Αριθμός 709/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Νάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ι. Α. του Σ., κατοίκου ..., 3) Κ. Τ. του Α., κατοίκου ... και 4) Α. Τ. του Α., κατοίκου .... Οι πρώτος και τρίτος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Λαλούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι δεύτερος και τέταρτη αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2013 αγωγή των ήδη πρώτου, δεύτερου και τρίτου αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4561/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1351/2020 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι πρώτος και τρίτος αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο ή ομόδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ8/2018, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διάδικους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 608/2021, ΑΠ 295/2021, ΑΠ 106/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (11.4.2022), κατά την οποία συζητήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμ. 1351/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει με την επιμέλεια ποίου από τους διάδικους επισπεύδεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν, καθόσον η αναιρεσείουσα, η οποία νόμιμα παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται έκθεση επίδοσης, από την οποία να προκύπτει κλήτευση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή, σε περίπτωση επίσπευσης της συζήτησης από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο ή από ομόδικό του, το κυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, που επιδόθηκε σ' αυτήν με κλήση για εμφάνιση. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ποιος επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, για την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους με απλή ομοδικία, χωριζομένης ως προς αυτόν της υπόθεσης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 3527Δ/20-4-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου ... Παντελή Βλαχογιάννη, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, με επιμέλεια της οποίας επισπεύδεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την, στη συνέχεια αυτής, από 23-10-2020, πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α2 Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, και την από 23-10-2020 πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τέταρτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά τη σημερινή συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της τέταρτης αναιρεσίβλητης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Το αίτημα της αγωγής, αφού από το νόμο δεν επιβάλλεται η σε ορισμένη θέση ή σειρά παράθεσή του στο δικόγραφο, μπορεί να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο ακόμη και στο ιστορικό μέρος αυτού, αρκεί να διατυπώνεται σαφώς και ορισμένως, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 941/2017, ΑΠ 994/2019, ΑΠ 403/2002, ΑΠ 1786/2002). Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική, όμως, ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 657/2020, ΑΠ 512/2018), και οι δικονομικές της ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1117/2022, ΑΠ 512/2018, ΑΠ 862/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως νομικά αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, και ως ουσιαστικά αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της νομιμοποίησης πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 975/2020). Ενόψει του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1157/2017) και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1581/2022, ΑΠ 975/2020, ΑΠ 94/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, κατά το άρθρο 933 ΑΚ δεν εκχωρείται, ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίστηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε γι' αυτήν αγωγή (ΟλΑΠ (ποιν) 2/2012, ΑΠ 994/2019, ΑΠ 941/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου αυτής, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ο πρώτος ενάγων - ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ο τέταρτος ενάγων - ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος, κατά λέξη (στο προεισαγωγικό της αγωγής τμήμα) "ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Α. Τ.", καθώς και η τρίτη αρχικώς ενάγουσα Ε. χήρα Α. Τ., κατά λέξη (στο προεισαγωγικό της αγωγής τμήμα) "ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Α. Τ.", εξέθεταν τα εξής: Ότι η αναιρεσείουσα, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, με τις αναφερόμενες ενέργειές της, ενώ από εγκληματική αδιαφορία, σκοπιμότητα και βαρειά αμέλεια παράνομα, καταχρηστικά και κατά παράβαση και της υποχρέωσης πρόνοιας που πρέπει να επιδεικνύει η τράπεζα ως προς τα συμφέροντα των συναλλασσόμενων με αυτήν, παρέλειψε να εισπράξει, πριν το έτος 1985, την οφειλόμενη σ' αυτήν απαίτηση του οριστικού κατάλοιπου της αναφερόμενης σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού από την πρωτοφειλέτρια εταιρία με την επωνυμία "....", όσο αυτή ήταν αξιόχρεη, και επίσης ενώ παρέτεινε την προθεσμία εξόφλησης, χωρίς να ειδοποιήσει τους εγγυητές, ήτοι τον πρώτο αναιρεσίβλητο και τον Α. Τ., και παραιτήθηκε από εμπράγματες ασφάλειες, παρ' όλα αυτά, δεν αναγνώρισε, από το έτος 1985, την ελευθέρωση αυτών ως εγγυητών, με αποτέλεσμα, να εμπλακούν αυτοί (εγγυητές), για την αναγνώριση της ελευθέρωσής τους, σε μία πολύχρονη και δαπανηρή δικαστική διαμάχη, που ανοίχθηκε με την άσκηση εκ μέρους τους α) της από 15-4-1988 αγωγής τους, με την οποία