Αριθμός 602/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Κ. και 2) Ά. Π. του Γ., κατοίκων Θεσπρωτικού Ζηρού Πρεβέζης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αθανασόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Γ. του Κ., 2) Κ. Γ. του Δ., κατοίκων Θεσπρωτικού Ζηρού Πρεβέζης, 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος, 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρόνη και το 4ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2015 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρεβέζης και συνεκδικάστηκε με την από 26-10-2015 αγωγή των ήδη 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 10-3-2016 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 4ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 558 του ΚΠολΔ (όμοιο ως προς την έφεση το άρθρο 517 ΚΠολΔ), η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι διάδικοι είναι εκείνοι οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτή και ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά εκείνου του διαδίκου, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της απόφασης, δηλαδή κατά εκείνου έναντι του οποίου ηττήθηκε, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτού ως διαδίκου στον πρώτο βαθμό (Ολ.ΑΠ 11/1992, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 666/2016, ΑΠ 807/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η διάταξη αυτή αναφέρεται πρωτίστως στον αναιρεσίβλητο ο οποίος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αναιρέσεως. Αν όμως οι προτεινόμενες ενστάσεις λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του υλικού της αναιρετικής δίκης, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει, παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων (ΑΠ 1488/2022, ΑΠ 178/2022, ΑΠ 512/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 577 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (παρ.1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι κατά πρώτον ο Άρειος Πάγος εξετάζει τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως μεταξύ των οποίων και την παθητική νομιμοποίηση (ΚΠολΔ 558) και αν λείπει κάποια απ` αυτές απορρίπτει την αίτηση και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη(ΑΠ 506/2021). Στην ερευνώμενη υπόθεση, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή, κατ` άρθρο 561 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης άσκησαν: Α] ο ήδη πρώτος αναιρεσείων Γ. Π., κατά του πρώτου εναγομένου Δ. Γ. και της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη Α.Ε.Γ.Α." - ήδη πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, την, από 30-1-2015 (αριθμ. καταθ. 12/2015), αγωγή, με την οποία ζητούσε να του καταβάλουν οι ανωτέρω, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος που από υπαιτιότητά του προκάλεσε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας ΡΖΕ … Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, Β] οι ήδη πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Δ. Γ. και Κ. Γ., κατά των αναιρεσειόντων Ά. Π. και Γ. Π., καθώς και κατά του τέταρτου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ. με την επωνυμία " Επικουρικό Κεφάλαιο" την, από 26-10-2015 (αριθμ. καταθ. 216/2015), αγωγή, με την οποία ζητούσαν να τους καταβάλουν οι ανωτέρω, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά, εξαιτίας του ίδιου αυτοκινητικού ατυχήματος που από υπαιτιότητά του προκάλεσε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Ά. Π. οδηγός του, ανασφάλιστου για τις προς τρίτους ζημίες, με αριθμ. κυκλοφορίας ΑΜ 51297 γεωργικού ελκυστήρα, ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσείοντος Γ. Π. και Γ] το ήδη τέταρτο των αναιρεσιβλήτων ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", κατά των αναιρεσειόντων Γ. Π. και Ά. Π. την, από 10-3-2016 (αριθμ. καταθ. 17/2016), παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ζητούσε όπως σε περίπτωση που υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της ως άνω υπό στοιχείο Β' αγωγής οποιοδήποτε ποσό, να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες Γ. Π. και Ά. Π., να του το καταβάλουν, καθόσον ο οδηγός του ανασφάλιστου, με αριθμ. κυκλοφορίας ΑΜ 51297 γεωργικού ελκυστήρα, στερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμ. 17/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, με την οποία, κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα, απορρίφθηκε η πρώτη, από 30-1-2015, αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσειόντος, έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η δεύτερη, από 26-10-2015, αγωγή, καθώς και ως βάσιμη κατ' ουσίαν η τρίτη παρεμπίπτουσα, από 10-3-2016, αγωγή του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των παρεμπιπτόντως εναγομένων - ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν στο τελευταίο, το ποσό που υποχρεώθηκε αυτό να καταβάλει στους ενάγοντες της ως άνω αγωγής. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν, την, από 9-3-2018 (αριθμ. καταθ. 27/2018) έφεσή τους, κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης. Επί της ως άνω εφέσεως [και της συνεκδικασθείσας, από 6-8-2018, εφέσεως του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", κατά των ήδη αναιρεσειόντων και του πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, η οποία δεν ενδιαφέρει την παρούσα δίκη] εκδόθηκε, κατ` αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη με αριθμ. 68/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, που δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση των εκκαλούντων - ήδη αναιρεσειόντων και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητούν, με την υπό κρίση, από 14-5-2021 (αριθμ. καταθ. 1/2021), αίτηση οι αναιρεσείοντες. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", ο οποίος προβλήθηκε με τις προτάσεις του, που κατέθεσε στις 31-10-2022, περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτό, καθόσον τελεί σε σχέση ομοδικίας με τους ήδη αναιρεσείοντες, πρέπει, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι προτείνεται απαραδέκτως με τις προτάσεις του, οι οποίες δεν είχαν κατατεθεί προ είκοσι ημερών από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος, ερευνώμενος και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, καθόσον η υπό κρίση αναίρεση απευθύνεται παραδεκτά και κατά του τέταρτου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., το οποίο ήταν αντίδικος των αναιρεσειόντων (τέταρτο των εφεσιβλήτων) στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι δε αναιρεσείοντες έχουν έννομο συμφέρον στην άσκηση της αναίρεσης και ως προς αυτό, το οποίο άσκησε εναντίον τους την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή, κατά τα προαναφερόμενα. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 60/2022, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 263/2022). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ` εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΚΟΚ, ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. Κατά δε το άρθρο 26 παρ. 4 του ΚΟΚ, η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση. Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ` εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα ... Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιονδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν. Για να χαρακτηρισθεί ένας δρόμος ως αυτοκινητόδρομος, ή ως οδός ταχείας κυκλοφορίας ή ως οδός ανήκουσα στο πρωτεύον εθνικό δίκτυο απαιτείται πλέον των ουσιαστικών χαρακτηριστικών τους, που αναφέρονται στον Ν. 2696/1999 (άρθρ. 2), με τα οποία η ... δεν έχει σχέση, για να χαρακτηρισθεί ένας δρόμος ως τέτοιος δρόμος και απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΑΠ 658/2021, ΑΠ 85/2019). Έτσι, σύμφωνα με τη σχετική εξαίρεση της περ. α' της παρ. 4 του άρθρου 26 του ΚΟΚ, σε χωρίς σήμανση οδικό κόμβο Εθνικής οδού με άλλη οδό, η προτεραιότητα ανήκει στον επί της Εθνικής οδού κινούμενο. Εξάλλου, ο ν. 3155/1955 (Α` 63) ορίζει: Στο άρθρο 1 ότι: "Αι οδοί της χώρας διακρίνονται εις: α) Εθνικάς, β) Επαρχιακάς και γ) Δημοτικάς ή Κοινοτικάς". Στο άρθρο 2 ότι: "1. Εθνικαί οδοί είναι: α) αι κύριαι οδικαί αρτηρίαι αι ενούσαι τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα μεταξύ των και μετά των μεγαλυτέρων λιμένων ή αερολιμένων ή σιδηροδρομικών σταθμών, β) αι κυριώτεραι οδοί αι συνδέουσαι την χώραν μετά των ομόρων Επικρατειών, γ) αι οδοί αι εξυπηρετούσαι τόπους εξαιρετικού τουριστικού ενδιαφέροντος, δ) αι εξυπηρετούσαι την άμυναν της χώρας. 2. Αι εθνικαί οδοί καθορισθήσονται διά Β.Δ/τος εφ` άπαξ εκδοθησομένου, προτάσει του Υπουργού Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων". Στο άρθρο 3 ότι: "1. Επαρχιακαί οδοί είναι άπασαι αι οδοί της χώρας, όσαι δεν είναι Εθνικαί, ουδέ Δημοτικαί ή Κοινοτικαί. 2. Αι επαρχιακαί οδοί καθορισθήσονται διά Β.Δ/τος εφ` άπαξ δι` έκαστον Νομόν εκδοθησομένου, προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων, μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων". Στο άρθρο 4 ότι: "Δημοτικαί και Κοινοτικαί οδοί είναι αι εξυπηρετούσαι τας πάσης φύσεως ανάγκας ενός Δήμου ή μιας Κοινότητας εντός των διοικητικών ορίων αυτού". Το π.