Αριθμός 890/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νταφούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Γ. - Π. του Γ., κατοίκου ..., ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Ε. - Σ. χήρας Γ. Π., το γένος Π. Γ.η , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Παπασπυρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Παπαγερμανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2014 αγωγή και την από 18/12/2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - αγωγή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3741/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4633/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/10/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 7.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 4633/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία συνεκδίκασε την από 19.10.2018 έφεση του Χ. Γ.-Π., (ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων) εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικής ενάγουσας Ε.- Σ. χήρας Γ. Π. και την από 18.12.2018 προσεπίκληση με την σ'αυτή ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της εφεσίβλητης τράπεζας (ήδη αναιρεσείουσας) κατά του Γ. Π., μοναδικού κληρονόμου του Ε. Π., ως δικονομικού της εγγυητή (ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων), απέρριψε την προσεπίκληση με την ενωμένη σ'αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή ως απαράδεκτη, καθόσον ασκηθείσα το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, έκανε δεκτή την έφεση του πρώτου των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε τη με αριθμό 3741/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκκαλουμένη), διακράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της από 7.5.2014 αγωγής της Ε. χήρας Γ. Π. κατά της Εμπορικής Τράπεζας (διάδοχος της οποίας με συγχώνευση δι' απορροφήσεως είναι η αναιρεσείουσα) από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, και έκανε την αγωγή δεκτή εν όλω ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Η αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή καθόσον ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε, με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα, ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσεως (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα με τον όρο " απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις " επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 927/2019, ΑΠ357/2018). Έτσι με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008) των προσθέτων λόγων έφεσης, αντέφεσης , των ανακοπών (αρθ. 583 επ., 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Αντίθετα, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά σε αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1346/2022).Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα τράπεζα, επικαλούμενη την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, με τον πρώτο λόγο αναίρεσής της, και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ότι με τη προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 224, 526 και 106 του ΚΠολΔ, διότι δεν διαπίστωσε αν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση ως αληθινά, είχαν περιληφθεί ή όχι στην αγωγή και ως μη περιληφθέντα οδήγησαν σε απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, και έτσι παρέλειψε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, όπως είχε υποχρέωση, το παραδεκτό και νόμω βάσιμο της αγωγής. Ο λόγος αυτός, είτε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για θεμελίωση του διατακτικού της προσβαλλομένης σε ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν, είτε από τον αριθμό 14 του άνω άρθρου, είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, κι αυτό διότι για τη θεμελίωσή του δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα εκτός της ιστορικής βάσης της αγωγής πραγματικά περιστατικά που κρίθηκαν από το Εφετείο ως αποδειχθέντα, κατά το μέρος δε, που πλήττεται η προσβαλλομένη διότι δεν ενετόπισε την άνω πλημμέλεια της πρωτοδίκου αποφάσεως, ο λόγος είναι αλυσιτελής μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την εκδίκαση κατ' ουσίαν της διαφοράς. Τούτο δε, παρεκτός και πέραν του ότι, η μεταβολή της βάσης της αγωγής, που ισοδυναμεί με μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, εμπίπτει στην απαγόρευση που πηγάζει από την αρχή τήρησης της προδικασίας του άρθρου 111 ΚΠολΔ, και αφορά σε όλα τα πρωτοβάθμια εισαγωγικά δικόγραφα, καθώς και σε αυτό της έφεσης, υπό τις εξαιρέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, δεν ενεργείται