ζήτησαν την εξάλειψη των αναφερόμενων υποθηκών επί των ακινήτων τους, που ενεγράφησαν για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από την εγγύηση, και β) της από 29-5-1988 ανακοπής τους, μετά των από 20-10-1988 πρόσθετων λόγων, με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της με αριθμ. ... δ/γής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία υποχρεώθηκαν (οι δύο εγγυητές), εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα ο πρώτος αναιρεσίβλητος το ποσό των 437.919.584 δρχ. και ήδη 1.285.162,162 ευρώ, και ο Α. Τ. το ποσό των 100.000.000 δρχ. και ήδη 293.470,00 ευρώ. Ότι μετά τον επισυμβάντα στις 25-6-1999 θάνατο του προαναφερθέντος Α. Τ., συνέχισαν τη δίκη και ενεπλάκησαν σ' αυτή, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η τρίτη αρχικώς ενάγουσα Ε.. Τ. και ο τέταρτος ενάγων Κ./νος Τ., ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος, έληξε δε αυτή με την έκδοση της με αριθμ. 1088/2006 απόφασης του Εφετείου ..., η οποία κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της με αριθμ. 6/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου και η οποία ακύρωσε την ανωτέρω διαταγή πληρωμής και διέταξε την εξάλειψη των υποθηκών που ενεγράφησαν με τη με αριθμ. 2253/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και με το με αριθμ... συμβόλαιο του συμβ/φου ... Γρηγ. Χαρζησώμου. Ότι, εξ αιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγομένης (αναιρεσείουσας) προσβλήθηκε η προσωπικότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου και του Α. Τ., δικαιοπαρόχου της ανωτέρω (αρχικής) ενάγουσας Ε. Τ. και του ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, εκθέτοντας οι τελευταίοι (Ε.. Τ. και τρίτος αναιρεσίβλητος) ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητά τους, από τη συνέχιση της παραπάνω δίκης από αυτούς, ως κληρονόμων του δικαιοπαρόχου τους, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, διαλαμβάνοντας μεταξύ άλλων στην αγωγή, πέραν της ανωτέρω δήλωσης στο προεισαγωγικό τμήμα αυτής ότι ασκούν την αγωγή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. Τ., για την ενεργητική νομιμοποίησή τους και τα εξής: κατά λέξη (σελ. 2) "...Η αντίδικος μας κράτησε σε "ομηρία" μέχρι την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου, αποκλείοντας μας από την κοινωνική και επαγγελματική ζωή φέροντας μας ως κακοπληρωτές και αμαυρώνοντας το όνομά μας και την υπόληψη μας και μετά το θάνατο του Α. Τ. και τη συνέχιση των δικών από τους εξ αδιαιρέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του, τρίτη των εναγόμενων (Ε.. Τ.) και του υιού του, τέταρτου των εναγόμενων (Κ. Τ.), αμαύρωση και του δικού τους ονόματος οι οποίοι επίσης σύρθηκαν στα δικαστήρια για την ανάδειξη της αλήθειας και της απόδειξης της αθωότητας του θανόντος πατρός - συζύγου τους από παράλειψη ενεργειών της εναγόμενης λόγω "βαρειάς αμέλειας" των προστηθέντων αυτής προσώπων...", (σελίδα 69) ".. δεν ήρε, παράνομα και καταχρηστικά, τις υποθήκες που εγγράφηκαν.... υπέστημεν ο πρώτος (Χ. Α.)... καθώς και ο αποθανών σήμερα Α. Τ. στεναχώρια και θλίψη και εντεύθεν ηθική βλάβη, βλάβη που υπέστημεν και οι τρίτη (αρχικώς ενάγουσα Ε.. Τ.) και τέταρτος των εναγόντων (Κ. Τ.), οι οποίοι συνεχίσαμε τη δίκη του θανόντος Τ. Α., που μας παρέχει το δικαίωμα να ζητήσουμε το δικαίωμα να ζητήσουμε χρηματική ικανοποίηση, κατ' άρθρο 932 Α.Κ..... για τον τρίτο και τέταρτο εξ ημών εκ ποσού τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000) για την ικανοποίηση μας λόγω ηθικής βλάβης, νομιμότοκα ..., η οποία πρέπει να μας επιδικαστεί για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστημεν, του διασυρμού μας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και η οποία είναι απότοκος της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, (σελίδα 82) "... Επειδή η εναγομένη δεν επέδειξε την απαραίτητη επιμέλεια στις συναλλαγές, μέσω των προστηθέντων αυτής, βάσει των αρχών της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και της εγκαθιδρυθείσας σχέσης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ του πελάτη και της Τράπεζας, .... Επειδή από τη βαρεία αμέλεια των εκπροσώπων της τράπεζας προσβλήθηκε σημαντικά η προσωπικότητα του πρώτου,... και του Α. Τ., ο οποίος έφυγε από τη ζωή με αυτό το πρόβλημα να τον ταλανίζει, όπως επίσης προσβλήθηκε και η προσωπικότητα των κληρονόμων αυτού τρίτης (αρχικώς τρίτης ενάγουσας) και τέταρτου (ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου) των εναγόντων καθώς με όλους αυτούς τους δικαστικούς αγώνες στους οποίους έχουμε εμπλακεί ...., προκλήθηκε έντονη ανησυχία και αναστάτωση στον εσωτερικό κόσμο ημών και των οικογενειών μας, κλονίστηκε η φερεγγυότητα και αξιοπιστία μας, εθίγει η τιμή και αξιοπρέπειά μας και έχουμε υποστεί ηθική βλάβη". Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες, ήτοι οι προαναφερόμενοι πρώτος αναιρεσίβλητος, η αρχικώς ενάγουσα Ε.. Τ. και ο τρίτος αναιρεσίβλητος, ζήτησαν να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσείουσα - εναγόμενη να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το ποσό των 300.000 ευρώ, στην αρχικώς τρίτη ενάγουσα Ε.. Τ., δικαιοπάροχο του τρίτου και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 35.000,00 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα - τρίτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 35.