δ/γμα 347/1993 (Α`/154), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 2 εδάφιο β` του ν. 3155/1955 και 27 του ν. 2081/1992, ορίζει στο άρθρο 1 ότι: "1. Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που συνδέει: α) τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα μεταξύ τους και β) τη χώρα με άλλες επικράτειες απευθείας ή με παρέμβαση πορθμείων. 2. Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που συνδέει Βασικούς Εθνικούς Οδικούς άξονες μεταξύ τους ή με μεγάλα αστικά κέντρα, λιμάνια, αεροδρόμια ή με τόπους εξαιρετικού τουριστικού ενδιαφέροντος ή είναι οδικοί άξονες για τους οποίους έχει γίνει παραλλαγή με Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο. 3. Τριτεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχει αντικατασταθεί με νέες χαράξεις Εθνικού Οδικού Δικτύου ή εξυπηρετεί μετακινήσεις σε περιοχές με αρχαιολογικό, τουριστικό, ιστορικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον. 4. Πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Επαρχιακού Οδικού Δικτύου που συνδέει αστικά κέντρα με το Εθνικό Οδικό Δίκτυο, καθώς και περιοχές με αρχαιολογικό, τουριστικό, ιστορικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον. 5. Δευτερεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Επαρχιακού Οδικού Δικτύου που συνδέει Δήμους ή Κοινότητες εκτός της Πρωτεύουσας του Νομού μεταξύ τους. Η κατάταξη του Εθνικού Οδικού Δικτύου σε Βασικό, Δευτερεύον και Τριτεύον Δίκτυο γίνεται σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια και με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η κατάταξη του Επαρχιακού Οδικού Δικτύου σε Πρωτεύον και Δευτερεύον γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και εισήγηση του Γενικού Γραμματέα περιφέρειας μετά από πρόταση των κατά τόπους αρμοδίων Νομαρχών και σύμφωνη γνώμη του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης". Σε εκτέλεση των παραπάνω διατάξεων εκδόθηκε η υπ` αριθμ. ΔΜΕΟ/ε/Ο/266/1995 (ΦΕΚ Β, 293/ 17-4-1995) απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων "Ανακατάταξη Επαρχιακού Οδικού Δικτύου των Νομών της Χώρας'', με την οποία αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, η έγκριση της κατάταξης των Επαρχιακών Οδών του Νομού Πρεβέζης [αριθμ. 35.1] σε Πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο, ειδικότερα δε, με την αμέσως παραπάνω απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., αποφασίστηκε η κατάταξη του επαρχιακού δρόμου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, με αριθμό 10 ''Στεφάνη-Θεσπρωτικό προς Δερβίζιανα'' στο Πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο του νομού[αριθμ. 35.5] (ΑΠ 85/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ (αντίστοιχο προς το άρθρο 559 αριθμ. 1), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ... δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017). Η Υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου, η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 93/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004).Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση(Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 59/2020). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020). Έτι περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση, δηλ. να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού πλήρη και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει και ειδικότερα ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή, ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει ή, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (Ολ.ΑΠ 4/2022, Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 1038/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης, με την προσβαλλόμενη, με αριθμ. 68/2020, απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανέλεγκτα, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ` αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ... ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο I αγωγής και πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο II αγωγής, (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) στις 20 Αυγούστου 2014 και περί ώρα 18:30, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΡΖΕ - 9025 Ι.Χ.