μέσω παραδοχών δικαστικής απόφασης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συνίστανται δηλαδή οι λόγοι έφεσης σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό, προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα. Τούτο δε διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος ( ΑΠ 1620/2018, ΑΠ 1701/2009, ΑΠ 1462/2008, ΑΠ 14.../2005). Με τον αυτό λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφού δεν απέρριψε άπαντες τους λόγους έφεσης (τέσσερις) ως αλυσιτελείς, καθόσον δεν οδηγούσαν σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης, δεδομένου ότι με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εκκαλών παραπονέθηκε για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 713 επ., 411 επ. του ΑΚ και αυτές του ν.5638/1932, και ν.δ. της 17.7/13.8.1923, με τον δεύτερο λόγο έφεσης για "εκ πλαγίου παράβαση" των ως άνω διατάξεων, με τον τρίτο λόγο έφεσης για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των άρθρων 830,806,827, και 288 του ΑΚ και με τον τέταρτο λόγο έφεσης με τον οποίο παραπονέθηκε για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διότι δεν παρέθεσε ειδικώς, τις αιτίες, για τις οποίες, η εκτίμηση των αποδείξεων ήταν εσφαλμένη. Στη προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως του αλυσιτελούς ή μη των τριών πρώτων λόγων έφεσης, και δεδομένου του ότι για τη θεμελίωση, του περί κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων τετάρτου λόγου έφεσης, δεν ήταν απαραίτητος ο προσδιορισμός των σχετικών σφαλμάτων, αρκούσης της απλής επίκλησης στο εν λόγω εφετήριο της εξ αιτίας αυτής συναγωγής εσφαλμένου δικαστικού πορίσματος, ο τέταρτος λόγος έφεσης που προβλήθηκε από τον ενάγοντα-εκκαλούντα, παραπονούμενο για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του, οδήγησε λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και εντός των λόγων αυτής καθοριζομένων ορίων, σε οίκοθεν έρευνα του παραδεκτού, νόμω και ουσία βασίμου της αγωγής και εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης. Συνεπώς, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ` αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρ. 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρ. 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του. Εξάλλου, ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που έγινε μόνον προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε η καταβολή σε άλλο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται από αυτήν όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 3 του ν. δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία ως ειδική υπερισχύει και των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "Η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην διά της επ` αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία". Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο απ` αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της. Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας ή δεν έχει ενημερωθεί αναφορικά με καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων που έγιναν χωρίς αυτό να έχει προσκομιστεί κατά τη σχετική τραπεζική συναλλαγή, - θα ενημερωθεί όμως από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή αμέσως μόλις προσκομιστεί-, εξομοιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρ. 448 παρ. 2 του ίδιου κώδικα πλήρη απόδειξη, με δυνατότητα πάντως ανταπόδειξης, για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφονται σ` αυτό, είτε με χειρόγραφη είτε μηχανική καταχώριση. Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη, που προκύπτει από το παραπάνω βιβλιάριο και σημειώνει σ` αυτό με μηχανική καταχώρηση τη σχετική ανάληψη (εξόφληση), έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε προηγουμένως σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, διατηρείται άθικτη η εναντίον της Τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα, ότι η Τράπεζα, η οποία ως κυρία των χρημάτων, που είχαν κατατεθεί σ` αυτή και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του τρίτου, έχει κατ` αυτού ισόποση αξίωση αποζημίωσης. Συνακόλουθα, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά πάντοτε αθέτηση σύμβασης από μέρους της Τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή γίνεται σε βάρος της Τράπεζας από τον τρίτο και όχι από την Τράπεζα σε βάρος του καταθέτη. Η ευθύνη της Τράπεζας για δόλο ή βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία της με τον καταθέτη και αυτή ευθύνεται για το πταίσμα των υπαλλήλων της, αφού και κατά το άρθρ. 332 § 1 ΑΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 334 του ίδιου Κώδικα, είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. Βαριά αμέλεια από την πλευρά της τράπεζας κατά την απόδοση κατάθεσης σε μη δικαιούχο υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού ή, αναλόγως, της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην Τράπεζα και δεν φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη. Αντιθέτως, δεν υπάρχει βαριά αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου, όταν αυτός δεν επέδειξε κατά το σχετικό έλεγχο εξιδιασμένη επιμέλεια(ΑΠ 72/2022, ΑΠ 1432/2019, ΑΠ 2118/2014, ΑΠ 759/2014, ΑΠ 1891/2013). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα. Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο (ΟλΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ λόγους (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1816/2008 ΑΠ 1792/2007 ΑΠ 381/2006). Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξάρτητα από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει η αοριστία του δικογράφου να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 254/2016). Επομένως για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 394/2021, AΠ 1002/2017, ΑΠ 1244/2015, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 1162/2004). Ειδικότερα, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 KΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008). Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση των εκατέρωθεν αποδείξεων που προσήχθησαν και προσκομίσθηκαν, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής πραγματικά περιστατικά : " Η αρχικώς ενάγουσα Ε.-Σ. Γ., χήρα Γ. Π., αποβιώσασα στις 4.7.2016 είχε από το έτος 1976 συστήσει με τον ήδη αποβιώσαντα στις 27.8.2012 υιό της Ε. Π. του Γ. την ... εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" με έδρα τη ... (οδός ... αρ. ...) και σκοπό το εμπόριο υποδημάτων, δερματίνων ειδών, διαχειριστές της οποίας είχαν ορισθεί αμφότεροι οι εταίροι, που συμμετείχαν στα κέρδη και στις ζημίες, κατά 50% ο καθένας. Για την εξυπηρέτηση της προαναφερόμενης εμπορικής δραστηριότητας οι ως άνω εταίροι είχαν προβεί στο άνοιγμα περισσοτέρων τραπεζικών λογαριασμών, στο ευρισκόμενο πλησίον της έδρας της επιχείρησής τους υποκατάστημα "..." της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, στη θέση της οποίας υπεισήλθε από τις 28.6.2013, λόγω συγχώνευσης, με απορρόφηση, η εναγόμενη τράπεζα (ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ). Στις 15.6.2007 ο Ε. Π. προσήλθε στο προαναφερόμενο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και προσκομίζοντας τις αστυνομικές ταυτότητες της μητέρας του και της αδελφής της μητέρας του ..., άνοιξε στο όνομά τους τον με αριθμό ... κοινό προθεσμιακό λογαριασμό, ορίζοντας ως πρώτη δικαιούχο την μητέρα του και δεύτερη δικαιούχο την ως άνω αδελφή αυτής, και τη θεία του. Κατά την ίδια δε, ημέρα, κατέθεσε στον ανωτέρω λογαριασμό το ποσό των 200.000 ευρώ, και στις 2.1.2008 το ποσό των 130.000 ευρώ, παραδίδοντας μάλιστα στη μητέρα του τις εκδοθείσες από την τράπεζα σχετικές αποδείξεις κατάθεσης. Ακολούθως, ο Ε. Π. ανέλαβε με τρείς αναλήψεις ολόκληρο το ως άνω ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης κλείνοντας οριστικά στις 4.11.2008 τον κοινό αυτό λογαριασμό. Ειδικότερα, στις 26.3.2008, ανέλαβε το ποσό των 17.664,57 ευρώ, το οποίο αυθημερόν, κατέθεσε....... Ήτοι με τις ανωτέρω αναλήψεις και μεταφορές των επιμέρους ποσών από τον επίμαχο κοινό λογαριασμό, το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης της αρχικώς ενάγουσας, κατέληξε στον .... Οι άνω τρείς (3) αναλήψεις από τον ..., υιό της αρχικώς ενάγουσας, πραγματοποιήθηκαν εν αγνοία και παρά τη θέληση της μητέρας του , η οποία ουδέποτε είχε χορηγήσει εντολή ή πληρεξουσιότητα σ' αυτόν ή σε οποιονδήποτε τρίτο να προβεί σε αυτές τις αναλήψεις. Ειδικότερα, η αρχικώς ενάγουσα, μετά το θάνατο του ..., στις 27.8.2012 και ενώ είχε ήδη αποβιώσει και η συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού αδελφή της, Χ. Γ., προσήλθε τον Σεπτέμβριο του έτους 2012, στο κατάστημα "..." της Εμπορικής Τράπεζας, με τον έτερο υιό της Χ. Γ.