Αριθμός 1572/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. χήρας Α. Χ., το γένος Δ. Ρ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Χ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ευαγγελάτο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 573/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 23-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 127/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτοδίκως εκδοθείσα υπ' αριθ. 573/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 15-7-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας, ενώ, με την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, είχε γίνει δεκτή η παραπάνω αγωγή της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, με την οποία είχε ζητήσει να υποχρεωθεί η εναγομένη (κόρη της) να της καταβάλει το ποσό των 33.197 ευρώ, λόγω ανάληψης εκ μέρους αυτής (εναγομένης), χωρίς την έγκρισή της, του συνόλου της κοινής τους τραπεζικής κατάθεσης ύψους 60.197 ευρώ, προερχόμενης αποκλειστικά από καταθέσεις χρημάτων της ενάγουσας και επιστροφής εκ μέρους της εναγομένης μόνο του ποσού των 27.000 ευρώ. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 Εισ.Ν.Α.Κ. και 19 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 493, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του, κατά τη σύναψή της, καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο, όταν της ζητηθεί. Η λειτουργία ωστόσο της σύμβασης αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από την βούληση του καταθέτη. Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι. Για την εγκυρότητα της κατάθεσης δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στην διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης (τράπεζα) για τον εαυτό του. Δημιουργείται, δηλαδή, ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από την διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α` του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση ανάληψης ολόκληρου του ποσού της χρηματικής κατάθεσης από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της κατάθεσης η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της κατάθεσης, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα. Εκείνος, όμως, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας κατάθεσης καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ` επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (Α.Π.1128/2017, Α.Π.529/2015). Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ` αυτόν. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής. Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων. Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη. (Α.Π.671/2022, Α.Π.902/2019, Α.Π.1128/2017). Επιπλέον, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ` στοιχ. α` Ν.Δ.118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων". Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση, και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δε χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ` αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο απ` αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (Α.Π.671/2022, Α.Π.1128/2017, Α.Π.1782/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ..., στις 10-2-1997, οι διάδικοι άνοιξαν στην τράπεζα ... τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό (v. 5638/1932), με πρώτη δικαιούχο την ενάγουσα (αναιρεσείουσα) και δεύτερη την εναγομένη (αναιρεσίβλητη). Ο ως άνω λογαριασμός ανοίχθηκε με σκοπό την αποταμίευση χρημάτων σ' αυτόν από αμφότερες τις διαδίκους, γι' αυτό γίνονταν καταθέσεις και από τις δύο. Οι καταθέσεις χρηματικών ποσών ξεκινούν από τον Μάιο του 2000 και εκτείνονται χρονικά μέχρι και τον Ιούνιο του 2007. Η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι ο εν λόγω λογαριασμός τροφοδοτούνταν μόνο από δικά της χρήματα, επικαλούμενη αφενός τα εισοδήματά της από τη μίσθωση ενός ακινήτου