Αριθμός 1565/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1'Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Κλαμαρή και Δημήτριο Τσιμπανούλη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζιράκη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στις διατάξεις του ν. 1667 της 5/6.12.86 "Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις (Α' 196) ορίζονται τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 "Οι συνεταιρισμοί είναι ιδίως παραγωγικοί καταναλωτικοί, προμηθευτικοί, πιστωτικοί, μεταφορικοί και τουριστικοί .Κατά τη παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου 1, για τη σύσταση συνεταιρισμού απαιτείται η σύνταξη καταστατικού το οποίο μεταξύ άλλων πρέπει να περιέχει: α..., β..., γ..., δ..., ε..., στ..., ζ) Τη μέθοδο αποτίμησης για την αναπροσαρμογή της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων που εξοφλούνται ή αποδίδονται σε συνεταίρους που αποχωρούν ή αποκλείονται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν.3601/2007 (Α' 178), καθώς και τη μέθοδο αποτίμησης της εισφοράς που υποχρεούνται να καταβάλουν οι νέοι συνεταίροι κατά την είσοδο τους στους ως άνω πιστωτικούς συνεταιρισμούς, όπως η περ. ζ προστέθηκε με την παρ.1 άρθρου 28 του ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α 81/5.4.2013. Επίσης, το άρθρο 2 παρ. 7 του ίδιου νόμου (1667/1986), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2α Ν.4141/2013 , ΦΕΚ Α 81/05/04/2013, ορίζει ότι "ο συνέταιρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο 3 μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ελάχιστο χρόνο παραμονής του συνεταίρου στο συνεταιρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 3 χρόνια. Η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων, ή καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το νόμο της 3601/2007, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους, τα οποία μπορούν επίσης να επιμερίζουν σε όλους τους συνεταίρους που έχουν σχετικό δικαίωμα και ανάλογα με τις μερίδες του καθενός, το ποσό που η τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει να διατεθεί για εξόφληση της αξίας τους, εφόσον περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα στο καταστατικό τους. Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 9 του ν.1667/1986 (πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 76 παρ. 1 Ν. 4583/2018,ΦΕΚ Α 212/18.12.2018), στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός. Ειδικά στον συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν.3601/2007 ή σε κάθε περίπτωση που εξοφλείται από το συνεταιρισμό συνεταιριστική μερίδα αποδίδεται η αξία της, που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου του ν.3693/2008 (Α' 174), ισολογισμό της τελευταίας χρήσης. Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και επιφυλασσομένης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2. Επίσης, κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου (1667/1986) "1. Η Γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο και αποφασίζει για όλα τα θέματα του συνεταιρισμού (παρ.1).Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης υπάγονται ιδίως... "θ) η έγκριση αιτήσεων συνεταίρων για την απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας κατά την αποχώρησή τους από το συνεταιρισμό, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό συνεταιρισμό του παρόντος νόμου, που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισής του από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το νόμο 3601/2007" (όπως η περίπτωση θ προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 28 του νόμου 4141/2013 ΦΕΚ Α 81 05/04/2013) (παρ. 2) . Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 149 του νόμου 4261/2014 ΦΕΚ Α 107 05/05/2014, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η οδηγία 2013/36/ΕΕ, για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο άρθρο 65 του παρόντος νόμου, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με τη μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι συνεταιριστικές τράπεζες υποχρεούνται να ικανοποιήσουν αίτημα εξαγοράς και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων μόνο εφόσον: α) δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας (άρθρο 2 παρ. 9, εδ. τελευταίο του ν.1667/1986 όπως προστέθηκε με την παρ.2β του άρθρου 28 του ν.4141/2013) και επιφυλασσομένης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 2 του ίδιου ν. 1667/1986, και β) έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας, η οποία εκροή συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος (άρθρο 149 ν. 4261/2014). Ειδικότερα, η άδεια της τράπεζας πρέπει να έχει ληφθεί πριν από την καταβολή σε συνεταίρους, λόγω εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων, ποσών, τα οποία κατά τη διάρκεια μιας χρήσης υπερβαίνουν το παραπάνω όριο. Δεδομένου όμως ότι δεν επιτρέπεται η εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων πριν από την έγκριση του ισολογισμού της οικονομικής χρήσης κατά την οποία υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα αποχώρησης (εξαγοράς των συνεταιριστικών μερίδων), από τη συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.7, του άρθρου 2 παρ.9 , του άρθρου 6 παρ.2 στοιχ. στ και θ του ν. 1667/1986, προκύπτει ότι η συνεταιριστική τράπεζα υποχρεούται, αμέσως μετά την έγκριση του ισολογισμού, να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τυχόν ύπαρξη αιτήσεων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσης για την οποία εγκρίθηκε ο εν λόγω ισολογισμός (συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου τριμήνου της αμέσως προηγούμενης χρήσης), οι οποίες ικανοποιούμενες, θα οδηγούσαν κατά τη χρονική στιγμή της εξόφλησης τους σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την τελευταία ημέρα της παρελθούσας οικονομικής χρήσης: (κατά την οποία υποβλήθηκαν και οι σχετικές αιτήσεις). Η εξόφληση δε, κατά την περίπτωση αυτή, των συνεταιριστικών μερίδων δεν επιτρέπεται να γίνει πριν από την χορήγηση σχετικής άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος εφόσον η εξόφληση θα οδηγούσε σε μείωση του ίδιου κεφάλαιου της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται η εξόφληση βάσει της καθαρής θέσης της συνεταιριστικής τράπεζας την τελευταία ημέρα της προηγούμενης οικονομικής χρήσης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει αν η αξία του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων που πρόκειται να εξοφληθούν κατόπιν υποβληθεισών κατά τα ανωτέρω αιτήσεων, σε μια οικονομική χρήση υπερβαίνει το ποσοστό του 2% των ιδίων κεφαλαίων της κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται η εξόφληση. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης ,απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης / ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης / προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη. Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν.2251/1994 που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1§3 του ν. 2251/1994, όπως συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στη συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του. Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 668/2022, ΑΠ 259/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 535/2012). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, περαιτέρω, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφάρμοσε, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκη (ΑΠ623/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../19-5-2008 αίτηση εγγραφής συνεταίρου ο ενάγων αιτήθηκε την εγγραφή του ως μέλος της συνεταιριστικής τράπεζας για μία συνεταιριστική μερίδα αξίας 165 €, οπότε καταχωρίστηκε στο βιβλίο μητρώου των μελών του εναγόμενου με αριθμό μέλους ..., ενώ το έτος 2010 η εν λόγω μερίδα διασπάσθηκε με την από 17-10-2010 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης σε 5 νέες συνεταιριστικές μερίδες ονομαστικής αξίας εκάστης 12€. Η μερίδα αυτή αποτελεί την υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα για την απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 1667/1986. Κατά τον μήνα Απρίλιο του έτους 2011, ο ενάγων επισκέφθηκε το υποκατάστημα που διατηρεί ο εναγόμενος στον ..., καθόσον επρόκειτο να λήξει η προθεσμιακή του κατάθεση που είχε ανανεώσει στις 17-1-2011, οπότε εξυπηρετήθηκε από τον υπάλληλο και προστηθέντα του εναγόμενου Ν. Τ., που ήταν τοποθετημένος στο τμήμα καταθέσεων - ταμείο, ο οποίος του συνέστησε το επενδυτικό πρόγραμμα "...", σύμφωνα με το οποίο, το 90% του κατατεθέντος κεφαλαίου αντιστοιχούσε στην τρέχουσα τιμή διάθεσης από την Τράπεζα των συνεταιριστικών μερίδων που εντάσσονται στο πρόγραμμα και η οποία, κατά το χρονικό αυτό σημείο, ανερχόταν στο ποσό των 35 € για κάθε μερίδα, ενώ το 10% σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συμφωνηθέν επιτόκιο (προ φόρων) 25%. Ως προς τη δυνατότητα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, το πρόγραμμα "..." προέβλεπε ότι μετά την πάροδο ελάχιστης διάρκειας 90 ημερών, ο συνεταίρος μπορεί, με έγγραφη αίτησή του, να ζητήσει οποτεδήποτε το κλείσιμο του προγράμματος και τη ρευστοποίηση των μερίδων, στην τρέχουσα (δηλαδή κατά τη στιγμή της ρευστοποίησης), αξία των μερίδων. Και τούτο διότι, εκείνο το χρονικό διάστημα, για τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων δεν απαιτείτο αφενός μεν να μη θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού, που συναρτώνται και με το ύφος των ίδιων κεφαλαίων του, αφετέρου δε, να έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, για την περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας, συνεπαγόμενη μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ίδιων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, καθόσον οι προϋποθέσεις αυτές τέθηκαν με το άρθρο 149 ν. 4261/2014. που ισχύει από 1-1-2014. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το πρόγραμμα "..." κατά το χρόνο εκείνο εξασφάλιζε μεν τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, μετά την πάροδο 90 ημερών συμμετοχή, στο πρόγραμμα, χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση (βλ. και τη σχετική σημείωση της τράπεζας στην ιστοσελίδα της, όπου ρητά αναφέρεται για το πρόγραμμα "..." ότι "με τη συμπλήρωση των πρώτων 90 ημερών ... μπορείτε να αναλάβετε ό,τι ποσό χρειαστείτε χωρίς καμία απολύτως επιβάρυνση"), πλην όμως δεν εγγυόταν εξασφάλιση του κεφαλαίου, που χρησιμοποιήθηκε για την κτήση των συνεταιριστικών μερίδων, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη, αφού σε κανένα σημείο των συμβάσεων δεν γίνεται λόγος για υποχρέωση της Τράπεζας προς ρευστοποίηση των μερίδων στην τιμή που αυτές είχαν αποκτηθεί, αλλά, αντιθέτως, προβλεπόταν ότι η ρευστοποίηση αυτών θα γίνει με την τρέχουσα αξία τους (κατά την στιγμή της διαγραφής - ρευστοποίησης), όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος - εκκαλών με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης. Παρόλα αυτά, όμως, οι υπάλληλοι της τράπεζας παρουσίαζαν το πρόγραμμα "..." ως απολύτως ασφαλές προϊόν, παρόμοιο με προθεσμιακή κατάθεση, αλλά με καλύτερη απόδοση επιτοκίου, παρέπεμπαν δε τους υποψήφιους επενδυτές για περισσότερη ενημέρωση στην ιστοσελίδα της τράπεζας, προκειμένου να ενημερωθούν για τις λεπτομέρειες του προϊόντος. Εκεί, το συγκεκριμένο τραπεζικό προϊόν παρουσιαζόταν ως κατάθεση, με πλήρη εξασφάλιση και χωρίς κίνδυνο. Ειδικότερα, στην ιστοσελίδα της ..., το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 έως και το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2013 ακριβώς κάτω από τον τίτλο "...", αναγραφόταν: "Είστε επενδυτής - αποταμιευτής, που δεν επιθυμείτε επενδυτικό κίνδυνο αλλά προτιμάτε την τοποθέτηση του κεφαλαίου σας σε καταθέσεις με εγγυημένο επιτόκιο; Η ... δημιούργησε για σας τη "...". Τη νέα ευέλικτη επενδυτική πρόταση, που δίνει αξία στις αποταμιεύσεις σας. Η πιο δυνατή επένδυση με αποδόσεις έως 45% υψηλότερες από αυτές των Προθεσμιακών σας καταθέσεων". Το κείμενο αυτό ήταν εξόχως παραπλανητικό, αφού ο μέσος καταναλωτής και πελάτης του εναγομένου, που ασχολούνταν κυρίως με αγροτικές εργασίες και δεν είχε εξειδίκευση σε χρηματοπιστωτικούς όρους (όπως ακριβώς ο ενάγων), εστίαζε "στην έλλειψη επενδυτικού