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως. Μ' αυτό το περιεχόμενο η επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ αγωγή της αρχικώς τρίτης ενάγουσας Ε. Τ. και του τέταρτου ενάγοντος Κ. Τ. για αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, πάσχει από νομική αοριστία, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η ένδικη αξίωση αυτών δεν γεννήθηκε απευθείας στο πρόσωπό τους, αλλά αμέσως ζημιωθείς από τη φερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας υπήρξε μόνον ο Α. Τ., σύζυγος και πατέρας των ως άνω εναγόντων, αντίστοιχα, καθόσον η ζημία που προκλήθηκε αφορά το πρόσωπο εκείνου και ανατρέχει στο χρόνο της σχετικής προσβολής, ήτοι στο χρόνο άσκησης της από 15-4-1988 αγωγής και της από 29-5-1988 ανακοπής, και ως εκ τούτου οι παραπάνω ενάγοντες μόνον ως κληρονόμοι του θανόντος Α. Τ. νομιμοποιούνται σε προβολή της ένδικης αξίωσης για την αιτία αυτή, πλην, όμως, δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή, ότι για τη φερόμενη αξίωση του δικαιοπαρόχου τους, Α. Τ., λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του τελευταίου, επιδόθηκε αγωγή αυτού στην εναγόμενη ούτε ότι αναγνωρίστηκε με σύμβαση μεταξύ του δικαιοπαρόχου τους και της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η φερόμενη αξίωση ηθικής βλάβης, λόγω προσβολής του δικαιοπαρόχου τους δεν κληρονομείται ούτε εκχωρείται. Εξάλλου, μόνη η συνέχιση από την αναιρεσείουσα της αρξαμένης από τον Α. Τ. δίκης, μετά το θάνατο αυτού, χωρίς έτερα περιστατικά, δεν συνιστά αυτοτελή αδικοπρακτική συμπεριφορά κατευθυνόμενη αμέσως σε βάρος των δύο ως άνω κληρονόμων του, οι οποίοι ως εκ τούτου θεωρούνται εμμέσως ζημιωθέντες. Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε νόμιμες και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμες τις παραπάνω αξιώσεις των πιο πάνω εναγόντων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 297, 298, 914, 932 και 933 του ΑΚ, και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1 (και όχι από τον αρ. 14) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ αγωγή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, του πρώτου αναιρεσιβλήτου είναι ορισμένη, χωρίς να απαιτείται να διαλαμβάνονται σ' αυτήν οι ειδικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της ηθικής βλάβης, όπως είναι η έκταση της βλάβης του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, αλλά αρκεί και αναφέρεται το ποσό που απαιτείται. Η αναγραφή στο αιτητικό της αγωγής του συνολικού ποσού των 470.000,00 ευρώ, έγινε προφανώς εκ παραδρομής, λόγω λανθασμένης άθροισης των επιμέρους κονδυλίων, χωρίς να καθίσταται αόριστο το αίτημα της αγωγής, ενώ η διόρθωση αυτού, με τις κατατεθείσες από τους αναιρεσιβλήτους προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν μετέβαλε το αντικείμενο της δίκης, ούτε κατέστησε την αγωγή απαράδεκτη. Επομένως, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι για τη δημιουργία ευθύνης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 1262/2022, ΑΠ 1007/2019). Συνεπώς, παράνομη είναι και η πράξη που έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξης που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη (ΑΠ 1258/2021, ΑΠ 953/2019). Επίσης, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από αυτή τη διάταξη, σε συνδυασμό και προς την προαναφερόμενη του άρθρου 914 ΑΚ, συνάγεται ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος είναι παράνομη και, αν οφείλεται σε υπαιτιότητα, δημιουργεί ευθύνη προς αποζημίωση (ΑΠ 462/2022, ΑΠ 1379/2018, ΑΠ 5/2001). Εξάλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 924/2020). Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση της Τράπεζας να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της (ΑΠ 957/2021, ΑΠ 346/2018, ΑΠ 821/2004). Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις (ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 413/2022, ΑΠ 204/2016), ενώ βαριά αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 835/2022, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 1668/2013). Η έννοια του δόλου προκύπτει, κατά βάση, από τη διάταξη του άρθρ. 27 του ΠΚ και συντρέχει, όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 719/2017, ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 1861/2013). Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (Ολ. ΑΠ. 18/2004). Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 914/2021, ΑΠ 604/2015). Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξίωσης προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου απαιτείται προσβολή της προσωπικότητας η οποία να είναι παράνομη, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ` ενάσκηση δικαιώματος, ήσσονος σπουδαιότητας ή ασκούμενου υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, και υπαίτια, ήτοι οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια και επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική κ.λ.π.). Έτσι η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητός του (ΑΠ 1116/2019, ΑΠ 726/2015), θλίψη, ψυχική ταλαιπωρία (ΑΠ 824/2020, ΑΠ 415/2018, ΑΠ 846/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθέρωσης του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν αποκλείεται από ενδεχόμενη παραίτησή του εκ των προτέρων από το κατ` άρθρο 855 ΑΚ δικαίωμα διζήσεως, γιατί η ΑΚ 862 δεν κάνει καμία διάκριση. Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρύθμισης, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζόμενου με αυτήν ευεργετήματος (ελευθέρωσης), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή κατέστη αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ. α ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (ΟλΑΠ 6/2000, ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 90/2021, ΑΠ 267/2021). