Αριθμός 465/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καρδουλάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4759/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Κ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ασημάκη Φατούρο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 742/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφορά όλες τις δικαστικές αποφάσεις, ακόμη και τις παρεμπίπτουσες ή προπαρασκευαστικές και εκείνες των οποίων η έκδοση αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή, όπως είναι και η παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4759/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο η κατηγορουμένη εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως στο πρόσωπο του δικηγόρου υπεράσπισης της, διότι ο τελευταίος δικάζει στο Γ' Τριμελές Κακουργημάτων. Ακολούθως ο πρόεδρος του δικαστηρίου διέκοψε τη συζήτηση της υπόθεσης για 45 λεπτά της ώρας για να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της προκειμένου να έλθει στο δικαστήριο. Όταν έφθασε η καθορισμένη ώρα και ο πρόεδρος διέταξε την επανάληψη της διακοπείσας συζητήσεως εμφανίσθηκε η κατηγορουμένη η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο την από 15-5-2012 βεβαίωση του δικηγόρου της, Αναστάσιου Μάνου, η οποία αναγνώσθηκε και με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να διακόψει το δικαστήριο τη συζήτηση της υπόθεσης για την ημέρα που θα διέκοπτε, και η κατηγορουμένη αποχώρησε από την αίθουσα του Δικαστηρίου. Ακολούθως το δικαστήριο, αφού ο εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος για διακοπή της συζητήσεως και την πρόοδο της δίκης, εξέδωσε την παρακάτω παρεμπίπτουσα απόφαση με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από το άρθρο 501 ΚΠΔ όπως ισχύει συνάγεται ότι : Εάν ο εκκαλών ή ο συνήγορος του που τον εκπροσωπεί με πλημμελήματα ζητήσει αναβολή της υπόθεσης ή διακοπή της δίκης για άλλη μέρα και τούτο γίνει πριν την ανάπτυξη της έφεσης από τον εισαγγελέα και το αίτημα αυτό απορριφθεί και στη συνέχεια οι ανωτέρω εκκαλών ή συνήγορος του που τον εκπροσωπεί αναχωρήσει (βλ. αρθρ. 344.7 επ. ΚΠΔ) ο εκκαλών θεωρείται παρών και η υπόθεση ερευνάται στην ουσία της και η έφεση δεν απορρίπτεται σαν ανυποστήρικτη (βλ. Ολ.ΑΠ. 3, 8/2006 ΠΧ ΝΣΤ 635, ΑΠ 1247/2005 ΠΧ ΝΣΤ 224). Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα ενεφανίσθη περί ώρα 11 και προσκόμισε την από 15-5-2012 βεβαίωση και ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα της πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι αφενός μεν είχε ολοκληρωθεί η εκδίκαση όλων των υποθέσεων του εκθέματος και δεν υπήρχε λόγος διακοπής γι' άλλη ημέρα εκτός του ότι τα μέλη της σύνθεσης του Δικαστηρίου ήταν απασχολημένα σ' άλλες δίκες και ήταν αδύνατη η διακοπή της συγκεκριμένης υποθέσεως για άλλη ημέρα και αφετέρου υπήρχε κίνδυνος παραγραφής ενόψει του ότι ο χρόνος τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται είναι Ιούνιος του 2004." Η αιτιολογία όμως αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, καθόσον το δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την κατάθεση της κατηγορουμένης και τη βεβαίωση που προσκόμισε απέρριψε το αίτημα της διακοπής της συζητήσεως της υπόθεσης Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος στην ουσία. Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4759/2012 απόφαση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση: "Η ως άνω κατηγορουμένη στην Αθήνα κατά το μήνα Ιούνιο 2004 με πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και έκανε χρήση του εγγράφου. Ειδικότερα, άνωθεν της υπογραφής και της σφραγίδας του εγκαλούντος Σ. Κ. ανέγραψε σε λευκό χαρτί, που της είχε παραδώσει για να γράψει την εντολή προς εκτέλεση, απόδειξη 5000 ευρώ ότι παρέδωσε σε αυτόν 5000 ευρώ στις 28-8-2003 για το Χ. Λ. για την υπόθεση Α. και προσκόμισε την απόδειξη αυτή στο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθηνών, για να αποσείσει την κατηγορία που της είχε αποδώσει ο Χ. Λ. για υπεξαίρεση των 5000 ευρώ που πήρε από την οφειλέτιδα του Α. και δεν του τα έδωσε". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα για την πράξη της πλαστογραφίας κατάρτιση πλαστού εγγράφου με χρήση αυτού και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παράγραφος 1 ΠΚ, την οποία σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Το σκεπτικό ταυτίζεται με το διατακτικό, πλην, όμως, περιέχει τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, ώστε να καθίσταται περιττή οποιαδήποτε διαφοροποίηση του ως προς την διατύπωση. Ειδικότερα, αναφέρει πως και γιατί περιήλθε στα χέρια της κατηγορουμένης το χαρτί, το οποίο ήταν λευκό κατά περιεχόμενο, αλλά έφερε την υπογραφή και τη σφραγίδα του εγκαλούντος, τον τρόπο με τον οποίο πλαστογράφησε το περιεχόμενο αυτού η κατηγορουμένη, τη χρήση αυτού από την ίδια. Επίσης, προκύπτει σαφώς ο δόλος της κατηγορουμένης, καθώς και ο σκοπός αυτής, δηλαδή με τη χρήση αυτού να παραπλανηθεί ο Σύλλογος των Δικαστικών Επιμελητών, ενώ, περαιτέρω, εξειδικεύεται και η περαιτέρω χρήση του εγγράφου και συγκεκριμένα η προσκομιδή του από την κατηγορουμένη στο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών, προκειμένου να αποσείσει την κατηγορία, που της είχε αποδώσει ο Χ.Λ. για την σε βάρος του υπεξαίρεση των 5000 ευρώ, που εισέπραξε από την οφειλέτιδα του τελευταίου και δεν του τα απέδωσε. Μετά από αυτά, ο περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. όπως και η αναίρεση στο σύνολο της, να καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παράγραφος 1) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-6-2012 αίτηση της Κ. Κ. του Θ. κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4759/16-5-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