στην ... και τη σύνταξη που λάμβανε από το ΙΚΑ, μετά τον θάνατο του συζύγου της, αφετέρου επιμέρους καταθέσεις, που αναφέρονται λεπτομερώς στην αγωγή και οι οποίες θα αναπτυχθούν κατωτέρω, σε συνδυασμό με το ότι η εναγομένη δεν δούλευε και δεν είχε δικά της εισοδήματα... Ωστόσο, η ενάγουσα, που φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτουν οι σταθερές πηγές εισοδήματός της, ήτοι τα επικαλούμενα μισθώματα και η σύνταξη, καθώς και το ύψος αυτών. Εξάλλου, οι άτακτες καταθέσεις διαφορετικών χρηματικών ποσών στον ένδικο λογαριασμό δείχνουν ότι στον τελευταίο δεν εισέρχονταν χρηματικά ποσά από μισθώματα ή σύνταξη. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας και του μάρτυρα της, ότι η εναγομένη δεν δούλευε και δεν είχε δικά της χρήματα ώστε να αποκλείεται η προέλευση των χρημάτων του λογαριασμού και από δικές της καταθέσεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα (εννοεί εναγομένη) και δη τον ενιαίο ατομικό λογαριασμό ασφάλισης της ΗΔΙΚΑ και τα αντίγραφα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των ετών 1999-2014, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα (εννοεί η εναγομένη) εργαζόταν από το έτος 1994 και τα ετήσια εισοδήματά της ήταν ιδιαίτερα υψηλά, ιδίως από το έτος 2001 και εντεύθεν. Με βάση τα προαναφερόμενα, οι καταθέσεις που έχουν γίνει στον ένδικο λογαριασμό μέχρι και το έτος 2004 (στις 31.12.2004 το υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των 3.928,01 ευρώ) δεν αποδεικνύεται ότι προήλθαν αποκλειστικά από την ενάγουσα. Ακολούθως, εντός του έτους 2005 γίνονται οι ακόλουθες καταθέσεις χρηματικών ποσών στον κοινό λογαριασμό, με τις οποίες, μαζί με άλλες τέσσερις καταθέσεις μικροποσών, διαμόρφωσαν το υπόλοιπο του λογαριασμού στο ποσό των 60.169,01 ευρώ: στις 18.4.2005, ποσό 8.000 ευρώ, στις 18.4.2005, ποσό 21.500 ευρώ, στις 20.9.2005, ποσό 4.000 ευρώ, στις 4.10.2005, ποσό 3.000 ευρώ, στις 24.10.2005, ποσό 3.000 ευρώ και στις 31.10.2005, ποσό 17.054,61 ευρώ. Από τα παραπάνω ποσά, η ενάγουσα αναφέρεται στην αγωγή της μόνο στα ποσά των 21.500 ευρώ, 4.000 ευρώ και 17.054,61 ευρώ, ενώ δεν κάνει καμία ειδικότερη αναφορά στα λοιπά ποσά (8.000 ευρώ, 3.000 ευρώ και 3.000 ευρώ), ούτε προσκομίζει και επικαλείται οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με αυτά, με αποτέλεσμα ως προς αυτά να μην αποδεικνύεται η κατάθεσή τους από την ενάγουσα. Ως προς τα λοιπά ποσά θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: αναφορικά με το ποσό των 4.000 ευρώ, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι αυτό προήλθε από τίμημα πώλησης του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, μάρκας .... Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η πώληση του εν λόγω αυτοκινήτου έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 2005... ενώ η κατάθεση του ποσού των 4.000 ευρώ έγινε στις 20.9.2005, δηλαδή σε προγενέστερο από την πώληση χρόνο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συναχθεί ότι το ως άνω ποσό συνδέεται με την πώληση του αυτοκινήτου αυτού. Ως προς το ποσό των 17.054,61 ευρώ, που κατατίθεται στον κοινό λογαριασμό στις 31.10.2005, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι αυτό προήλθε από τίμημα πώλησης ποσοστού κυριότητάς της 2/8 εξ αδιαιρέτου επί αγροτεμαχίου στη θέση ..., έκτασης 2.864,30 τ.μ. Και ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος, καθώς από το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Πατρών Ελένη Λαλαγιάννη για την προαναφερόμενη πώληση του ανωτέρω αγροτεμαχίου, προκύπτει ότι η αντικειμενική του αξία και η αναγραφείσα αξία πώλησης ήταν 4.717 ευρώ. Αν υποτεθεί ως αληθής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι τα 2/8 της αγοραίας αξίας του αγροτεμαχίου ανέρχονταν σε 17.054.61 ευρώ, τότε η αγοραία αξία ολόκληρου του ακινήτου πρέπει ν' ανήλθε στο ποσό των 68.218 ευρώ περίπου, αξία υπερβολικά μεγαλύτερη της αντικειμενικής του αξίας. Μολονότι η εναγομένη αμφισβήτησε την ως άνω αγοραία αξία του ακινήτου, ισχυριζόμενη ότι το ποσό των 17.054.61 ευρώ αφορούσε το συνολικό τίμημα της αγοραπωλησίας και επομένως μόνο τα 2/8 του ποσού αυτού (ήτοι 4.263,65 ευρώ) ανήκαν στην ενάγουσα, η τελευταία δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ενισχυτικό του δικού της ισχυρισμού και σε αντίκρουση των ισχυρισμών της εναγομένης. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορούν οδηγήσουν οι μάρτυρες που επικαλέσθηκε η ενάγουσα, καθώς ο μεν εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν ανέφερε οτιδήποτε συγκεκριμένο περί της αξίας του ακινήτου ...ενώ ο μάρτυράς της στην υπ' αριθ. 2395/2017 ένορκη βεβαίωσή της κατέθεσε αορίστως περί είσπραξης 17.000 ευρώ από την πώληση του χωραφιού, πλην όμως η κατάθεσή του δεν κρίνεται αξιόπιστη, καθώς αφενός αναφέρεται και σε ποσό 17.000 ευρώ, που η ενάγουσα είχε αποκτήσει από τη σύνταξη του συζύγου της (ισχυρισμός που δεν περιέχεται καν στην αγωγή), αφετέρου ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη ούτε δούλευε, ούτε είχε δικά της χρήματα, ισχυρισμός που, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε αβάσιμος. Τέλος, ως προς το ποσό των 21.500 ευρώ που κατατέθηκε στον κοινό λογαριασμό στις 18.4.2005, αυτό αποδείχθηκε ότι κατατέθηκε από την ενάγουσα και συγκεκριμένα προήλθε από προθεσμιακή κατάθεση, ποσού 22.231,22 ευρώ, που είχε ανοιχθεί επ' ονόματι αυτής και του συζύγου της, Α. Χ., την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την ίδια ημέρα (18.4.2005) και εν συνεχεία κατέθεσε στον ένδικο κοινό λογαριασμό. Ο δε ισχυρισμός της εναγομένης ότι επειδή η είσπραξη της προθεσμιακής κατάθεσης έγινε δύο ημέρες μετά τον θάνατο του Α. Χ., αυτή είχε καταστεί κληρονομιαία περιουσία και της ανήκε μόνο κατά ποσοστό 2/8, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς από το προσκομιζόμενο από 10.11.2004 αποδεικτικό κατάθεσης με προθεσμία της Αγροτικής Τράπεζας προκύπτει ότι στην ως άνω προθεσμιακή κοινή κατάθεση ίσχυε το άρθρο 2 του ν. 5638/1932 και μετά το θάνατο του συνδικαιούχου Α. Χ., η προθεσμιακή αυτή κατάθεση περιήλθε αυτοδικαίως στην επιζώσα ενάγουσα, έναντι της οποίας η εναγομένη, ως κληρονόμος του αποθανόντος πατρός της, δεν μπορεί να στραφεί, ούτε να αξιώσει οποιοδήποτε ποσό. Ανακεφαλαιώνοντας, σύμφωνα με τ' ανωτέρω αποδεικνύεται ότι μόνο η κατάθεση του ποσού των 21.500 ευρώ προήλθε από χρήματα αποκλειστικά της ενάγουσας. Αν στο ποσό αυτό προστεθεί και το μερίδιο της από την προαναφερόμενη αγοραπωλησία του ακινήτου, που ανέρχεται σε 4.263 ευρώ περίπου (2/8 Χ 17.054,61), προκύπτει ότι από το υπόλοιπο του λογαριασμού, που ανερχόταν στις 16.10.2007 σε 60.197 ευρώ, μόνο τα 25.763 ευρώ περίπου (21.500 + 4.263) ανήκαν στην ενάγουσα. Το τελευταίο ποσό σχεδόν συμπίπτει με το ποσό των 24.000 ευρώ, που ζήτησε η ενάγουσα με δύο διαφορετικές χειρόγραφες επιστολές που απέστειλε προς την εναγομένη και η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την πρώτη... Μάλιστα, από τις εν λόγω χειρόγραφες επιστολές της ενάγουσας, που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη, προκύπτει ότι η ανάληψη του συνόλου του κοινού λογαριασμού, που έλαβε χώρα στις 16.10.2007 από την εναγομένη, έγινε με την έγκριση της ενάγουσας... Επομένως, από τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω στοιχείων αποδεικνύεται ότι μόνο το ποσό των 25.763 ευρώ ανήκε στην ενάγουσα, ενώ το υπόλοιπο ποσό του κοινού λογαριασμού ανήκε στην εναγομένη, πλην ενός επιμέρους ποσού, που αφορούσε το μερίδιο του αδελφού της από την πώληση του προαναφερόμενου αγροτεμαχίου (17.054,61 ευρώ Χ 3/8 = 6.395,48 ευρώ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 9.1.2012 η εναγομένη επέστρεψε στον ένδικο κοινό λογαριασμό το ποσό των 30.000 ευρώ. Η κατάθεση αυτή έγινε ασφαλώς επειδή η εναγομένη γνώριζε ότι το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στις καταθέσεις της μητέρας και του αδελφού