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες-πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου, ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκανε χρήση των δικαιωμάτων που του δίνουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαίτια δεν αποδέχεται την κύρια οφειλή, που έγκυρα του προσφέρεται ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη (ΑΠ 512/2008). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 863 ΑΚ προβλέπεται η απαλλαγή του εγγυητή στην περίπτωση παραίτησης του δανειστή από ασφάλειες, που υπήρχαν για την απαίτησή του, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής. Για τη θεμελίωση της διάταξης αυτής, που είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς είναι επιτρεπτή η παραίτηση του εγγυητή, απαιτείται θετική πράξη του δανειστή και δεν αρκεί η απλή αδράνειά του (ΑΠ 1159/2020, ΑΠ 343/2008, ΑΠ 1081/1991). Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διατάξεις των άρθρων 862 και 863 ΑΚ περιορίζουν ρητά το περιεχόμενο της αξίωσης του εγγυητή σε μόνη την ελευθέρωσή του από την υποχρέωση να καταβάλει το χρέος στο δανειστή. Έτσι, ο εγγυητής, εναγόμενος από το δανειστή, μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού την ένσταση ελευθέρωσής του. Επομένως, μόνη η παράβαση των ως άνω διατάξεων από τον δανειστή, δεν αποτελεί αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αφού ως συνέπειά της τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση αλλά η ελευθέρωση του εγγυητή. Ωστόσο, εφόσον συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την από το δανειστή ελευθέρωση του εγγυητή, είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων. Έτσι, σε περίπτωση που ο δανειστής, παρά την επελθούσα ελευθέρωση του εγγυητή, επιδιώκει την είσπραξη της οφειλής από αυτόν, με την άσκηση αγωγής ή την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του, ενδέχεται τελικά η συμπεριφορά του αυτή, και δη ο εξαναγκασμός του εγγυητή σε δαπανηρό και ψυχοφθόρο δικαστικό αγώνα προς απόκρουση του ασκηθέντος από το δανειστή ένδικου βοηθήματος, στο πλαίσιο του οποίου εμφανίζεται ψευδώς από τον τελευταίο ως ασυνεπής στις υποχρεώσεις του και κακοπληρωτής (πρβλ. ΑΠ 2027/2014), να είναι παράνομη και να στηρίζει αδικοπρακτική ευθύνη του κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, εφόσον βεβαίως συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής του και δη υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) του δανειστή, αφού, όπως εκτέθηκε, παράνομη είναι όχι μόνον η συμπεριφορά που παραβιάζει ειδικό απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά και αυτή που παραβιάζει τις γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς που απορρέουν ιδίως από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όπως αυτές αποτυπώνονται πρωτίστως στα άρθρ. 200, 281 και 288 του ΑΚ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο πρώτοι ενάγοντες (από τους ο οποίους ο πρώτος είναι ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), καθώς και ο Α. Τ., οποίος απεβίωσε στις 25-6-1999 και ήταν σύζυγος της αρχικώς τρίτης ενάγουσας, η οποία απεβίωσε στις 27-1-2014 και στη θέση της υπεισήλθαν τα τέκνα τους, Κ. και Α. Τ. (ήδη τρίτος και τέταρτη αναιρεσίβλητοι), υπήρξαν ιδρυτές και μέτοχοι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...), ενώ ο πρώτος εξ αυτών διετέλεσε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας και ο Α. Τ., Διευθύνων Σύμβουλος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ως άνω ανώνυμης εταιρίας και της εναγομένης, η τελευταία χορήγησε στην πρώτη, πίστωση μέχρι του ποσού των 41.085,84 ευρώ, το οποίο με τις από 8-11-1979, 7-3-1980, 13- 6-1980, 19-6-1980, 8-9-1980, 16-9-1980, 13-10-1980, 3-11-1980, 3-12- 1980, 19-12-1980, 23-12-1980, 8-1-1981, 12-8-1981, 21-9-1981, 7-10- 1981, 16-10-1981, 11-11-1981 και 26-8-1982 πρόσθετες αυξητικές πράξεις, ανήλθε σε 1.760.820,02 ευρώ, ενώ στη συνέχεια με την από 22-8-1983 σύμβαση περιορισμού πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μειώθηκε στο ποσό των 1.467.350,02 ευρώ. Οι δύο πρώτοι ενάγοντες και ο Α. Τ. εγγυήθηκαν την καταβολή του ως άνω ποσού, παραιτούμενοι της ένστασης διζήσεως. Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι ενάγοντες υπέγραψαν, ως εγγυητές, τόσο την αρχική σύμβαση, όσο και τις υπόλοιπες 18 πρόσθετες πράξεις, μάλιστα δε ο πρώτος υπέγραψε και για λογαριασμό του δευτέρου, ως πληρεξούσιός του, δυνάμει των υπ' αριθμ. 37658/1979 και 38204/1979 συμβολαιογραφικών πράξεων του συμβολαιογράφου ...ς Ιωάννη Γκιουλέκα. Ο Α. Τ. υπέγραψε, ως εγγυητής, στην από 19-6-1980 πρόσθετη αυξητική πράξη. Την από 22-8-1983 σύμβαση περιορισμού της πίστωσης δεν την υπέγραψαν ως εγγυητές οι ενάγοντες, πλην όμως, συνομολογήθηκε ότι η σύμβαση αυτή αποτελεί παράρτημα της αρχικής σύμβασης, της οποίας οι όροι και οι συμφωνίες διατηρούνται σε πλήρη και απόλυτη ισχύ. Επίσης, προς εξασφάλιση του ποσού της πίστωσης εγγράφηκαν προσημειώσεις υποθήκης σε ακίνητα ιδιοκτησίας της εταιρίας ..., ενώ παράλληλα ενεχυριάσθηκαν προϊόντα τα οποία διατηρούσε η εταιρία στις αποθήκες της ... Πέραν των ανωτέρω εξασφαλίσεων, η εναγομένη με την υπ' αριθμ. 2253/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), ενέγραψε προσημειώσεις υποθήκης μέχρι του ποσού των 537.000 ευρώ συνολικά, στα κάτωθι ακίνητα, ιδιοκτησίας των ως άνω εγγυητών, οι οποίοι συναίνεσαν στις εγγραφές αυτές. Συγκεκριμένα, εγγράφηκαν προσημειώσεις υποθήκης στα εξής ακίνητα: 1) σε ένα αστικό οικόπεδο, ιδιοκτησίας Χ. Α., το οποίο βρίσκεται στη θέση "... της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... ..., 2) σε ένα ισόγειο κατάστημα, ιδιοκτησίας Χ. Α., εμβαδού 38 τ.