Αριθμός 1287/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ............, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 47522/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1628/2005. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του, εξ αίματος ή αγχιστείας έως και του τρίτου βαθμού. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως, αυτή γίνεται στο Δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο, που ορίζει ο Δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να στείλει βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Η μή τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 161 ΚΠοινΔ για την επίδοση οφείλει ο επιδίδων να συντάσσει επί τόπου αποδεικτικό, στο οποίο, με ποινή ακυρότητας της επιδόσεως, σημειώνεται ακριβώς, εκτός άλλων στοιχείων, και το ονοματεπώνυμον εκείνου στον οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, ο οποίος και υπογράφει το αποδεικτικό. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό μ' εκείνες των άρθρων 462 και 489 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση της απορρίψεως ως εκπρόθεσμης της εφέσεως του κατηγορουμένου εναντίον πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, που απαγγέλθηκε απόντος τούτου, είναι η έγκυρη επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως σ' αυτόν και, στην περίπτωση που η επίδοση έγινε κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 ΚΠοινΔ, απαιτείται να αναφέρεται στο αποδεικτικό επιδόσεως και το ονοματεπώνυμο του Δημάρχου ή του απ' αυτόν διορισθέντος προς τούτο δημοτικού υπαλλήλου, στον οποίο παραδόθηκε η απόφαση. Διαφορετικά, αν τούτο παραλείπεται ή από το αποδεικτικό επιδόσεως προκύπτει αμφιβολία για το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε η απόφαση, η επίδοση είναι άκυρη και δεν αφετηριάζεται η προθεσμία της εφέσεως. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του Εφετείου για το απαράδεκτο. Εξάλλου η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη. Τέτοια αιτιολογία υπάρχει όταν διαλαμβάνεται σ' αυτήν ο χρόνος επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, άν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (ολ. ΑΠ 4/1995, 6 και 7/1994), χωρίς να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή των κατά τα άρθρα 154, 156 και 161 ΚΠοινΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός άν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως και αδυναμία εντεύθεν γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην τελευταία περίπτωση, πρέπει, να διαλαμβάνεται στην απόφαση αιτιολογία και για την απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 47522/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 6202/2005 της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, εκπροσωπηθείσης στη δίκη υπό του συνηγόρου της, κατά της 104397/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί η κατηγορουμένη, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών και χρηματική ποινή 300.000 δρχ. για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από την ανωτέρω, με αριθμό εκθέσεως 6102/2005, έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει, κατ' εκτίμηση, ότι η ήδη αναιρεσείουσα, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, επικαλέσθηκε ότι "μόλις τώρα έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως", καθώς και ακυρότητα εκ του ότι δεν αναγράφεται στο αποδεικτικό επιδόσεώς της το ονοματεπώνυμον του Δημάρχου ή του υπαλλήλου του Δήμου Χαλανδρίου, προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Τα αυτά δε προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αφού δέχθηκε ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε νομότυπα στην αναιρεσείουσα, απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη. Αναφέρεται, ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η προς την αναιρεσείουσα επίδοση της, ερήμην της καταδικαστικής, 104397/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έγινε την 25-2-2000, ως άγνωστης διαμονής, όπως προκύπτει από το ταυτόχρονο αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ........... που μνημονεύει και προσδιορίζεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε, ως προς το οποίο δέχεται ότι φέρει την υπογραφή, ως προσώπου που παρέλαβε την επιδοθείσα απόφαση, της αρμόδιας προς τούτο υπαλλήλου του Δήμου Χαλανδρίου ................, έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της εφέσεως την 9-5-2005 παρήλθε η προς τούτο νόμιμη προθεσμία, με συνέπεια η έφεση αυτή να είναι εκπρόθεσμη και εντεύθεν απαράδεκτη. Με την ένδικη αίτηση πλήττει η αναιρεσείουσα την ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, διότι καθ' υπέρβαση εξουσίας δεν προέβη στην κατ' ουσίαν εξέταση της εφέσεώς της αλλά την απέρριψε ως απαράδεκτη, δεχθείσα ότι ήταν νομότυπη η προς αυτήν επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως και διότι δεν διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς τον ισχυρισμό της ότι δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ως προς την απόρριψη της εφέσεως. Από την επισκόπηση του ανωτέρω αποδεικτικού επιδόσεως που μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει η ισχυριζόμενη από την αναιρεσείουσα έλλειψη του ονοματεπωνύμου του προσώπου προς το οποίο έγινε η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Αντιθέτως προκύπτει ότι η εν λόγω επίδοση έγινε νόμιμα κατά το άρθρο 156 ΚΠοινΔ και περιέχει όλα τα απαραίτητα κατά τη διάταξη αυτή στοιχεία. Ειδικότερα, σε σχέση με την αιτίαση ότι από το αποδεικτικό δεν προκύπτει η ταυτότητα του παραλαβόντος την απόφαση, η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον από το εν λόγω αποδεικτικό προκύπτει ότι την επιδοθείσα απόφαση παρέλαβε η ορισθείσα προς τούτο υπάλληλος του Δήμου Χαλανδρίου ............, η οποία και υπέγραψε το αποδεικτικό αυτό υπό την ένδειξη "παρέλαβα", παρά την υπηρεσιακή σφραγίδα που έχει τεθεί επ' αυτού και εντός των, δια σφραγίδος ομοίως τεθεισών υπό την λέξη "παρέλαβα", ενδείξεων "Η Διευθύντρια Διοικητικών Υπηρεσιών .............". Η μή διαγραφή από το αποδεικτικό των λοιπών εντύπων λέξεων σε σχέση με τον παραλαβόντα, οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν επιδρά στο κύρος του αποδεικτικού. Εξάλλου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, αλλ' επικαλέσθηκε μόνον, όλως αορίστως, μή γνώση εκ μέρους της, της εκκαλούμενης αποφάσεως. Αρκούσε, συνεπώς, η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περιέχουσα τους χρόνους επιδόσεως της αποφάσεως και ασκήσεως της εφέσεως, καθώς και μνεία του αποδεικτικού επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, ήτοι τα απαιτούμενα για την πληρότητα της αιτιολογίας της στοιχεία, κατά τα προεκτεθέντα. Κατ' ακολουθίαν, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και, πρέπει, να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση της .............., περί αναιρέσεως της 47522/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 31 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 8 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