειλέτη που δικαιολογούσε την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής για το ποσό της οφειλής της, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 434 του ΑΚ, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς τη διάταξη αυτή τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση της ενυπάρχουσας σ' αυτή αόριστης νομικής έννοιας της εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του δανειστή, που καθιστά επισφαλή την εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη και δικαιολογεί τη δημόσια κατάθεσή της. Αντίστοιχα το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις λοιπές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δηλαδή αυτές των άρθρ. 637 του ΕμπΝ, 1, 2, 18§2(γ) του α.ν. 635/1937 και 6§18(ιγ) του ν. 2479/1997, με σαφείς δε, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του, για την πληρότητα του οποίου και γενικότερα των αιτιολογιών του δεν ήταν αναγκαία η διατύπωση στην απόφασή του μείζονος πρότασης ως προς την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων. Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται τόσο με τον πρώτο των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης και τον δεύτερο των πρόσθετων αυτής λόγων κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ όσο και με τον δεύτερο των κύριων λόγων της αυτής αίτησης και τον δεύτερο των πρόσθετων λόγων της κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί. Αβάσιμοι επίσης και απορριπτέοι είναι και οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αυτό αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού με πλήρεις αιτιολογίες το Εφετείο έκρινε ότι η έκδοση της υπ' αριθ. 467/20.7.2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, καθώς και οι μεταγενέστερες αυτής υπ' αριθ. 11/2006, 66/2006 και 68/2007 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, που ανέστειλαν την εκδίκαση της εναντίον της έφεσης, επειδή εκκρεμούσε τότε η από 15.12.2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για ανάκληση της απόφασης που έπαυσε τις εργασίες της πτώχευσης της αναιρεσίβλητης, δεν δικαιολογούσαν τη δημιουργία αμφιβολίας στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ως προς το πρόσωπο που δικαιούταν να εισπράξει το κατατεθειμένο σ' αυτή ποσό του λογαριασμού όψεως της αναιρεσίβλητης, το οποίο και τυπικά αποδεσμεύθηκε με την υπ' αριθ. 297 (297α-297β)/24.10.2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Σε κάθε περίπτωση οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι πλεοναστικές, αφού η αβεβαιότητα ως προς το δικαιούμενο να εισπράξει το παραπάνω ποσό πρόσωπο, που επικαλέσθηκε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ κατά τη δημόσια κατάθεση του ποσού αυτού, δεν είχε ως αιτία την ύπαρξη των ως άνω ποινικών αποφάσεων, αλλά αυτή στήριξε τη δημόσια κατάθεση του ίδιου ποσού, όπως και με το αναιρετήριο επαναλαμβάνεται, στην αβεβαιότητα που προκαλούσε για το πρόσωπο του δικαιούχου η αμφιβολία, που κατά την άποψή της υπήρχε ως προς τις νομικές συνέπειες της παύσης των εργασιών της πτώχευσης, η οποία όμως (αμφιβολία) ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, αδικαιολόγητη κατ' αντικειμενική κρίση. 3. Κατά το άρθρ. 569§2εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συντάσσεται κάτω απ' αυτό έκθεση. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (βλ. και ΑΠ 132/2004). Αντίθετα πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξ άλλου αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 697/2012, βλ. και ΑΠ 238/2001). Στο πλαίσιο αυτό οι λόγοι κάθε ανακοπής και επομένως και αυτής από το άρθρο 632 ΚΠολΔ, επέχουν θέση ιστορικής βάσης της αγωγής, οπότε, αν στο δικόγραφο της ανακοπής περιέχονται περισσότεροι λόγοι ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, κάθε λόγος συνιστά αυτοτελή ιστορική βάση και κατ' επέκταση ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης (ΑΠ 13 και 14/2010). Συνακόλουθα οι διατάξεις της απόφασης που κρίνουν οριστικά κάθε μερικότερο λόγο της ανακοπής συνιστούν αυτοτελή κεφάλαια της αυτής απόφασης. Έτσι αυτοτελή κεφάλαια της απόφασης συνιστούν και οι διατάξεις της που κρίνουν για το παραδεκτό και τη βασιμότητα αφενός μεν λόγου ανακοπής ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αφετέρου δε λόγου ανακοπής ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις έκδοσης της διαταγής πληρωμής, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρ. 623 ΚΠολΔ, κατά το οποίο μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 ΚΠολΔ να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που πρέπει κατά το άρθρ. 626§3 του ίδιου Κώδικα να επισυνάπτεται στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, την οποία καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου. Επομένως αν η απόφαση αναιρεσιβληθεί μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά την απόρριψη λόγου ανακοπής ως προς τη βασιμότητα της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετου λόγου κατά του κεφαλαίου της απόφασης που αφορά την απόρριψη λόγου ανακοπής ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις έκδοσης της διαταγής πληρωμής, αφού πρόκειται για αυτοτελή κεφάλαια της ίδιας απόφασης που δεν συνέχονται αναγκαστικά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όλοι οι λόγοι του αναιρετηρίου, δηλαδή οι κύριοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, αφορούν την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου μόνον κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι οι λόγοι της ένδικης ανακοπής που αμφισβητούν την ύπαρξη, κατά τον κρίσιμο χρόνο, της ίδιας της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Συνεπώς ο πρώτος των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι από τα έγγραφα, που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης με την ένδικη ανακοπή διαταγής πληρωμής, δεν προέκυπτε το ποσό της αντίστοιχης απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής ούτε η επίδοση της σχετικής με την απαίτησή της από 17.8.2005 εξώδικης πρόσκλησής της προς την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ και έτσι ο συναφής λόγος της ένδικης ανακοπής, με τον οποίο γίνεται επίκληση δικονομικού απαραδέκτου της διαταγής πληρωμής, δεν έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος με την απόφαση του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αφορά, κατά τα παραπάνω, σε κεφάλαιο αυτοτελές και μη αναγκαίως συνεχόμενο με αυτό των λόγων του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει, ως προς τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26.4.2011 αίτηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC Co Ltd", που ήδη μετονομάστηκε σε "CYPRYS POPULAR BANK PUBLIC Co Ltd", καθώς και τους από 5.9.2012 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της υπ' αριθ. 1460/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