μ., με το ίσης έκτασης υπόγειο, το οποίο βρίσκεται στην ..., 3) σε ένα ισόγειο κατάστημα, ιδιοκτησίας Χ. Α., με υπόγειο το οποίο βρίσκεται στην ..., 4) σε ένα οικόπεδο, εμβαδού 1.467 τ.μ., ιδιοκτησίας Χ. Α. και Ι. Α. κατά τα δύο τρίτα (2/3) εξ αδιαιρέτου, το οποίο βρίσκεται στην ..., 5) σε ένα ισόγειο κατάστημα, ιδιοκτησίας Ι. Α., με υπόγειο, το οποίο βρίσκεται στην ..., 6) σε ένα οικόπεδο, εμβαδού 115 τ.μ., ιδιοκτησίας Α. Τ., το οποίο βρίσκεται στην κωμόπολη Αιγινίου, ...", 7) σε ένα αστικό οικόπεδο, εμβαδού 348,95 τ.μ., ιδιοκτησίας Χ. Α., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας ... ..., 8) σε ισόγειο κατάστημα ιδιοκτησίας Χ. Α., το οποίο βρίσκεται στην ..., αριθ. 1, της πόλης ...ς, 9) σε ένα ισόγειο κατάστημα, ιδιοκτησίας Χ. Α., εμβαδού 39 τ.μ., με ίσης έκτασης υπόγειο, το οποίο βρίσκεται στην ..., 10) σε ένα οικόπεδο, συνολικού εμβαδού 1.467 τ.μ., ιδιοκτησίας Χ. Α. και Ι. Α. κατά τα δύο τρίτα (2/3) εξ αδιαιρέτου, το οποίο βρίσκεται στο υπ' αριθμ. 138 οικοδομικό τετράγωνο της πόλης ...ς, 11) σε ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 91,65 τ.μ., μαζί με υπόγειο, ιδιοκτησίας Ι. Α., το οποίο βρίσκεται στην κωμόπολη Αιγινίου του ομώνυμου Δήμου και στον συνοικισμό "..., 12) σε ένα ακίνητο, ιδιοκτησίας Χ. Α. και Ι. Α., το οποίο βρίσκεται στην ..., της πόλης ...ς, 13) σε ένα ισόγειο κατάστημα, ιδιοκτησίας Χ. Α., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...ς και 14) σε ένα αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας Χ. Α. και Ι. Α., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...ς. Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 3881/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, προς εξασφάλιση της ως άνω πίστωσης, σε ένα κατάστημα εμβαδού 154,20 τ.μ., που βρίσκεται στο υπόγειο της επί των οδών ... οικοδομής, στην ... και σε ένα κατάστημα, εμβαδού 39,70 τ.μ., που βρίσκεται στον ισόγειο όροφο της ίδιας οικοδομής, αμφότερα συνιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγόντων. Επίσης, με την υπ' αριθ. 39/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση της ως άνω πίστωσης, σε έναν αγρό εμβαδού 3.000 τ.μ. και έναν αγρό εμβαδού 382 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση "..." ...ς, συνιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγόντων και, τέλος, με την υπ' αριθμ. 2568/1980 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης σε μια οικία, εμβαδού 289 τ.μ., που βρίσκεται στην ..., στην ..., συνιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγόντων. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, στις 11-2-1985, έκλεισε τον ανωτέρω αλληλόχρεο λογαριασμό, ο οποίος εμφάνιζε υπόλοιπο 1.285.162,62 ευρώ και, κατόπιν αίτησής της, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου ..., η οποία ακυρώθηκε με την υπ' αριθ. 2815/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και, εν συνεχεία, η υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου ..., με την οποία υποχρεώθηκαν η ...., οι δύο πρώτοι ενάγοντες και ο αποβιώσας Α. Τ., να καταβάλουν εις ολόκληρον στην εναγομένη το ποσό των 293.470,00 ευρώ, νομιμότοκα, πλέον τόκων και εξόδων. Κατά της υπ' αριθ. ... διαταγής πληρωμής, οι ανωτέρω καθ' ων άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... την υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 2417/1988 ανακοπή και τους υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 1248/1988 πρόσθετους λόγους αυτής, ζητώντας την ακύρωσή της, ενώ παράλληλα άσκησαν και την υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 864/1988 αγωγή, με την οποία ζητούσαν την εξάλειψη των υποθηκών, που είχαν εγγράφει στα ακίνητα της ιδιοκτησίας τους, με την υπ' αριθ. 2253/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και το υπ' αριθμ. 30633/15-7-1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Γρηγορίου Χατζησώμου. Τα ανωτέρω δικόγραφα (ανακοπή, πρόσθετοι λόγοι και αγωγή), συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1448/1982 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που τα απέρριψε. Κατόπιν δε άσκησης έφεσης κατά της ανωτέρω απόφασης, από τους εκεί ανακόπτοντες-ενάγοντες, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1815/1994 απόφαση του Εφετείου ..., η οποία δέχθηκε την έφεση, ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και διέταξε την εξάλειψη των υποθηκών. Εν συνεχεία και κατόπιν άσκησης αιτήσεως αναίρεσης από την εναγομένη, η ως άνω απόφαση αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1230/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Εφετείο ..., το οποίο με την υπ' αριθμ. 1088/2006 απόφασή του, ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και διέταξε την εξάλειψη των υποθηκών, απόφαση που κατέστη ήδη αμετάκλητη κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθ. 6/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της εναγομένης. Με την υπ' αριθμ. 1088/2006 απόφαση του Εφετείου ..., κρίθηκε τελεσίδικα, με δύναμη δεδικασμένου, ότι η εναγομένη Τράπεζα, από βαριά αμέλειά της δεν μπόρεσε να ικανοποιηθεί από την πρωτοφειλέτιδα εταιρία ...., αφενός διότι δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την είσπραξη των οφειλόμενων σ' αυτήν ποσών, όσο η είσπραξή τους ήταν δυνατή, αλλά αντιθέτως, παρέτεινε την προθεσμία εξόφλησης, χωρίς να ειδοποιήσει τους εγγυητές, έτσι ώστε για μεγάλο χρονικό διάστημα να μην καταδιώξει την πρωτοφειλέτιδα εταιρία, η οποία εν τω μεταξύ έγινε αναξιόχρεη, για λόγους τους οποίους γνώριζε ή, σε κάθε περίπτωση, μπορούσε να προβλέψει η εναγομένη Τράπεζα, αφετέρου διότι παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την επίδικη απαίτηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι εγγυητές. Για τους λόγους δε αυτούς, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε περαιτέρω ότι οι εγγυητές έχουν ελευθερωθεί από τη σύμβαση εγγύησης, η οποία έχει αποσβεσθεί, κατ' εφαρμογή των άρθρων 862 και 863 ΑΚ και, ως εκ τούτου, ακυρώθηκε η υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου ... και διατάχθηκε η εξάλειψη των υποθηκών που είχαν εγγραφεί στα ακίνητα ιδιοκτησίας των εγγυητών, με την υπ' αριθμ. 