κινδύνου", "στην ασφαλή κατάθεση" και "στην υψηλή απόδοση". Εξάλλου, με τον όρο "ελάχιστη εγγυημένη απόδοση", που αναγραφόταν στην ιστοσελίδα, η τράπεζα και οι έχοντες χρηματοοικονομικές γνώσεις αντιλαμβάνονταν ότι επρόκειτο για το ποσό που απέδιδε το κεφάλαιο, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, δηλαδή για τους τόκους και τα μερίσματα, και όχι για το ίδιο το κεφάλαιο, για το μέσο όμως καταθέτη, όπως ήταν ο ενάγων, αυτό εύκολα μπορούσε να παρερμηνευθεί ως εγγύηση του κατατεθέντος κεφαλαίου, καθόσον, τόσο στο ενημερωτικό φυλλάδιο, όσο και στην ιστοσελίδα, τονίζονταν τα πλεονεκτήματα του προϊόντος ("ελάχιστη εγγυημένη απόδοση"), ενώ ο κίνδυνος απομείωσης του επενδυμένου σε συνεταιριστικά μερίδια κεφαλαίου δεν αναφερόταν οπουδήποτε. Ακόμη, και σε άλλο σημείο της ιστοσελίδας (σελ.3, 1η σειρά), αναφερόταν ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα λειτουργεί "χωρίς επενδυτικό κίνδυνο", ενώ στην κεντρική σελίδα της τράπεζας, κάτω από την επικεφαλίδα "καταθέσεις", εμφανιζόταν, ως καταθετικό προϊόν με υψηλές αποδόσεις, το προϊόν "...". Και αυτό, παρόλο που, κατά τα χρονικά σημεία που υπογράφηκαν οι συμβάσεις που θα αναφερθούν, είχε ήδη ξεκινήσει και στην Ελλάδα η οικονομική κρίση, που επηρέαζε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας και ο κίνδυνος μείωσης της τρέχουσας - αγοραίας αξίας των συνεταιριστικών μεριδίων, ήταν ορατός. Αυτοί οι παράγοντες κινδύνου, αναφέρονταν γενικά και αόριστα για την τράπεζα, όχι όμως σε σχέση με το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν. Αλλά και οι ίδιοι οι υπάλληλοι του εναγόμενου, ενεργώντας κατ' εντολή και με τις οδηγίες της τράπεζας, κατά τα κοινώς γνωστά, υποβίβαζαν τον επενδυτικό κίνδυνο και υπερτόνιζαν τα πλεονεκτήματα του ανωτέρω τραπεζικού προϊόντος, όπως το ιδιαίτερα δελεαστικό επιτόκιο 25%, το οποίο, παρότι αφορούσε μόνο το ποσό της κατάθεσης στο λογαριασμό "...", ήτοι το 1/10 της συνολικής επένδυσης, για το μέσο καταθέτη ήταν παραπλανητικό, αφού δύσκολα γινόταν αντιληπτό ότι, εν τέλει, το πραγματικό επιτόκιο ήταν λιγότερο από 2,5% για όλο το κεφάλαιο......Πράγματι, ακολουθώντας τις συμβουλές και τις οδηγίες του παραπάνω υπαλλήλου, ο ενάγων, με την υπ' αριθμ. .../21-4-2011 σύμβαση που συνήψε με τον εναγόμενο πιστωτικό συνεταιρισμό, εντάχθηκε στο επενδυτικό πρόγραμμα "...", τοποθετώντας κεφάλαιο συνολικού ποσού 20.232 €, εκ του οποίου το 90% αντιστοιχούσε σε συνεταιριστικές μερίδες που θα ενέτασσε αξίας 35 € η καθεμία, τις οποίες είχε στο όνομά του και κατά τη συμφωνία των μερών όφειλε να τις διατηρήσει καθ1 όλη τη διάρκεια της σύμβασης, εκτός και αν ασκούσε τα δικαιώματα του υπ' αριθμ. 2.2. συμβατικού όρου και κατά ποσοστό 10% υπό τη μορφή κατάθεσης μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, καλούμενη ως "...", με συμφωνηθέν σταθερό επιτόκιο 25% (πριν από φόρους). Ειδικότερα, ο ενάγων ενέταξε στο εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα 674 συνεταιριστικές μερίδες συνολικής αξίας 23.590 €, ενώ συγχρόνως κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... ειδικό λογαριασμό το ποσό των 2.622 €. Κατά το χρόνο υπογραφής της ανωτέρω σύμβασης, ο ενάγων υπέβαλε ταυτόχρονα και αντίστοιχη αίτηση εγγραφής συνεταίρου για την απόκτηση προαιρετικών μερίδων, αφού η συμμετοχή του στο παραπάνω πρόγραμμα προϋπέθετε την ιδιότητα του συνεταίρου και, συγκεκριμένα, υπέβαλε την από 21-4-2011 αίτηση για την απόκτηση 669 συνεταιριστικών μερίδων συνολικής αξίας 23.415 € (πλέον των πέντε που ήδη κατείχε). Σύμφωνα με τον όρο 3 του προγράμματος "...", κατά το κλείσιμο του προγράμματος, ο συνεταίρος δικαιούται να εισπράξει: ι) Εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές του μερίδες, που έχουν ενταχθεί στο ω πρόγραμμα, τα ακόλουθα κονδύλια: 1) Την τρέχουσα - αγοραία αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, 2) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτηση τους, την τρέχουσα υπεραξία αυτών, που θα έχει προσδιοριστεί για την περίοδο της ρευστοποίησης, 3) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους, την υπεραξία αυτών που είχε προσδιοριστεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και ii) το ποσό της ανωτέρω "..." μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής. Ως προς την απόδοση των ως άνω συνεταιριστικών μερίδων, προβλέπονταν ιδιαίτερα ευνοϊκοί όροι, καθόσον, σύμφωνα με τον όρο 4, προβλεπόταν ότι η επένδυση του συνεταίρου θα έχει συνολική απόδοση τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την τράπεζα επιτόκιο για προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και διάρκειας. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η απλή διάθεση συνεταιριστικών μερίδων προς τους συνεταίρους δεν αποτελεί παροχή επενδυτικής υπηρεσίας, η οποία να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της οδηγίας MIFID και τις διατάξεις του ν. 3606/2007, αφού οι συνεταιριστικές μερίδες, ως μη δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 13 του ν. 3606/2007, δεν αποτελούν κινητές αξίες, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος - εκκαλών με τον δεύτερο λόγο της έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την ισχύ του Κανονισμού 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού με αριθμό 648/2012, ο οποίος θα ίσχυε από 1-1-14 και εφεξής, επανακαθορίστηκαν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού των ίδιων κεφαλαιακών μέσων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που έχουν την έδρα τους στα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναπτύσσουν ανάλογη εμπορική δραστηριότητα με τον συνεταιρισμό. Συγκεκριμένα, ορίστηκε ότι συνεταιριστική τράπεζα που θα εγγυόταν απόδοση για συνεταιριστικές μερίδες, δεν θα επιτρεπόταν να συνυπολογίζει τις μερίδες αυτές στα ίδια εποπτικά της κεφάλαια. Επομένως, ο μέχρι τότε ισχύον όρος περί διασφάλισης ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης για το σκέλος της επένδυσης που ενέτασσε τις συνεταιριστικές μερίδες και η συνακόλουθη κάλυψη της τυχόν διαφοράς, εφόσον η πραγματική απόδοση υπολειπόταν της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης του προγράμματος "...", ερχόταν, πλέον, σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 26 - 29 του ως άνω Κανονισμού. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος δεν πληρούσε την προϋπόθεση της αδυναμίας μείωσης ή εξόφλησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, αφού, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος γνώριζε ήδη από τα τέλη του μήνα Ιουνίου του έτους 2013 ότι οι συνεταιριστικές μερίδες που είχαν εκδοθεί έως τότε από αυτόν στο πλαίσιο του προγενέστερου τραπεζικού προϊόντος "..." δεν θα μπορούσαν, από 1-1-2014 και εφεξής, να συνυπολογιστούν στα εποπτικά κεφάλαια του, καθόσον οι συμβατικές του υποχρεώσεις, αναφορικά με τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης και την απόδοση της τρέχουσας αξίας όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, παρέμεναν ενεργές. Κατόπιν τούτου ο εναγόμενος, προκειμένου να αποτρέψει οποιαδήποτε εκροή κεφαλαίων από το ταμείο του, ώστε να αποφύγει την κεφαλαιακή του ανεπάρκεια, αλλά και για να μην καταστεί αφερέγγυος απέναντι στους συνεταίρους του, αποφάσισε να καταργήσει το προγενέστερο επενδυτικό πρόγραμμα "..." και να προωθήσει στους επενδυτές του το νέο τραπεζικό προϊόν "...". Κατά τους όρους του προϊόντος "...", ο συνεταίρος είχε δικαίωμα να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης χρηματικό ποσό, το συνολικό ύφος του οποίου δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του. Το προϊόν αυτό ο εναγόμενος το προώθησε σε αντικατάσταση του προγράμματος "...", παρόλο που με αυτό ρυθμιζόταν μόνο το σκέλος του καταθετικού λογαριασμού, δηλαδή της "...", χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε προνόμιο για το ,μεγαλύτερο μέρος της επένδυσης, που αφορούσε στις συνεταιριστικές μερίδες, οι οποίες αποσυνδέονταν, πλέον, πλήρως από τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης, αλλά και από την εγγύηση της μέχρι τότε απόδοσης μερίσματος ή τόκων, ούτως ώστε να μην απολαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης έναντι των λοιπών συνεταιριστικών μερίδων, οι οποίες δεν είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα "...". Πλέον, δηλαδή, ο συνεταίρος που θα εντασσόταν στο πρόγραμμα "...", παραιτούμενος από το πρόγραμμα "...", θα μπορούσε να απαιτήσει από το συνεταιρισμό μόνο την απόδοση του κατατεθειμένου κεφαλαίου και των νόμιμων τόκων που αναλογούσαν σε αυτό.....αλλά καμία άλλη παροχή, σχετικά με το 90% του κεφαλαίου του που είχε χρησιμοποιηθεί για την αγορά των συνεταιριστικών μεριδίων, όπως θα συνέβαινε αν δεν είχε καταργηθεί η "...". Ειδικότερα, στο πλαίσιο προώθησης του ως άνω προγράμματος, ο αναγόμενος, δια του ως άνω υπαλλήλου του, κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 ενημέρωσε τον ενάγοντα περί της κατάργησης του προγράμματος "..." και του παρουσίασε το νέο πρόγραμμα "...", στο οποίο τον προέτρεψε να επενδύσει, ως συνέχεια του προηγούμενου, με όμοια χαρακτηριστικά και κατάλληλο για αυτόν, ήτοι ως απόλυτα ασφαλές προϊόν, αποσιωπώντας τεχνηέντως την πλήρη αποδέσμευση των συνεταιριστικών μερίδων από την προστασία και τους ευνοϊκούς όρους της "...". Και είναι μεν αληθές ότι το νέο πρόγραμμα "..." αποτελούσε απλώς μια τραπεζική κατάθεση, για την οποία δεν απαιτούνταν εξειδικευμένες γνώσεις, καθόσον δεν περιείχε οποιαδήποτε υπόσχεση για θέματα συνεταιριστικών μερίδων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Όμως, η λύση της σύμβασης "...", σαφώς και επηρέαζε την τύχη των συνεταιριστικών μερίδων που είχε ήδη αποκτήσει ο ενάγων, εντασσόμενος στο πρόγραμμα "..." και τις οποίες εξακολουθούσε να κατέχει. Εκεί ακριβώς συνίσταται η διαφορά ανάμεσα στα δύο προϊόντα, ήτοι στα προνόμια της "..." ως προς την άμεση ή μη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και ως προς την εγγύηση ελάχιστης απόδοσης (ήτοι τόκων ή μερισμάτων) και όχι ως προς τη διακινδύνευση ή μη του κεφαλαίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, με τον πρώτο λόγο της έφεσης του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προτροπή αυτή έγινε κατά παράβαση των υποχρεώσεων του υπαλλήλου του εναγομένου για ακριβή και πλήρη ενημέρωση, λόγω και της ήδη υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σχέσης εμπιστοσύνης, που απέρρεε από τη μέχρι τότε συνεργασία τους, αφού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, που συναρτάται με την καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου, δεν διαφώτισε τον ενάγοντα, ως όφειλε, ότι το νέο τραπεζικό προϊόν διέφερε ουσιωδώς από το προηγούμενο, καθώς δεν προέβλεπε ούτε ελάχιστη εγγυημένη απόδοση των συνεταιριστικών μερίδων (ήτοι μερίσματα ή τόκους), ούτε δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης αυτών και τον ώθησε να παραιτηθεί από αυτό, διατηρώντας την εσφαλμένη πεποίθηση ότι δεν παραιτείται από τα δικαιώματα του, ως προς το μεγαλύτερο μέρος του επενδυθέντος κεφαλαίου του. Αντιθέτως, ο εναγόμενος έδινε έμφαση στα πλεονεκτήματα του προωθούμενου επενδυτικού προγράμματος, καθώς επεσήμανε μόνο την ασφάλεια του καταθετικού λογαριασμού και την εγγυημένη απόδοση του 10% του επενδυμένου κεφαλαίου του ενάγοντος. Επιπρόσθετα, ο ως άνω υπάλληλος του εναγομένου, αν και γνώριζε ότι ο ενάγων ήταν ιδιαίτερα συντηρητικός επενδυτής, ο οποίος ήθελε να εξασφαλίσει το κεφάλαιο του χωρίς κίνδυνο και χωρίς στόχο να καταστεί συνεταίρος του εναγομένου με την αγορά μεγάλου αριθμού μερίδων (αφού είχε ήδη αποκτήσει την ιδιότητα αυτή με μόνη την αγορά της πρώτης μερίδας κατά το έτος 2008), πολύ δε περισσότερο να δεσμεύσει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου του σε συνεταιριστικές μερίδες, τις οποίες να μην μπορεί ελεύθερα να ρευστοποιήσει ή να διαθέσει, ουδόλως έλαβε υπόψη τις ανάγκες του και τον έπεισε να παραιτηθεί από το πρόγραμμα "..." και να προσχωρήσει στο προϊόν "...". Κατόπιν δε των προτροπών του εναγόμενου, πολλοί μικροεπενδυτές - συνεταίροι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, έδειξαν εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του εναγομένου, ότι πρόκειται για το ίδιο ακριβώς προϊόν και μάλιστα απόλυτα ασφαλές, οπότε προέβησαν στη διακοπή του επενδυτικού προγράμματος "..." και ταυτόχρονα στη σύναψη