- Π., προκειμένου να ορίσει αυτόν συνδικαιούχο του επίμαχου κοινού λογαριασμού. Οι υπάλληλοι του εν λόγω καταστήματος την ενημέρωσαν, ότι ο κοινός αυτός λογαριασμός είχε κλείσει οριστικά από τις 4.11.2008, με πρόωρη ανάληψη της προθεσμιακής κατάθεσης, με τις προαναφερόμενες αναλήψεις, που πραγματοποιήθηκαν από τον υιό της ..., στον οποίο όμως η ενάγουσα δεν είχε χορηγήσει έγγραφη εξουσιοδότηση ή συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Η εναγομένη δεν αμφισβητεί ότι οι ανωτέρω αναλήψεις πραγματοποιήθηκαν από τον ..., μη δικαιούχο του κοινού λογαριασμού, χωρίς αυτός να προσκομίσει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή ειδικό πληρεξούσιο, ισχυρίζεται όμως, ότι αυτός ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της ενάγουσας μητέρας του, η οποία, στο πλαίσιο άσκησης της εμπορικής της δραστηριότητας, διατηρούσε επί σειρά ετών συνεργασία με την Εμπορική Τράπεζα, στην οποία τηρούσε, όχι μόνον εταιρικούς, αλλά και προσωπικούς λογαριασμούς (ατομικούς ή κοινούς με συγγενικά της πρόσωπα), τους οποίους, κατά τη συνήθη πρακτική, διαχειριζόταν ο υιός της Ε., χωρίς ποτέ να προκύψει πρόβλημα. Όμως, οι υπάλληλοι της Τράπεζας προβαίνοντας στις ανωτέρω τραπεζικές συναλλαγές προς τον ... από τον επίμαχο κοινό λογαριασμό, χωρίς έγγραφη εξουσιοδότηση με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής από αρμόδια αρχή ή συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, από τη δικαιούχο του λογαριασμού, μητέρα του, δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αλλά αντιθέτως, επέδειξαν βαρειά αμέλεια, αποκλίνουσα σημαντικά και ασυνήθιστα, από τη συμπεριφορά που θα επεδείκνυε ένας μέτρια συνετός άνθρωπος, υπό ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, ενώ δεν προσκομίστηκε αυτοπροσώπως από την ως άνω δικαιούχο του κοινού λογαριασμού έγγραφη εξουσιοδότηση με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή ή συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, προς τον ..., για την πρόωρη ανάληψη προθεσμιακής κατάθεσης, εξαιρετικά μεγάλων χρηματικών ποσών από τον ως άνω κοινό προθεσμιακό λογαριασμό και τη μεταφορά τους ακολούθως σε άλλους λογαριασμούς, μάλιστα δε, σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα από την κατάθεση των χρηματικών ποσών σ'αυτόν (2.1.2008 τελευταία κατάθεση, 26.3.2008 πρώτη ανάληψη), αλλά προσήλθε τρίτο πρόσωπο, στο οποίο δεν είχε καν παραδοθεί από την αρχικώς ενάγουσα δικαιούχο του κοινού λογαριασμού έγγραφη εξουσιοδότηση ή ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, προέβησαν στις συγκεκριμένες τραπεζικές συναλλαγές ανάληψης και μεταφοράς χρηματικών ποσών, παρά τον κίνδυνο που κατανοούσαν, αλλά και αντιλαμβάνονταν ότι υπήρχε από την έλλειψη αυτή.... Συνιστά δε, σε κάθε περίπτωση, βαρειά αμέλεια η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων πιστωτικού ιδρύματος, που συνέταξαν τα σχετικά εντάλματα πληρωμής για τα αναληφθέντα ποσά, εφόσον αυτοί δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα, που διέθεταν, διαπίστωση της έλλειψης οιασδήποτε έγγραφης εξουσιοδότησης ή πληρεξουσιότητας, επιδεικνύοντας, έτσι αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της πελάτισσάς τους. Εξ άλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο Ε. Π. ενεργούσε ως διαχειριστής των ατομικών λογαριασμών της μητέρας του ή ότι η εναγομένη Τράπεζα προχωρούσε σε τραπεζικές συναλλαγές προς τον ... από ατομικό λογαριασμό της μητέρας του, χωρίς την προσκομιδή έγγραφης εξουσιοδότησης με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της ή πληρεξουσίου, αφού κανένα τέτοιο έγγραφο (κυρίως ένταλμα πληρωμής) δεν προσκομίστηκε. Με βάση τα αποδειχθέντα περιστατικά, η εναγομένη υποχρεούται, συμβατικώς, να αποδώσει στον ενάγοντα, ως καθολικό εκ διαθήκης κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας μητέρας του, το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης, ύψους 345.260,49 ευρώ, για το οποίο η εναγομένη από βαρειά αμέλειά της εξέδωσε τα προαναφερόμενα εντάλματα πληρωμής, σε μη δικαιούμενο πρόσωπο. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η αρχικώς ενάγουσα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και ιδίως, με βάση τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει, εάν η εναγομένη δεν είχε επιδείξει αντισυμβατική συμπεριφορά, θα λάμβανε συνολικά από τη προθεσμιακή της κατάθεση το ποσό των 91.361 ευρώ για τόκους. Ειδικότερα, η αρχικώς ενάγουσα από την τοποθέτηση του ως άνω ποσού σε προθεσμιακή κατάθεση, τρίμηνης διάρκειας με αυτόματη ανανέωση και κεφαλαιοποίηση των τόκων για το χρονικό διάστημα από την ανάληψη κάθε επιμέρους ποσού, μέχρι τις 30.4.2014, ημερομηνία λήξεως του τελευταίου μήνα της προθεσμιακής κατάθεσης πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αγωγής στις 9.5.2014, θα ελάμβανε τόκους σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον μέσο ετήσιο επιτόκιο, αφαιρουμένου του εκάστοτε ισχύοντος φόρου επί των τόκων τα εξής ποσά..... Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το ποσό που απώλεσε η αρχικώς ενάγουσα, λόγω της πρόωρης ανάληψης της προθεσμιακής κατάθεσης ανέχεται συνολικά στο ποσό των 91.361 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό όσα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσής του πρέπει να γίνουν δεκτά ως βάσιμα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και αφού ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως καθολικό εκ διαθήκης διάδοχο της αρχικώς ενάγουσας, το συνολικό ποσό των (345.260,49 + 91.361=) 436.621,49 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής". Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί από το Εφετείο, ως μη νόμιμη, διότι δεν εξετέθησαν σ' αυτή τα παρακάτω αναγκαία για τη νομική βασιμότητά της στοιχεία: α) ποία ακριβώς ημερομηνία συνήφθη μεταξύ αυτής και της αρχικώς ενάγουσας η επίμαχη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, β) ποία βάση επέλεξε η αρχικώς ενάγουσα για την θεμελίωση της αγωγής της, γ) ποία συγκεκριμένα ψευδή πραγματικά περιστατικά επικαλέστηκε στους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης τράπεζας ο υιός της αρχικώς ενάγουσας Ε. Π. και τους έπεισε ότι πράγματι ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της μητέρας του και ποίοι ήσαν, ονομαστικά, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης που υπέγραψαν τα σχετικά εντάλματα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο παραπάνω, κατ'ορθή εκτίμησή του περί αοριστίας ισχυρισμός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ούτε εξ άλλου από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προέκυψε η προβολή του ισχυρισμού , σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι αφενός μεν, η παράλειψη των παραπάνω πραγματικών ισχυρισμών δεν καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο, ως μη όντων αναγκαίων για την πληρότητα της ιστορικής βάσης αγωγής από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης με τραπεζικό ίδρυμα και την εντεύθεν συμβατική ευθύνη των προστηθέντων υπαλλήλων της που επέδειξαν βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αλλά στοιχείων που προκύπτουν από τις αποδείξεις, αφετέρου δε, ενόψει των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των θεμελιούντων αυτή πραγματικών περιστατικών, όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλομένου αιτήματος (ΑΠ 493/2010), ώστε στη τελευταία αυτή περίπτωση δεν συντρέχει περίπτωση αοριστίας του αγωγικού δικογράφου. Περαιτέρω, και κατά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν περιλαμβάνονταν στην αγωγή, αλλά προστέθηκαν στη προσβαλλομένη ως παραδοχές που προέκυψαν από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (αποδείξεις) και συγκεκριμένα, ότι όχι η αρχική ενάγουσα αλλά ο υιός της Ε. ήταν αυτός που προσκομίζοντας τις αστυνομικές ταυτότητες της μητέρας του και της θείας του προέβη στο άνοιγμα του εν λόγω προθεσμιακού λογαριασμού και ότι το ποσό του λογαριασμού προερχόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τίμημα που αναλογούσε στην αρχικώς ενάγουσα και τους δύο υιούς της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον οι άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης , τόσο περί του τρόπου ανοίγματος του εν λόγω προθεσμιακού λογαριασμού όσο και περί της προέλευσης του χρηματικού ποσού του λογαριασμού , δεν αφορούσαν σε στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής, καθόσον ο κοινός καταθετικός λογαριασμός εγκύρως καταρτίζεται από τρίτο πρόσωπο άνευ της παρουσίας του δικαιούχων αυτού (ΑΠ 1128/2017), η υπόψη δε παραδοχή, ως προς το ζήτημα της εγκύρου καταρτίσεως κοινού λογαριασμού (...), και της κυριότητος του κατατεθέντος χρηματικού ποσού, ζητήματα που προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεν αφορούσε σε ουσιώδη ισχυρισμό που δεν διελήφθη στο αγωγικό δικόγραφο, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίσιμο και ερευνητέο, ήταν το ζήτημα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης στα πλαίσια σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης . Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλείται αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης, καθόσον δέχθηκε ότι (α) ενώ η αρχικώς ενάγουσα γνώριζε από τις 4.11.2008, που έκλεισε ο υπόψη κοινός προθεσμιακός καταθετικός λογαριασμός στην εναγομένη τράπεζα, ότι ο υιός της Ε., είχε πραγματοποιήσει την πρόωρη ανάληψη και το εντεύθεν κλείσιμο της προθεσμιακής κατάθεσης, παρόλα αυτά άσκησε την εν λόγω αγωγή, (β) ενώ οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης γνώριζαν κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και κατά τις τρείς διαδοχικές τμηματικές αναλήψεις του χρηματικού ποσού, που περιλαμβανόταν σ'αυτόν, ότι ο Ε. Π. ενεργούσε πάντα κατ' εντολή της μητέρας του, εν τούτοις απέδωσε αμέλεια στους προστηθέντες της εναγομένης και (γ) παρόλο που η αρχικώς ενάγουσα πληροφορήθηκε το γεγονός της ανάληψης του επίμαχου χρηματικού ποσού από τον υιό της Ε. δεν στράφηκε κατ' αυτού, αλλά περιορίστηκε μόνο στην άσκηση αγωγής κατά της εναγομένης τράπεζας. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης ,όπως ανωτέρω διατυπώθηκαν, το Εφετείο ως το δικαστήριο ουσίας δεν δέχθηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα γνώριζε περί των προώρων αναλήψεων, ούτε ότι αυτές έγιναν κατ' εντολή της προς τον υιό της Ε., ούτε γνώριζε περί του κλεισίματος του κοινού προθεσμιακού λογαριασμού στις 4.11.2008, αλλά ότι το πρώτον έλαβε γνώση περί αυτού τον μήνα Σεπτέμβριο 2012, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του θανάτου του υιού της Ε., κατά του οποίου προδήλως, ως θανόντος, δεν ήταν νοητό να στραφεί δικαστικώς. Συνεπώς, ο λόγος αυτός, παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι αναφέρεται σε παραδοχές αντίθετες προς τις επικαλούμενες, οι οποίες προέκυψαν από τις αποδείξεις, ώστε η αιτίαση έλλειψης νόμιμης βάσης ή ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλομένης να πλήττει μέσω των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας την ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των παραδοχών και αιτιολογιών του, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων που προεκτέθηκαν. Κατά το άρθρο 517 ΚΠολΔ ή έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων τους, επί δε αναγκαστικής ομοδικίας πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δικαιούνται να προσεπικαλέσουν στη δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας. Η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο και έχει τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής (άρθρο 89 του ίδιου Κώδικα). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών και το συνδυασμό τους προς εκείνη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αν εναγόμενος προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνον κατά του οποίου, σε περίπτωση ήττας του, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση, ενώσει δε με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημίωσης, ο δε προσεπικληθείς δεν παρέμβει νομίμως στη δίκη, αλλά εμφανιστεί απλώς ως προσεπικαλούμενος και εναγόμενος, δεν δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ αυτών. Συνεπώς, δεν απαιτείται, για το παραδεκτό της έφεσης που ασκεί ο ενάγων κατά των απορριπτικών διατάξεων της πρωτόδικης απόφασης επί της αγωγής του, να απευθύνεται και κατά του προσεπικληθέντος από τον εναγόμενο δικονομικού εγγυητή (ΑΠ 485/2010). Προκειμένου να μεταβιβασθεί η υπόθεση στο εφετείο και κατά το μέρος που αφορά στη προσεπίκληση και την με αυτή ενωθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει να ασκήσει επικουρική έφεση και ο ηττημένος προσεπικαλέσας- παρεμπιπτόντως ενάγων της αγωγής αυτής ζητώντας την επανεξέτασή της σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του κυρίως ενάγοντος. Συνεπώς, και δεδομένου ότι στη προκειμένη περίπτωση ο προσεπικληθείς-παρεμπιπτόντως εναγόμενος (ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων) δεν παρενέβη στη πρωτοβάθμια δίκη αλλά απέκρουσε την προσεπίκληση με την ενωμένη σ'αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή και ακολούθως δεν άσκησε επικουρική έφεση, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλομένη κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, ισχυριζόμενη, ότι μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατ' αποδοχή λόγου έφεσης του καθολικού διαδόχου της ενάγουσας, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έπρεπε αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει και την ασκηθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 8.12.2015 προσεπίκληση με ενωμένη σ'αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή της εναγομένης τράπεζας κατά του Γ. Π. (ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων) που δεν ερευνήθηκε στην ουσία της, μετά την απόρριψη κατ' ουσίαν της κύριας αγωγής, είναι αβάσιμος. Σημειώνεται, ότι η προσβαλλομένη δεν πλήττεται ως προς τη διάταξη αυτής με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ασκηθείσα στον δεύτερο βαθμό ενωμένη με την προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι, και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο, και να καταδικασθεί αυτή στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, λόγω της ήττας της (αρθ. 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7.10.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4633/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για έκαστο εξ αυτών στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