2253/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της ανωτέρω υπόθεσης και δη στις 25-6-1999, απεβίωσε ο Α. Τ. και στη δικονομική του θέση υπεισήλθαν η σύζυγός του Ε.. Τ. και τέκνα τους, Κ. και Α. Τ., μετά δε την αποποίηση της τελευταίας από την κληρονομιά του πατέρα της, η δίκη συνεχίσθηκε από τους υπόλοιπους κληρονόμους του. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση, το δεδικασμένο της ανωτέρω απόφασης δεσμεύει τους κύριους διαδίκους της σχετικής δίκης οι οποίοι είναι διάδικοι και στην υπό κρίση υπόθεση, αλλά και την Α. Τ., η οποία υπεισήλθε στη θέση της αποβιώσασας μητέρας της Ε. Τ., ως κληρονόμος της (...). Επίσης, το παρόν Δικαστήριο οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του, το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, κατά τα υποκειμενικά του όρια. Αποκλείεται δε όχι μόνον η ευθεία αμφισβήτηση της απόφασης αυτής, άρα η επανάκριση των κριθέντων ζητημάτων, αλλά εξίσου και η έμμεση προσβολή τους με την αμφισβήτηση του δικανικού συλλογισμού από τον οποίο απέρρευσε το δεδικασμένο. Συνεπώς, υπό τα ως άνω δεδομένα προκύπτει ότι οι παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας, για τις οποίες ευθύνεται κατ' άρθρο 922 ΑΚ η τελευταία, αφού έγιναν στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί από αυτή και, κατά συνέπεια, υπάρχει σχέση πρόστησης μεταξύ τους (...), ήταν υπαίτιες, εφόσον οφείλονταν σε βαριά αμέλειά τους. Επίσης, οι παραλείψεις αυτές ήταν παράνομες, διότι έγιναν κατά παράβαση των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ήτοι κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης που έχει η Τράπεζα, λόγω και του χρηματοδοτικού της έργου, να προστατεύει τα συμφέροντα των αντισυμβαλλομένων της, ώστε να μην προκαλείται ζημία σε αυτούς υπαιτίως. Εξάλλου, οι ανωτέρω παραλείψεις ζημίωσαν τους ενάγοντες, διότι εφόσον δεν κατέστη δυνατή η ικανοποίηση της απαίτησης της Τράπεζας από την ...., αυτή στράφηκε κατά των δύο πρώτων εναγόντων και του αποβιώσαντος Α. Τ., τους οποίους ενέπλεξε σε έναν μακροχρόνιο και πολυδάπανο δικαστικό αγώνα και τους παρουσίασε ως κακοπληρωτές, γεγονός που έγινε ευρέως γνωστό, με αποτέλεσμα να προσβάλλει παράνομα την προσωπικότητά τους. Ως εκ τούτου, αποδείχθηκε ότι εκ των ανωτέρω παραλείψεων των υπαλλήλων της Τράπεζας στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά εις βάρος της, η οποία είχε ως συνέπεια τη βλάβη της προσωπικότητας των εναγόντων, των δε κληρονόμων του Α. Τ., λόγω της εμπλοκής τους στην ανωτέρω αντιδικία με την Τράπεζα, μετά τον θάνατο του κληρονομούμενου στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν. Περαιτέρω, οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι η εναγομένη Τράπεζα ενήργησε παράνομα, κατά παράβαση της υποχρέωσης επιμέλειας, που πρέπει να επιδεικνύει στις συναλλαγές της, καθόσον δεν συναίνεσε στην άρση των βαρών που είχαν εγγράφει στις ιδιοκτησίες τους, παρόλο που μπορούσε να ικανοποιηθεί ως προς την απαίτησή της από την περιουσία της εταιρίας ...., το οποίο δεν έπραξε από βαριά αμέλειά της, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα κυριότητας αυτών επί των ακινήτων τους. Επί του ισχυρισμού τους αυτού πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Με την έκδοση της υπ' αριθμ. 1088/2006 αποφάσεως του Εφετείου ..., η οποία διέταξε την εξάλειψη των υποθηκών που είχαν εγγράφει στα ακίνητα ιδιοκτησίας των εκεί εναγόντων δυνάμει της υπ' αριθμ. 2253/1980 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., έπαψε να υφίσταται οποιαδήποτε υποχρέωση της εναγομένης Τράπεζας να συναινέσει στην εξάλειψη των ανωτέρω υποθηκών, ενώ παράλληλα έπαυσε και η ζημιογόνος για τους ενάγοντες κατάσταση, καθόσον αυτοί μπορούσαν πλέον, σε εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως, να προβούν μονομερώς στην εξάλειψη. Συνεπώς, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι υπήρξε παράνομη και υπαίτια άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στην εξάλειψη των ανωτέρω υποθηκών, οι αξιώσεις των εναγόντων από την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά της εναγομένης έχουν παραγραφεί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, διότι από την έκδοση της υπ' αριθμ. 1088/2006 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, οπότε έπαυσε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία στους ενάγοντες, έως και τον χρόνο άσκησης της αγωγής αυτών (29-1-2014, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Τράμπα), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων από τη φερόμενη τελεσθείσα εις βάρος τους αδικοπραξίας, ο οποίος συνιστά νόμιμη ένσταση κατ' άρθρο 937 ΑΚ, μόνο όμως ως προς τη φερόμενη ως παράνομη και υπαίτια άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στην εξάλειψη των υποθηκών που εγγράφηκαν με την υπ' αριθμ. 2253/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Η ως άνω ένσταση που προέβαλε παραδεκτά και νόμιμα η εναγομένη Τράπεζα, εκτιμάται, με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι αφορά μόνο την εξάλειψη των υποθηκών που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 1088/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ήτοι αυτές που εγγράφηκαν με βάση τη με αριθμ. 