σύμβασης του ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "...". Ο ενάγων όμως δεν ήταν δυνατό να διαβλέψει τους κινδύνους από το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν καθώς και από την οποιαδήποτε επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, διότι η αντίληψη και κατανόηση αυτών προϋπέθετε εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικής επιστήμης και λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, τις οποίες δεν διέθετε. Το αποδεικτικό αυτό συμπέρασμα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το Καταστατικό του εναγόμενου ήταν αναρτημένο στην ιστοσελίδα του, ούτε από τους όρους των ως άνω συμβάσεων και τις πληροφορίες που παρείχαν τα ενημερωτικά φυλλάδια του εναγόμενου για τα παραπάνω προϊόντα του. αφού από την ανάγνωση τους δεν προέκυπτε με σαφήνεια ότι η αξία στην οποία θα αγοραζόταν από τον εναγόμενο κάθε συνεταιριστική μερίδα που κατείχε ο ενάγων, κατά την υποβολή αιτήματος από τον τελευταίο για τη ρευστοποίηση τους, θα ήταν μεταβλητή, συναρτώμενη από εξωσυμβατικούς παράγοντες και όχι σταθερή, δεδομένων και των διαβεβαιώσεων του υπαλλήλου του εναγομένου, για τις οποίες έγινε μνεία, ότι το κεφάλαιο του ήταν ασφαλές. Επιπλέον, στις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, αλλά και στο ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε ο εναγόμενος για την προώθηση του προγράμματος "...", δεν γινόταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων και ως εκ τούτου ο ενάγων αγνοούσε πλήρως ότι η διαδικασία ρευστοποίησης τελούσε υπό νέο, διαφορετικό και ιδιόμορφο καθεστώς και είχε δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι, ως προς αυτές, εξακολουθούσαν να ισχύουν οι ίδιοι όροι. Και τούτο διότι, και από το περιεχόμενο του σχετικού ενημερωτικού φυλλαδίου, εμπεδώνεται στη συνείδηση των πελατών του εναγόμενου η αλληλένδετη σχέση της επένδυσης του κεφαλαίου τους μεταξύ της σύμβασης απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και του ειδικού καταθετικού λογαριασμού "...", καθόσον στο φυλλάδιο αυτό αναφέρεται ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ρευστοποίηση μερίδων, αναπροσαρμόζεται αυθημερόν: α) το ποσό της κατάθεσης, έτσι ώστε αυτό να μην υπερβαίνει το 1:10 της αξίας των μερίδων του συνεταίρου που απομένουν, μη υπολογιζόμενων των μερίδων για, τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ρευστοποίησης, όπως η αξία αυτή υπολογίστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και β) η κλίμακα του επιτοκίου, βάσει του εναπομένοντος ποσού. Το γεγονός ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να έχει και πράγματι δεν είχε γνώση των ως άνω κινδύνων ενισχύεται και από το ότι στην ιστοσελίδα του εναγομένου, στο ενημερωτικό κείμενο που αφορούσε στις συνεταιριστικές μερίδες, περιλαμβανόταν έως τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2015 απάντηση στην ερώτηση εάν μπορεί να γίνει ρευστοποίηση μερίδων, ότι οι προαιρετικές μερίδες ρευστοποιούνται άμεσα, με συμπλήρωση της αντίστοιχης αίτησης διαγραφής μερίδων στο κατάστημα εξυπηρέτησης του πελάτη, η οποία (απάντηση) έπειτα απαλείφθηκε. Εξάλλου, αν ο ενάγων είχε ενημερωθεί πλήρως για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του ανωτέρω προϊόντος καθώς και τους κινδύνους που επιφύλασσαν, δεν θα εντασσόταν σε ένα πρόγραμμα που εγγυόταν ελάχιστο επιτόκιο μόνο για το 10% του κεφαλαίου του, χωρίς καμία περαιτέρω εγγύηση για το υπόλοιπο ποσό (που αντιστοιχούσε στο 90% του κεφαλαίου), με την επιβολή μάλιστα περιορισμών στη δυνατότητα ρευστοποίησης του συνόλου των μερίδων, που τέθηκαν αρχικά με το άρθρο 28 του ν. 4141/2013 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 149 του ν. 4261/2014 και, κατ' επέκταση, δεν θα επέλεγε να προβεί στην τοποθέτηση των χρημάτων του σε αυτά, αλλά θα προέβαινε στην ασφαλή τοποθέτησή τους σε προθεσμιακή κατάθεση, όπως έπραττε μέχρι τότε. Και είναι μεν αληθές ότι την περίοδο των ετών 2012 - 2015 υπήρξε μια διατάραξη της Ελληνικής οικονομίας, που οδήγησε πολλούς καταθέτες να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις Τράπεζες, προκειμένου να αποφύγουν τυχόν "κούρεμα" αυτών, όπως φημολογούνταν. πλην όμως, και πάλι ο ενάγων δεν θα άφηνε το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου του ακόμα πιο εκτεθειμένο σε συνεταιριστικές μερίδες του εναγομένου, εάν γνώριζε ότι πλέον αυτές δεν έχουν την ίδια εξασφάλιση, ως προς την άμεση ρευστοποίηση αυτών και ως προς την ελάχιστη εγγυημένη απόδοση. Ενόψει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι εάν ο ενάγων, έχοντας λάβει επαρκή ενημέρωση από τους προστηθέντες υπαλλήλους του εναγομένου, γνώριζε τις συνέπειες από την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων, ουδέποτε θα προέβαινε στην αγορά ή την διατήρηση αυτών, αφού ουδόλως αποδείχθηκε βούληση αυτού να τις αποκτήσει ως μορφή επένδυσης, ήτοι ασχέτως του επίδικου καταθετικού προγράμματος. Έτσι, ο ενάγων, δεδομένου ότι ήταν ικανοποιημένος από το πρόγραμμα "..." που αποσύρθηκε, καθώς μέχρι εκείνο το χρονικό διάστημα απολάμβανε τους καρπούς της απόδοσης χωρίς να εμφανισθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος, επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις του ανωτέρω υπαλλήλου του εναγόμενου, μετέβη στις 13-11-2013 στο ανωτέρω υποκατάστημα του εναγόμενου, οπότε και συμφωνήθηκε η λύση της υπ' αριθμ. .../21-4-2011 σύμβασης και συγχρόνως, την ίδια ημέρα, αφενός υπέγραψε σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "..." σε εκτέλεση της οποίας ανοίχθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε το ποσό των 2.593 € και αφετέρου απέκτησε κατόπιν σχετικής αίτησης άλλες 67 προαιρετικές μερίδες συνολικής αξίας 2.345 €, έτσι ώστε οι συνολικές του μερίδες ανήλθαν στις 741, συνολικής αξίας 25.935 € (741 επί 35 €), χωρίς ωστόσο να αντιληφθεί τον κίνδυνο που αναλάμβανε με τη συνέχιση του νέου προγράμματος Με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων παραιτήθηκε πλήρως από την εξασφάλιση και τα πλεονεκτήματα που του παρείχε μέχρι τότε η "...", χωρίς να έχουν τεθεί υπ' όψιν του όλα τα νέα δεδομένα, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι, με