της και όχι όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη επειδή "γνώριζε λόγω της επαγγελματικής της ιδιότητας ότι μολονότι τα ποσά αυτά προέρχονταν από την ίδια προσωπικά και την εργασία της και μόνο ένα πολύ μικρό ποσό αυτών είχε κατατεθεί από την εφεσίβλητη, ότι εκ του νόμου το χρηματικό που υπήρχε στον κοινό λογαριασμό ανήκε εξ ημισείας και στις δυο" ... Θα συνιστούσε υπερβολική πρόνοια εκ μέρους της, μολονότι γνώριζε ότι τα χρήματα της μητέρας της ήταν λιγότερα, να δεχθεί να επιστρέψει πολύ περισσότερα στον κοινό λογαριασμό. Σε κάθε περίπτωση, με την ανωτέρω κατάθεση των 30.000 ευρώ, η εναγομένη κάλυψε το χρηματικό ποσό που είχε καταθέσει η ενάγουσα στον κοινό λογαριασμό και της ανήκε, με αποτέλεσμα η τελευταία να μην έχει πλέον καμία εξ αυτού απαίτηση κατά της εναγομένης." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή της αναρεσείουσας ως ουσιαστικά βάσιμη, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α' και β' του Ν 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13- 8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 489, 491 και 493 Α.Κ. και επίσης ορθά δεν εφάρμοσε τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 493 Α.Κ.(τεκμήριο - κατ' ίσα μέρη), η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε η επικληθείσα από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα εσωτερική μεταξύ των δύο συνδικαιούχων σχέση, με βάση την οποία αξίωνε ολόκληρο το ποσό του κοινού λογαριασμού, αλλά αντιθέτως, κατά τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, βάσει της, στηριζόμενης σε σχετική συμφωνία των διαδίκων, εσωτερικής σχέσεως, εκάστη συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού εδικαιούτο το ποσό που αυτή είχε καταθέσει και συνεπώς, εφόσον, όπως επίσης ανελέγκτως δέχθηκε, από το συνολικό ποσό των 60.197 ευρώ του κοινού τραπεζικού λογαριασμού των διαδίκων, μόνο το ποσό των 25.763 ευρώ ανήκε στην αναιρεσείουσα, ενώ το υπόλοιπο ποσό αυτού ανήκε στην εναγομένη, πλην ενός επιμέρους ποσού ύψους 6.395,48 ευρώ που αφορούσε το μερίδιο του αδελφού της από την πώληση του αναφερόμενου αγροτεμαχίου (17.054,61 ευρώ Χ 3/8), μετά την επιστροφή από την αναιρεσίβλητη σ' αυτή του ποσού των 30.000 ευρώ, ουδεμία απαίτηση έχει η αναιρεσείουσα κατά της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η απόρριψη της αγωγής της κατ' αυτής. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι ο ως άνω κοινός τραπεζικός λογαριασμός ανοίχθηκε με σκοπό την αποταμίευση χρημάτων σ' αυτόν από αμφότερες τις διαδίκους, γι' αυτό γίνονταν καταθέσεις και από τις δύο, β) ότι, από το συνολικό ποσό των 60.197 ευρώ αυτού (κοινού τους τραπεζικού λογαριασμού), αποδείχθηκε ότι μόνο η κατάθεση του ποσού των 21.500 ευρώ προήλθε από χρήματα αποκλειστικά της ενάγουσας, προσθέτοντας δε στο ποσό αυτό και το μερίδιό της από την αγοραπωλησία του αναφερόμενου αγροτεμαχίου, που ανέρχεται σε 4.263 ευρώ (2/8 Χ 17.054,61), προκύπτει ότι μόνο τα 25.763 ευρώ (21.500 + 4.263) ανήκαν στην ενάγουσα, ενώ το υπόλοιπο ποσό αυτού ανήκε στην εναγομένη, πλην ενός επιμέρους ποσού ύψους 6.395,48 ευρώ, που αφορούσε το μερίδιο του αδελφού της από την πώληση του αγροτεμαχίου (17.054,61 ευρώ Χ 3/8), γ) ότι το ποσό αυτό (των 25.763 ευρώ) σχεδόν συμπίπτει με το ποσό των 24.000 ευρώ, που ζήτησε η ενάγουσα με δύο διαφορετικές χειρόγραφες επιστολές που απέστειλε προς την εναγομένη και η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την πρώτη και δ) ότι αποδείχθηκε ότι στις 9.1.2012 η εναγομένη επέστρεψε στον ένδικο κοινό λογαριασμό το ποσό των 30.000 ευρώ καλύπτοντας το χρηματικό ποσό που είχε καταθέσει η ενάγουσα στον κοινό λογαριασμό και της ανήκε, με αποτέλεσμα η τελευταία να μην έχει πλέον καμία εξ αυτού απαίτηση κατά της εναγομένης. Επομένως, οι, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23/7/2021 αίτηση του Σ. Χ. για αναίρεση της υπ` αριθ.127/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