2253/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., όχι όμως και τις προσημειώσεις υποθήκης που εγγράφηκαν δυνάμει των υπ' αριθμ. 3881/1979, 39/1980 και 2568/1980 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Σχετικά με τις ανωτέρω προσημειώσεις υποθήκης που είχαν εγγράφει σε ακίνητα ιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγόντων, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 38244/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., διατάχθηκε η εξάλειψή τους, κατόπιν συναίνεσης της εναγόμενης τράπεζας, η οποία εκδόθηκε κατά την εκδίκαση της σχετικής αίτησης των εναγόντων. Όσον αφορά δε τις ανωτέρω προσημειώσεις υποθήκης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση παράνομης συμπεριφοράς της εναγόμενης, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα πρόσκληση της τελευταίας από τους εγγυητές προκειμένου να συναινέσει στην εξάλειψη των εν λόγω προσημειώσεων, στην οποία δεν ανταποκρίθηκε η εναγομένη. Ως εκ τούτου, ως προς τη διατήρηση των ανωτέρω προσημειώσεων, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης και, συνεπώς, αβάσιμοι κατ' ουσίαν τυγχάνουν οι σχετικοί ισχυρισμοί των εναγόντων. Λόγω δε της απόρριψης της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης αναφορικά με την φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης να αρνηθεί να συναινέσει στην εξάλειψη των βαρών των ακινήτων των εναγόντων, παρέλκει η εξέταση της κατ' άρθρο 367 ΠΚ ένστασης της εναγομένης, περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης της επειδή ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απεφάνθη ομοίως και δεν εξέτασε την προβληθείσα εκ του άρθρου 367 ΠΚ ένσταση της εναγομένης, κρίνοντας ότι ουδεμία επιρροή θα ασκούσε η ένσταση αυτή στην κρίση του, καθώς είχε ήδη απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη όσον αφορά την άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στην εξάλειψη των βαρών επί των ακινήτων των εναγόντων, δεν έσφαλε στην ορθή εφαρμογή του νόμου και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της έφεσης της εναγομένης τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι η εναγομένη τράπεζα, δια των υπαλλήλων της, κατά παράβαση της υποχρέωσης πρόνοιας που πρέπει να επιδεικνύει ως προς τα συμφέροντα των συναλλασσομένων με αυτήν και από βαρεία αμέλειά της, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την είσπραξη των οφειλομένων σ' αυτήν ποσών από την εταιρία ...., όσο η είσπραξή τους ήταν δυνατή, αλλά αντιθέτως, παρέτεινε την προθεσμία εξόφλησης, χωρίς να ειδοποιήσει τους ενάγοντες εγγυητές, έτσι ώστε για μεγάλο χρονικό διάστημα να μην καταδιώξει την πρωτοφειλέτιδα εταιρία, η οποία εντωμεταξύ έγινε αναξιόχρεη, για λόγους τους οποίους γνώριζε ή σε κάθε περίπτωση μπορούσε να προβλέψει η εναγόμενη τράπεζα, ενώ παράλληλα παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την επίδικη απαίτηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι εγγυητές, οι οποίοι ενεπλάκησαν σε μια πολύχρονη και δαπανηρή δικαστική διαμάχη, που είχε ως αποτέλεσμα την ταλαιπωρία τους και τη συνακόλουθη προσβολή της προσωπικότητάς τους, αφού εμφανίζονταν ως κακοπληρωτές της εναγομένης. Η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, που συνιστά και προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, δικαιολογεί και επιτάσσει την καταβολή στους τελευταίους χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ένσταση παραγραφής κατ' άρθρο 937 ΑΚ που προέβαλε η εναγομένη, αφορούσε την αξίωση των εναγόντων από τη φερόμενη αδικοπραξία αυτής να μην συναινέσει στην εξάλειψη των βαρών επί των ακινήτων τους. Πουθενά, όμως, στις πρωτόδικες προτάσεις της η εναγομένη δεν έκανε λόγο για παραγραφή της αξίωσης των εναγόντων, απορρέουσας από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της να μην λάβει τα αναγκαία μέτρα για την είσπραξη των οφειλόμενων σ' αυτήν ποσών από την πρωτοφειλέτιδα εταιρία, όσο αυτή ήταν αξιόχρεη και φερέγγυα, να παρατείνει την προθεσμία εξόφλησης χωρίς να ειδοποιήσει τους εγγυητές και να παραιτηθεί από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την επίδικη απαίτηση. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της έφεσης της εναγομένης με τον οποίο αυτή παραπονείται για εσφαλμένη αποδοχή της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο βάσει των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ παρά την αποδοχή της ένστασης παραγραφής εκ της αδικοπραξίας, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγοντες ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμά τους λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη λήξη της μεταξύ τους αντιδικίας, με τον οποίο επιχειρείται να στοιχειοθετηθεί η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος,...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε τις εφέσεις της αναιρεσείουσας και των πρώτου, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο α) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά το μέρος που αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας, λόγω παράλειψης της αναιρεσείουσας να συναινέσει στην εξάλειψη των προσημειώσεων που ενεγράφησαν επί ακινήτων τους, με τις αναφερόμενες (3881/1979, 39/1980 και 2568/1980) αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., β) απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που αφορά την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, συνισταμένης στην κακόβουλη άρνηση της αναιρεσείουσας να συναινέσει στην εξάλειψη των προσημειώσεων επί των ακινήτων των εναγόντων, που είχαν εγγραφεί με τη με αριθμ. 