την παραίτησή του από τη "..." και τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα "...", έχανε όλα τα πλεονεκτήματα της άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, καθώς και της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης αυτών. Επομένως, η υποχρέωση του εναγομένου για πληροφόρηση του ενάγοντος συνίσταται στην απώλεια των ως άνω πλεονεκτημάτων και όχι στην πληροφόρηση εξυπηρέτησης του νέου προγράμματος αποκλειστικά για τα συμφέροντα του ιδίου, όπως ο εναγόμενος αβάσιμα ισχυρίζεται με τον πέμπτο λόγο της έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ύστερα από την παραίτηση μεγάλης μερίδας συνεταίρων - μικροεπενδυτών από το πρόγραμμα "..." και την προσχώρησή τους στον λογαριασμό "...", με την από 30-6-13 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του εναγομένου τροποποιήθηκε το άρθρο 10 στ.4α του καταστατικού του, με το οποίο οριζόταν πλέον ότι η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και η απόδοση και εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του Συνεταιρισμού και γίνεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 12 του καταστατικού και, σε κάθε περίπτωση, τελεί υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρ.7 και 9 του άρθρου 2 ν. 1667/1986, όπως τροποποιήθηκαν με τις παρ.2α και 2β του άρθρου 28 ν. 4141/2013 και ιδίως υπό την προϋπόθεση να μη θίγονται οι υποχρεώσεις του Συνεταιρισμού, που συναρτώνται με το ύψος των ίδιων κεφαλαίων του. Αν όμως ο ενάγων και οι υπόλοιποι μικροεπενδυτές γνώριζαν τα παραπάνω, δεν θα παραιτούνταν από τις συμβατικές τους αξιώσεις από τη "..." αλλά, αντιθέτως, θα επέμεναν να απαιτήσουν την επιστροφή των κεφαλαίων τους. Με τον τρόπο που ενήργησε ο εναγόμενος, δια του ως άνω υπαλλήλου του, παραβίασε τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του, όπως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, που επιτάσσουν την ευθύτητα και εντιμότητα στις συναλλαγές, η δε επιδειχθείσα εν προκειμένω αμελής συμπεριφορά πληροί το πραγματικό του κανόνα δίκαιου του άρθρου 914 ΑΚ, καθώς και των σχετικών διατάξεων του ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών (του οποίου ο εναγόμενος δεν ανέτρεψε το τεκμήριο, αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας), καθόσον συνιστά υπαίτια και παράνομη πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων, που συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι λόγω των δυσμενών οικονομικών συγκυριών του θέρους του έτους 2015 και την επιβολή των capital controls, προς αποφυγή μαζικής και μη ελεγχόμενης εκροής των συνεταιριστικών κεφαλαίων, που θα είχε ως συνέπεια την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του από την Τράπεζα της Ελλάδος, ο εναγόμενος, περί τα τέλη του μήνα Ιουνίου του ίδιου έτους, προέβη στην προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, όπως τούτο προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ.1 του καταστατικού του καθώς και στο άρθρο 2 παρ,9 του ν. 1667/1986 κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα. Εξάλλου, με το άρθρο 149 του ν. 4261/2014, ορίζεται πλέον ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει χορηγήσει τέτοια έγκριση.....Ο δε ενάγων, με την υπ' αριθμ. πρωτ....-7-20Ι5 αίτηση του, αιτήθηκε τη διαγραφή των συνεταιριστικών μερίδων που είχε στην κατοχή του, σε απάντηση της οποίας, ο εναγόμενος του απέστειλε την υπ' αριθμ. πρωτ. ...2016 επιστολή του. με την οποία τον ενημέρωσε για την νομοθετική μεταβολή στη διαδικασία ρευστοποίησης και την αδυναμία ρευστοποίησης εξαιτίας της απουσίας σχετικής έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος. Και είναι μεν αληθές ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν υπέχει ευθύνη για τα τυχηρά, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται και η ανώτερη βία, οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός, εντελώς εξαιρετικής φύσης, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προβλεφθεί ή να αποτραπεί από το διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εξωτερικό ή όχι.....όπως το capital control, που επιβλήθηκε στα τέλη του μήνα Ιουνίου του έτους 2015, πλην όμως εν προκειμένω, ο εναγόμενος γνώριζε ήδη από τα μέσα του προηγούμενου έτους 2014 ότι δεν θα μπορεί να ρευστοποιήσει άμεσα, με μόνη την αίτηση των συνεταίρων, τις συνεταιριστικές τους μερίδες, λόγω της κατά τα παραπάνω νομοθετικής αλλαγής. Όφειλε, επομένως, ο εναγόμενος να ενημερώσει με σαφήνεια τους επενδυτές περί της νέας διαμορφωθείσας κατάστασης, πριν την παραίτηση τους και τη συμμέτοχη τους στο νέο πρόγραμμα. Τέλος, αποδείχθηκε ότι με την από 24-11-15 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγόμενου, στο πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης προκειμένου να συγκεντρώσει τα κεφάλαια που απαιτούνταν για την αποκατάσταση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 8%, και με σκοπό την επιτυχή ολοκλήρωση της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, Ο τελευταίος προέβη στην αναπροσαρμογή της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας από 12 σε 3 €, ενώ μετά και την επιτυχή αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου και την κάλυψη του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που είχε θέσει η Τράπεζα της Ελλάδος, το Δ.Σ. του εναγόμενου, με την υπ' αριθμ. 540/29-2-2016 απόφασή του, καθόρισε τη συνολική τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από 35 σε 14 €, σύμφωνα με τα άρθρα 10 παρ. 4 α και 11 του καταστατικού του, με αποτέλεσμα να μειωθεί αντίστοιχα και το κεφάλαιο που επένδυσε ο ενάγων για την απόκτηση των προαναφερόμενων συνεταιριστικών μερίδων. Ακολούθως, το Δ.Σ. του εναγόμενου με την υπ' αριθμ. 