Ε. επιβατικό αυτοκίνητο το οποίο ανήκει κατά πλήρη νομή και κυριότητα και κατά ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% τόσο στον ίδιο όσο και στον δεύτερο ενάγοντα της υπό στοιχείο II αγωγής (πατέρα του) (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη της υπό στοιχείο I αγωγής ασφαλιστική εταιρία, (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) κινείτο επί της Περιφερειακής Οδού Θεσπρωτικού, έχοντας κατεύθυνση από το Θεσπρωτικό προς Τύρια-Στεφάνη. Η Περιφερειακή οδός Θεσπρωτικού, αποτελεί τμήμα της 10ης Επαρχιακής Οδού Στεφάνης - Θεσπρωτικού - Άσσου - όρια Νομού προς Δερβίζιανα, η οποία ανήκει στο Πρωτεύον Επαρχιακό Δίκτυο του Νομού Πρέβεζας (ΦΕΚ Β' αρ. 293/17-04-1995). Η ταχύτητα με την οποία κινείτο ήταν μικρή και δεν ξεπερνούσε τα 40 χιλιόμετρα/ώρα, η πορεία του κανονική στο μέσον του δεξιού ρεύματος πορείας του και φορούσε ζώνη ασφαλείας. Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κυκλοφορίας, ασφαλτοστρωμένη, έχει πλάτος μαζί με το έρεισμα 10 μέτρα και με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο ΙΙ αγωγής, (ήδη δεύτερος ανιρεσείων) στερούμενος άδειας ικανότητας οδηγού, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ΑΜ 51297 γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) ανασφάλιστο όχημα, ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντα της υπό στοιχείο I αγωγής και δεύτερου εναγομένου της υπό στοιχείο II αγωγής (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) και προστηθείς στην οδήγησή του από αυτόν, κινείτο επί της ασφαλτοστρωμένης ανώνυμης δημοτικής οδού διπλής κυκλοφορίας που άγει προς τη 10η Επαρχιακή Οδό του Θεσπρωτικού (Περιφερειακή), είναι κάθετη σε αυτήν, συμβάλλεται με αυτήν από τη δεξιά πλευρά της σε σχέση με την κίνηση του πρώτου εναγομένου της υπό στοιχείο I αγωγής και πρώτου ενάγοντος της υπό στοιχείο II αγωγής και έχει πλάτος 6 μέτρα στο σημείο που συμβάλλεται με την Επαρχιακή Οδό. Η οδός αυτή βρίσκεται 1,5 μέτρο χαμηλότερα σε σχέση με την Επαρχιακή Οδό και στο σημείο συμβολής τους παρουσιάζει ανωφέρεια. Στη συμβολή των ως άνω οδών, που είναι αμφότερες διπλής κατεύθυνσης και ασφαλτοστρωμένες, δεν υπήρχε σήμανση που να ρυθμίζει την κίνηση των οχημάτων. Όταν ο οδηγός του οχήματος ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου της υπό στοιχείο II αγωγής έφθασε στην παραπάνω συμβολή, δεν αντιλήφθηκε από αριστερά του το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο I αγωγής και πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο II αγωγής και επιχείρησε να διέλθει ανέλεγκτα και χωρίς να ανακόψει την πορεία του γεωργικού ελκυστήρα που οδηγούσε. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του ως άνω οχήματος του στο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου των εναγόντων της υπό στοιχείο II αγωγής. Συγκεκριμένα, εμβόλισε με τα αντίβαρα του γεωργικού ελκυστήρα που οδηγούσε, τη δεξιά πόρτα του συνοδηγού και το δεξιό φτερό του αυτοκινήτου των εναγόντων της υπό στοιχείο II αγωγής. Το ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης περιστράφηκε γύρω από τον άξονά του με μέτωπο προς την αντίθετη κατεύθυνση από την οποία κινείτο στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας. Αντίθετα ο γεωργικός ελκυστήρας από τη σύγκρουση μετατοπίστηκε δεξιά και κοντά από το σημείο σύγκρουσης σε χωμάτινο έρεισμα στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας προς Τύρια-Στεφάνη. Από τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα τυγχάνει ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο ΙΙ αγωγής. Και τούτο διότι από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία υποχρεούταν και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες κατά την οδήγηση του πιο πάνω γεωργικού ελκυστήρα, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος που οδηγούσε, δεν είχε τις αναγκαίες γνώσεις και επιδεξιότητα, για να οδηγεί το ανωτέρω όχημα, ενόψει του ότι δεν είχε την κατά νόμο και κατά περίπτωση απαιτούμενη άδεια οδήγησης. Περαιτέρω, παρότι προτίθετο να εισέλθει στην παραπάνω διπλής κατεύθυνσης Επαρχιακή Οδό Θεσπρωτικού, δεν ανέκοψε την πορεία του για να ελέγξει την κίνηση επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να εισέλθει στην οδό χωρίς κίνδυνο για τους άλλους, όπως είχε υποχρέωση, με αποτέλεσμα εξαιτίας των παραλείψεων αυτών (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 21 παρ. 1, 2 και 26 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.), να συγκρουσθεί με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο των εναγόντων της υπό στοιχείο II αγωγής. Ενώ εάν ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα είχε ανακόψει την πορεία του και είχε ελέγξει την κίνηση επί της Επαρχιακής Οδού στην οποία θα εισήρχετο, θα αντιλαμβανόταν οπωσδήποτε το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο I αγωγής και πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο II αγωγής και θα παραχωρούσε προτεραιότητα όπως όφειλε...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων. Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης το δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό του με αριθμ. κυκλοφορίας ΑΜ 51297 γεωργικού ελκυστήρα-δεύτερο αναιρεσείοντα Άγγελο Παπακώστα, ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσείοντος Γ. Π., με την αιτιολογία ότι ο οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας ΡΖΕ 9025 ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου-πρώτος αναιρεσίβλητος Δ. Γ., κινείτο επί της Περιφερειακής οδού Θεσπρωτικού, έχοντας κατεύθυνση από το Θεσπρωτικό προς Τύρια-Στεφάνη και ότι η Περιφερειακή αυτή οδός Θεσπρωτικού, αποτελεί τμήμα της 10ης Επαρχιακής Οδού Στεφάνης-Θεσπρωτικού-Άσσου-όρια Νομού Πρεβέζης προς Δερβίζιανα, η οποία ανήκει στο Πρωτεύον Επαρχιακό Δίκτυο του Νομού Πρεβέζης (ΦΕΚ Β' αριθμ. 293/17-4-1995) και, ως εκ τούτου, είχε προτεραιότητα διέλευσης έναντι του κινούμενου επί της ανώνυμης δημοτικής οδού που οδηγεί προς την 10η Επαρχιακή Οδό του Θεσπρωτικού (Περιφερειακή), κάθετη σε αυτήν με την οποία συμβάλλεται από τη δεξιά πλευρά της σε σχέση με την κίνηση του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι '' ... το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η οδός επί της οποίας κινείτο ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων οδηγός του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου εντάσσεται στο Πρωτεύον Επαρχιακό Δίκτυο του Νομού Πρεβέζης και ως εκ τούτου αυτός είχε προτεραιότητα διέλευσης έναντι του εκ δεξιών κινουμένου οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα, σύμφωνα με την εξαίρεση που εισάγει το άρθρο 26 παρ. 5α' του ΚΟΚ, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 4 και 5 του ΚΟΚ [ν. 2696/1999] και την με αριθμ. ΔΜΕΟ/ε/Ο/266/1995/17-4-1995 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 293/ 17-4-1995, τις οποίες και δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αφού το τμήμα της Περιφερειακής Οδού Θεσπρωτικού-Τύριας, όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα δεν έχει καμία προτεραιότητα με ειδική σήμανση ως δήθεν τμήμα της 10ης Επαρχιακής Οδού Στεφάνης-Θεσπρωτικού-Άσσου''. Από το προαναφερόμενο όμως περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αναφορικά με το χαρακτήρα της οδού στην οποία κινείτο το με αριθμ. κυκλοφορίας ΡΖΕ 9025 ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο ως Πρωτεύον Επαρχιακό Δίκτυο και την προτεραιότητα διέλευσης στη διασταύρωση της οδού αυτής με την ανώνυμη δημοτική οδό στην οποία κινείτο ο πιο πάνω γεωργικός ελκυστήρας, ότι το Εφετείο, αιτιολογεί με σαφήνεια και επάρκεια την παραδοχή ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ΡΖΕ 9025 ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, κινείτο σε οδό που εντάσσεται στο Πρωτεύον Επαρχιακό Δίκτυο του Νομού Πρεβέζης και ότι κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στη διασταύρωση της εν λόγω οδού με την παραπάνω ανώνυμη δημοτική οδό, που συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, όπου η προτεραιότητα δεν ορίζεται με κατάλληλη σήμανση, δεν ίσχυε ο κανόνας της εκ δεξιών προτεραιότητας, που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 26 του Κ.Ο.Κ. αλλά η εξαίρεση της περίπτωσης α' της ίδιας παραγράφου, αφού αναφέρει ότι η Περιφερειακή Οδός Θεσπρωτικού-Τύριας, στην οποία δέχθηκε ανελέγκτως ότι κινείτο αυτός, εντάσσεται, σύμφωνα με την αναφερόμενη υπουργική απόφαση, στο Πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο του Νομού Πρεβέζης ως τμήμα της 10ης Επαρχιακής Οδού Στεφάνης-Θεσπρωτικού-Άσσου. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το Εφετείο αναφορικά με το χαρακτήρα της οδού, στην οποία κινείτο το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο αυτοκίνητο, ως εντασσόμενης στο Πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο, ο εν λόγω οδηγός είχε πράγματι προτεραιότητα διέλευσης έναντι του εκ δεξιών κινουμένου οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα, σύμφωνα με την εξαίρεση που εισάγει το άρθρο 26 παρ. 5α' του Κ.Ο.Κ., όπως δέχτηκε το Εφετείο και συνεπώς δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 4 και 5 του Κ.Ο.Κ. και της υπουργικής απόφασης ΔΜΕΟ/ε/Ο/266/1995/17-4-1995. Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας, όπως παραπάνω, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του αυτοκινήτου και την κατάφαση αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα, αφού πέραν των όσων, δέχτηκε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης αναφορικά με την προτεραιότητα διέλευσης στον ισόπεδο κόμβο όπου συνέβη το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, όπου η προτεραιότητα δεν ορίζεται με κατάλληλη σήμανση, βάσει των οποίων ο οδηγός του ως άνω ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου είχε προτεραιότητα διέλευσης από τον ισόπεδο κόμβο, δέχτηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων ότι ο εν λόγω οδηγός οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας ΡΖΕ 9025 ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, κινούμενος επί της Περιφερειακής οδού Θεσπρωτικού, με κατεύθυνση από το Θεσπρωτικό προς Τύρια-Στεφάνη, με μικρή ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 40 χλμ/ώρα, περιγράφει τις συνθήκες της οδού και τις συνθήκες κυκλοφορίας επ' αυτής, ενώ ακόμη αναφέρει όλα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η υπαιτιότητα του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς αυτού με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αναφέροντας ότι ο οδηγός αυτός οδηγούσε τον με αριθμ. κυκλοφορίας ΑΜ … γεωργικό ελκυστήρα χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και στερούμενος άδειας οδήγησης, όταν έφτασε στη διασταύρωση της ως άνω ανώνυμης δημοτικής οδού επί της οποίας κινείτο με την Περιφερειακή οδό Θεσπρωτικού -Τύριας, δεν ανέκοψε την κίνησή του, όπως όφειλε, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της Περιφερειακής οδού, αλλά συνέχισε, χωρίς να ανακόψει, την πορεία του και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της ως άνω οδού και εισήλθε σε αυτήν, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί της πορείας του κανονικώς κινουμένου στο ρεύμα αυτό (προς Τύρια-Στεφάνη) της Περιφερειακής Οδού, ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου και να εμβολίσει, με τα αντίβαρα του γεωργικού ελκυστήρα τη δεξιά πόρτα του συνοδηγού και το δεξιό φτερό του αυτοκινήτου. Οι παραπάνω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές σχετικά με την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα (αιφνίδια παρεμβολή αυτού, από δεξιά, στο ρεύμα πορείας προς Τύρια-Στεφάνη της Περιφερειακής Οδού, όπου κινείτο το ως άνω αυτοκίνητο κανονικά με μικρή ταχύτητα) στηρίζουν, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα στην πρόκληση του αυτοκινητικού ατυχήματος και συνεπώς οι ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, σχετικά με την υπαιτιότητα αυτού αβασίμως προβάλλονται. Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω από το άρθρο 560 αριθμ. 6 λόγος, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι επαρκείς οι αιτιολογίες της, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας (αμέλειας) του προκαλέσαντος το ένδικο ατύχημα οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι, κατά τα παραπάνω. Το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου .... Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 575/2018, ΑΠ 120/2017, ΑΠ 608/2015, ΑΠ 91/2015), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων(ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 255/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ. β` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη: α] το από 20-8-2014 σχεδιάγραμμα του Αστυνόμου Β' Π. Σ., β] την από 20-8-2014 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του ως άνω Αστυνόμου και γ] την 1974/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως νομολογία, η οποία εκδόθηκε για αυτοκινητικό ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα στον ίδιο ισόπεδο οδικό κόμβο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αφορούν έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1543/2017), ούτε αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, η επίκληση νομολογίας δικαστηρίου επί συναφούς προς το υπό κρίση ζητήματος, που προσκομίστηκε προς υποστήριξη των νομικών επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων [ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 525/2021]. Ας σημειωθεί ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις θα μπορούσαν να στηρίξουν την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, η οποία όμως δεν ιδρύεται στην παρούσα δίκη, που αφορά αναίρεση απόφασης Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο (άρθρο 560 του ΚΠολΔ)(ΑΠ 208/2020). Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 14-5-2021 (αριθμ. καταθ. 1/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 68/2020 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους τρεις πρώτους εξ αυτών και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για το τέταρτο αναιρεσίβλητο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Απριλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