2253/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κάνοντας δεκτή την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής, και γ) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή λόγω αδικοπραξίας της αναιρεσείουσας, συνισταμένης στην από βαριά αμέλειά της μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την είσπραξη των οφειλομένων σ' αυτήν ποσών από την πρωτοφειλέτιδα εταιρία, όσο η είσπραξή τους ήταν δυνατή, στην παροχή σ' αυτήν προθεσμίας εξόφλησης χωρίς να ειδοποιήσει τους ενάγοντες εγγυητές, μη καταδιώκοντας έτσι για μεγάλο χρονικό διάστημα την πρωτοφειλέτιδα εταιρία η οποία εν τω μεταξύ έγινε αναξιόχρεη, και στην παραίτησή της από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την επίδικη απαίτηση, με συνέπεια την ταλαιπωρία των εγγυητών από την εμπλοκή τους, λόγω της συμπεριφοράς αυτής της αναιρεσείουσας, σε μια πολύχρονη και δαπανηρή δικαστική διαμάχη, που προκλήθηκε από την άρνησή τους να αναγνωρίσει την ελευθέρωσή τους από την απαίτηση της αιναιρεσείουσας, και τη συνακόλουθη προσβολή της προσωπικότητάς τους, αφού εμφανίζονταν ως κακοπληρωτές της εναγομένης, υποχρέωσε δε την αναιρεσείουσα να καταβάλει τα ποσά των 10.000,00 ευρώ, 7.500,00 ευρώ και 2.500,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, στους πρώτο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητας τους, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως μη νόμιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932, 57, 59, 281, 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 862 και 863 ΑΚ, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' αυτά που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις, ενώ παραβίασε αυτές και εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αναφορικά με το παράνομο της συμπεριφοράς και την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, α) τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα από βαριά αμέλεια δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την είσπραξη, όσο αυτή ήταν δυνατή, των οφειλόμενων ποσών από την πρωτοφειλέτιδα εταιρία, αλλά αντιθέτως παράτεινε την προθεσμία εξόφλησης χωρίς να ειδοποιήσει τους ενάγοντες εγγυητές, μη καταδιώκοντας έτσι για μεγάλο χρονικό διάστημα την πρωτοφειλέτιδα εταιρία η οποία εν τω μεταξύ έγινε αναξιόχρεη, και επίσης παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την επίδικη απαίτηση, δεν αρκούν για την πλήρωση του πραγματικού των διατάξεων αυτών και την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι η συμπεριφορά αυτή της αναιρεσείουσας συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 862 και 863 ΑΚ και, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, μόνη η παράβαση των διατάξεων αυτών δεν αρκεί για τη θεμελίωση παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση αδικοπραξίας και προσβολής της προσωπικότητας και εντεύθεν υποχρέωσης της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του πρώτου αναιρεσιβλήτου και, επίσης, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική ούτε και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, β) δέχεται ότι λόγω της ανωτέρω παραβίασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας των άρθρων 862 και 863 ΑΚ, ο πρώτος αναιρεσίβλητος εγγυητής υπέστη ταλαιπωρία λόγω της εμπλοκής του σε μια πολύχρονη και δαπανηρή δικαστική διαμάχη, που είχε ως αποτέλεσμα και την προσβολή της προσωπικότητάς του, αφού εμφανίζονταν ως κακοπληρωτής της αναιρεσείουσας, χωρίς όμως να διευκρινίζει, αν αυτή καθ' εαυτή η επιδίωξη της τελευταίας, ως δανείστριας, να εισπράξει την οφειλή από τον εγγυητή - πρώτο αναιρεσίβλητο, στο πλαίσιο μεν της υφισταμένης σύμβασης εγγύησης αλλά παρά την επελθούσα ελευθέρωση αυτού ως εγγυητή, συνιστά ή όχι παράνομη συμπεριφορά και χωρίς να αναφέρει, σε καταφατική περίπτωση, περιστατικά θεμελιωτικά της υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, αν δηλαδή οι προστηθέντες υπάλληλοι αυτής ενήργησαν από δόλο ή αμέλεια και στην τελευταία περίπτωση σε τι ακριβώς συνίσταται η αμέλειά τους, εξειδικεύοντας έτσι τις αόριστες αυτές έννοιες με συγκεκριμένα περιστατικά, καθόσον η υπάρχουσα παραδοχή της προσβαλλομένης περί βαριάς αμέλειας της αναιρεσείουσας αναφέρεται αποκλειστικά στη μη είσπραξη της οφειλής από την πρωτοφειλέτρια, η οποία έχει ως μόνη συνέπεια την ελευθέρωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ως εγγυητή, και δεν καλύπτει το απαραίτητο για τη θεμελίωση αδικοπραξίας και προσβολής της προσωπικότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτων στοιχείο της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας εξαιτίας της επιδίωξης είσπραξης της οφειλής από τον πρώτο αναιρεσίβλητο - εγγυητή. Επομένως, ο από τους αρ. 1 και (κατ' εκτίμηση) 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή των ανωτέρω γενόμενων δεκτών ως βάσιμων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους πρώτο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός της, στους πρώτο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17-9-2020 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." κατά της με αριθμ. 1351/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, Ι. Α. του Σ.. Αναιρεί την 1351/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, ως προς τους πρώτο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους αμέσως παραπάνω αναιρεσιβλήτους, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Επιβάλλει στους πρώτο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