620/17-8-2017 απόφασή του καθόρισε την πραγματική αξία και την τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας σε 14,30 € με ισχύ από τις 21-8-2017. Ο κίνδυνος αυτός, που αφορούσε την μείωση του επενδυμένου κεφαλαίου του ενάγοντος, ήταν ορατός όχι μόνο ύστερα από την κατάργηση του προγράμματος "..." και την εμφάνιση του προϊόντος "...", αλλά ακόμα και κατά τη σύναψη των αντίστοιχων συμβάσεων, ήδη από τα έτη 2012, 2013, στις οποίες ο εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα να ενταχθεί, χωρίς οποιαδήποτε ειδική πληροφόρηση, προκειμένου ο τελευταίος να αντιληφθεί και να κατανοήσει τους πραγματικούς κινδύνους που επρόκειτο να αναλάβει, λόγω της πιθανής απομείωσης της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, αλλά αντιθέτως, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ο εναγόμενος τόσο δια των υπαλλήλων του, όσο και με έντυπα φυλλάδια, αλλά και μέσω της ιστοσελίδας του, έδινε έμφαση στα πλεονεκτήματα των προωθούμενων επενδυτικών προγραμμάτων, επισημαίνοντας την ασφάλεια και την εγγυημένη απόδοση (ήτοι τους τόκους, που θα επέφερε το κεφάλαιο τους). Επιπλέον, ο προαναφερόμενος υπάλληλος παρέβλεψε το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν ιδιαίτερα συντηρητικός επενδυτής, ο οποίος επιθυμούσε τη σίγουρη και χωρίς οποιοδήποτε επιχειρηματικό κίνδυνο τοποθέτηση του κεφαλαίου του, όπως έπραττε και κατά τα παρελθόντα έτη, ενώ ουδόλως επιθυμούσε να καταστεί συνεταίρος της τράπεζας και συνυπόχρεος με αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.6, 7 του καταστατικού της, μέχρι την αξία των συνεταιριστικών μερίδων του. Κυρίως, όμως, ο ενάγων δεν επιθυμούσε τη δέσμευση του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου του και δη του συντριπτικού ποσοστού 90% αυτού, σε μερίδες, τις οποίες δεν μπορούσε να ρευστοποιήσει ελεύθερα, ώστε να επανεισπράξει το ποσό της κατάθεσής τους. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο εναγόμενος δια του προστηθέντος υπαλλήλου του, παραβίασε και τις συναλλακτικές του υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, αφού δεν κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, σύμφωνα με τα παραπάνω, η δε αμελής συμπεριφορά του υπαλλήλου του, ως προς την παροχή τραπεζικών συμβουλών και προϊόντων, συνιστά αδικοπραξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και των διατάξεων του ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών, η οποία συνδέεται με το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας του ενάγοντος που, κατά το χρόνο της συζήτησης ανερχόταν στη διαφορά μεταξύ της πραγματικής - τρέχουσας αξίας της κάθε συνεταιριστικής μερίδας κατά το χρόνο της αγοράς της (35 €) και της αξίας αυτής κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (14,30 €), δηλαδή σε 20,70 € (35 € - 14,30 €) για κάθε μερίδα που κατέχει. Και είναι μεν αληθές ότι ο ενάγων δεν επιθυμούσε την απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων, τις οποίες μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να ρευστοποιήσει και η αξία τους είναι αμφίβολη, πλην όμως σήμερα, εξακολουθεί να κατέχει τις παραπάνω μερίδες. Επομένως, αφού αφαιρεθεί η αξία των πέντε συνεταιριστικών μερίδων που ο ενάγων είχε αποκτήσει αρχικά κατά το έτος 2008 (741 - 5 = 736), η άμεση περιουσιακή ζημία που ο τελευταίος έχει υποστεί, ανέρχεται σε 25.760 € (736 μερίδες επί 35 €) μείον του ποσού των 10.524,80 € (736 μερίδες επί 14,30 €) που αποτελεί το κέρδος του, δηλαδή στο συνολικό ποσό των 15.235,20 €. Ενόψει των ανωτέρω, εσφαλμένως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και υπολόγισε το συνολικό ύψος της ζημίας του ενάγοντος στο ποσό των 25.935 € (741 μερίδες επί 35 € εκάστη), χωρίς να αφαιρέσει το συνολικό ποσό των 10.524,80 € που αποτελεί το κέρδος του τελευταίου, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την σχετική ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (άρθρα 297 και 300 ΑΚ) που προέβαλε ο εναγόμενος, η οποία έπρεπε να γίνει δεκτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Ακολούθως, εσφαλμένως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επιδίκασε το σύνολο του προαναφερόμενου ποσού των 25.935 € στον ενάγοντα, υπό τον όρο της ταυτόχρονης παράδοσης και μεταβίβασης στον εναγόμενο των 741 συνεταιριστικών μερίδων που ο ενάγων κατείχε, καθόσον η μεταβίβαση αυτή δεν είναι νόμιμη, δεδομένου ότι η διαδικασία μεταβίβασης - διαγραφής συνεταιριστικών μερίδων ρυθμίζεται αποκλειστικά από το νόμο 1667/1986 (άρθρα 2, 3 και 6) σε συνδυασμό με το καταστατικό του εναγόμενου. Συνεπώς, οι σχετικοί πρώτος και έκτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο εναγόμενος - εκκαλών παραπονείται τόσο για την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και για τον εσφαλμένο υπολογισμό της αποζημίωσης, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι....". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές , το εφετείο, ακολούθως δεχόμενο την από 23.9.2018 έφεση του αναιρεσείοντος εξαφάνισε την 38/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και έκανε εν μέρει δεκτή την από 21.7.2016 αγωγή του αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει το ποσό των δεκαεπτά χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και είκοσι λεπτών (17.235,20) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου κατά τη σύναψη των δύο επίμαχων συμβάσεων και την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτών στην πρόκληση της ζημίας που δέχθηκε ότι υπέστη ο τελευταίος και η οποία έγκειται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, στην ζημία που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από τη μη δυνατότητα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών του μεριδίων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερθεισών στην αρχή της παρούσας διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Η ασάφεια και ανεπάρκεια στην αιτιολογία της έγκειται στα εξής στοιχεία: Α) Δέχεται το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος με βάση την πρώτη με αριθμό .../21.4.2011 μικτή σύμβαση διαχείρισης κινητών αξιών που συνήψε με τον αναιρεσείοντα, σε εκτέλεση της οποίας απέκτησε 674 συνεταιριστικές μερίδες έναντι ποσού 26.212 ευρώ ,που κατέθεσε σε λογαριασμό του, με αποτέλεσμα να καταστεί συνεταίρος του, είχε δικαίωμα να ζητήσει από τον τελευταίο, μετά πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να του αποδώσει ολόκληρο το ποσό που του είχε καταβάλει για την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων στην τρέχουσα τιμή, (το οποίο αντιστοιχούσε σε 35 δηλαδή ευρώ από τη ρευστοποίηση κάθε μεριδίου του) (όπισθεν όψη 4ου φύλλου), ενώ συγχρόνως δέχεται παράλληλα ότι με τον όρο αυτό δεν παρείχετο εξασφάλιση του κεφαλαίου, αλλά αντίθετα προβλεπόταν ότι η ρευστοποίηση αυτών θα γίνει με την τρέχουσα αξία τους (κατά τη στιγμή της διαγραφής - ρευστοποίησης) (5ο φύλλο 1ος στίχος από την αρχή). Η ασάφεια επιτείνεται έτι περαιτέρω διότι η αναιρεσιβαλλόμενη δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος με αίτησή του αιτήθηκε τη διαγραφή των συνεταιριστικών μερίδων που είχε στην κατοχή του και ότι η μη αποδοχή της αίτησης από την εναγομένη οφείλετο σε νομοθετική μεταβολή επελθούσα μετά τη λύση της σύμβασης "..." την οποία, η αναιρεσείουσα γνώριζε νωρίτερα και δεν ενημέρωσε τον αναιρεσίβλητο για την επικείμενη επέλευση της, (6ο φύλλο 11ος στίχος από το τέλος), ενώ συγχρόνως δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη σε νέα σύμβαση με την αναιρεσείουσα η οποία ονομαζόταν "..." και η οποία αποτελούσε απλώς (μια) τραπεζική κατάθεση (όπισθεν όψη 6ου φύλλου), ενώ ταυτόχρονα με την σύναψη της ανωτέρω σύμβασης προέβη στην αγορά επιπλέον 67 εταιρικών μερίδων (8ο φύλλο 9ος στίχος από την αρχή). Η ασάφεια της ανωτέρω παραδοχής, εξάλλου, επιτείνεται και από το ότι, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη με τις παραδοχές της διαγιγνώσκει ότι το δικαίωμα του αναιρεσίβλητου έναντι της αναιρεσείουσας από τη σύμβαση "..." συνίστατο στην εγγυημένη απόδοση, ήτοι σε μερισματική απόδοση, έννοια που διαφέρει του ποσού που αυτός διέθεσε προς απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων, εντούτοις επιδικάζει ως αποζημίωση όχι την απολεσθείσα εγγυημένη απόδοση αλλά το κεφάλαιο που εκείνος διέθεσε για να αποκτήσει τις μερίδες του, χωρίς να προσδιορίζει και να τα ποσοτικοποιεί σε τι συνίστατο και πόσο υπολογιζόταν η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση των συνεταιριστικών μερίδων, ενώ επίσης, δέχεται ότι "εκεί ακριβώς συνίσταται η διαφορά ανάμεσα στα δύο προϊόντα, ήτοι στα προνόμια της "..." ως προς την άμεση ή μη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και ως προς την εγγύηση ελάχιστης απόδοσης (ήτοι τόκων ή μερισμάτων) και όχι ως προς την διακινδύνευση ή μη του κεφαλαίου" (6ο φύλλο β σελίδα 5ος στίχος από το τέλος). Β) Δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη μη προσήκουσα ενημέρωση του αναιρεσίβλητου τόσο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως "..." όσο και κατά τη λύση της και κατά την κατάρτιση της συμβάσεως "...", καθ' όσον αφορά τους πραγματικούς κινδύνους που επρόκειτο να αναλάβει λόγω της πιθανής απομείωσης της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, ενώ όλως αντιφατικά δέχεται ότι το πρόγραμμα "..." παρείχε "εξασφάλιση και πλεονεκτήματα" (8ο φύλλο 21ος στίχος). Δεν εκθέτει όμως το περιεχόμενο της εν λόγω καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, ώστε να γίνει κατανοητή η με βάση αυτή αναληφθείσα (κατά την προσβαλλόμενη) υποχρέωση απόδοσης ανά πάσα στιγμή του ποσού που είχε καταβάλει για την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, στην έλλειψη δυνατότητας υλοποίησης της οποίας στηρίζει την αρχική αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος. Δεν αίρεται δε η σχετική ανεπάρκεια με την παραπομπή της απόφασης (και) σε όρους της σύμβασης, ενώ αντίθετα επιτείνεται, διότι στην αγωγή του ο αναιρεσίβλητος επικαλείται μεν την ύπαρξη αυτής της δήθεν δυνατότητας, όχι όμως με βάση τη σύμβαση ,αλλά σύμφωνα με τις παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των προστηθέντων υπαλλήλων, στις οποίες προέβησαν, προκειμένου να τον πείσουν να την καταρτίσει. Γ) Δέχεται, ότι ο αναιρεσίβλητος, παραπλανηθείς από ασαφείς πληροφορίες και διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος, κατά τη λύση της επενδυτικής σύμβασης "...", κατήρτισε με αυτόν την δεύτερη νέα επενδυτική σύμβαση "ειδικού λογαριασμού κατάθεσης - ...", αποκτώντας άλλες 67 προαιρετικές μερίδες, στις 13-11-2013, χωρίς να του έχουν τεθεί υπόψιν του όλα τα νέα δεδομένα ώστε να είναι σε θέση αντιληφθεί ότι με την παραίτησή του από τη ... και τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα ... έχανε όλα τα πλεονεκτήματα της άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων καθώς και της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης αυτών, χωρίς όμως να εκθέτει το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, ώστε να καταστεί δυνατή η κατανόηση της επελθούσας (κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης) ζημίας του αναιρεσίβλητου, συνισταμένης στο ότι "με την παραίτησή του από τη "..." και τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα "..." έχανε όλα τα πλεονεκτήματα της άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων καθώς και της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης αυτών. Επομένως η υποχρέωση του εναγομένου για πληροφόρηση του ενάγοντος συνίσταται στην απώλεια των ως άνω πλεονεκτημάτων" (8ο φύλλο 20ος στίχος). Υφίσταται συνεπώς από την ανεπαρκή αυτή αιτιολόγηση ασάφεια ως προς το λόγο που, ενώ κατά τις παραδοχές της απόφασης εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος, με βάση την νεότερη σύμβαση να αναλάβει τις συνεταιριστικές μερίδες, καθόσον η νεότερη σύμβαση ήταν καθαρά καταθετική, τελικά, αυτό δεν κατέστη δυνατό, αλλά αντιθέτως προέβη στην αγορά επιπλέον 67 συνεταιριστικών μερίδων. Δεν εκθέτει δε το περιεχόμενο της και σε σχέση με τις συνεταιριστικές μερίδες, ώστε αν υποτεθεί, ότι, εννοεί (η προβαλλόμενη απόφαση) αδυναμία ρευστοποίησης αυτών, με βάση την δεύτερη αυτή σύμβαση, να διαπιστωθεί η αιτία της και να καταστεί δυνατή η σύνδεσή της με την αποδιδόμενη από το Εφετείο αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και κατά την κατάρτιση αυτής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δεκτού γενομένου του δεύτερου λόγου, υπό στοιχεία 2, 3 και 4, της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενόμενων δεκτών, οι οποίοι πλήττουν το κύρος όλης της απόφασης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα αυτού (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 147/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