Αριθμός 1722/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Αμερικανικής Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΙΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ (AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY) που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα στο ... . Εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα, ο οποίος δήλωσε ότι η εταιρεία αυτή πλέον μετέχει ως μοναδική μέτοχος στην συσταθείσα εκ μετατροπής ασφαλιστική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "METLIFE ALICO AΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΕΤLIFE ALICO AEAZ". Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουτσουράκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1019/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5650/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-12-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 24-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5650/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 15-12-2010 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, και εξαφάνισε την εκκαλούμενη 1019/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτή είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 1-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου περί καταβολής συμφωνηθέντος ασφαλίσματος. Στη συνέχεια με την εφετειακή απόφαση η αγωγή έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, νομιμοτόκως, το συμφωνημένο ασφάλισμα των 100.000 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 31 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2496/1997: "Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο η ανάγκη νοσηλείας" (παρ. 1). "Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή για την τυχόν ύπαρξη άλλης ασφάλισης κατά ατυχημάτων. Παράβαση της υποχρεώσεως αυτής δίνει δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός αφότου έλαβε γνώση της ασφάλισης" (παρ. 2). "Μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στις συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, είτε στα τυχόν κατ' αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών. Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου" (παρ. 3). Περαιτέρω, στο άρθρο 15 του ίδιου νόμου, που είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Ασφάλιση Ζημιών" και στο οποίο η πιο πάνω διάταξη παραπέμπει, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος οφείλουν να γνωστοποιήσουν χωρίς καθυστέρηση σε κάθε ασφαλιστή την ασφάλιση και το ασφαλιστικό ποσό. 2. Οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημιάς. 3. Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρο, μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους. Επιτρέπεται να συμφωνηθεί ότι, σε περίπτωση μη γνωστοποίησης της ύπαρξης άλλων ασφαλίσεων κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, θα περιορίζεται το ασφάλισμα στο μέτρο που δεν καλύπτεται από προηγούμενη ασφάλιση. Σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος παραλείψουν τη γνωστοποίηση με δόλο, εφαρμόζονται οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν η ασφάλιση ατυχημάτων διαμορφώνεται με τη βούληση των μερών ως ασφάλιση ποσού, τότε η εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης παραβίαση της υποχρέωσής του να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, κατά τη σύναψη της σύμβασης, την τυχόν ύπαρξη και άλλης ασφάλισης κατά ατυχημάτων, είτε σε δόλο είτε σε αμέλεια οφείλεται, μόνη κύρωση έχει το δικαίωμα του ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε ένα μήνα αφότου έμαθε γι' αυτή. Αντιθέτως, δεν έχει ως κύρωση, σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε προτού ο ασφαλιστής μάθει για την παραβίαση και εφ' όσον αυτή οφείλεται σε δόλο του λήπτη, την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος, διότι η διάταξη του άρθρου 3 παρ.6 εδαφ. β του ν. 2496/1997, που την προβλέπει, δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή. Τούτο, εκτός από την ως άνω διατύπωση της παραγράφου 2 εδαφ. β του άρθρου 31 του ίδιου νόμου, που κάνει λόγο μόνο για δικαίωμα καταγγελίας, προκύπτει και από την αιτιολογική του έκθεση, στην οποία αναφέρεται: "Με το άρθρο αυτό εισάγεται ελάχιστη νομοθετική ρύθμιση κυρίως για να αποκλειστεί και εδώ η περίπτωση απώλειας της κάλυψης όταν γίνουν ψευδείς δηλώσεις. Οι κυρώσεις περιορίζονται μόνο (κατά τα διεθνή πρότυπα) στο δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης που χορηγείται στον ασφαλιστή, για τις περιπτώσεις αυτές". Αλλά και εξ αντιδιαστολής προς την παράγραφο 3 εδαφ. β του άρθρου 31 του ίδιου νόμου, η οποία, όταν η ασφάλιση ατυχημάτων διαμορφώνεται ως ασφάλιση ζημιών, παραπέμπει στο άρθρο 15 του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την πολλαπλή ασφάλιση για την κατηγορία αυτή ασφαλίσεων, και δια της παραγράφου 3 εδαφ. γ αυτού στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, χορηγώντας έτσι στον ασφαλιστή, κατ' αντίθεση προς ό, τι ισχύει στις ασφαλίσεις ποσού, εκτός από το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, και εκείνο της απαλλαγής του από την καταβολή του ασφαλίσματος, αν ο λήπτης της είχε, κατά τη σύναψή της, με δόλο, αποκρύψει την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε προτού ο ασφαλιστής μάθει γι' αυτές. Η διαφορετική αυτή από το νόμο ρύθμιση του ίδιου ζητήματος της πολλαπλής ασφάλισης ατυχημάτων ανάλογα με το είδος αυτής ως ασφάλισης ποσού ή ασφάλισης κατά ζημιών και η ενίσχυση της νομικής θέσης του ασφαλιστή στις ασφαλίσεις της δεύτερης κατηγορίας δικαιολογείται από το ότι αυτές έχουν χαρακτήρα καθαρά αποζημιωτικό και διέπονται από τις αρχές της συγκεκριμένης ασφαλιστικής κάλυψης και της απαγόρευσης του πλουτισμού του ασφαλισμένου, ενώ εκείνες οικοδομούνται επί της αρχής της αφηρημένης ασφαλιστικής κάλυψης, στην οποία η απαγόρευση του πλουτισμού δεν έχει εφαρμογή. Επομένως, αν η ασφάλιση κατά ατυχήματος έχει συμφωνηθεί ως ασφάλιση ποσού και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε, είναι νόμω αβάσιμη η, προς απόκρουση της αγωγής του ασφαλισμένου, που επιδιώκει να εισπράξει το ασφάλισμα, προβαλλόμενη, εκ του άρθρου 3 παρ.6 εδαφ. β του ν. 2496/1997, ένσταση του ασφαλιστή περί απαλλαγής του από την υποχρέωση του αυτή για το λόγο ότι, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, εκείνος του είχε, με δόλο, αποκρύψει την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων κατά του-ίδιου ατυχήματος, διότι τέτοιο δικαίωμα ο νόμος δεν του παρέχει.. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 28.3.2006 ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατάρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ασφαλιστική εταιρεία, σύμβαση ασφαλίσεως ζωής, δεκαετούς διάρκειας, έως την 28.3.2016, μεταξύ άλλων, και κατά του κινδύνου της μόνιμης ολικής ανικανότητάς του για εργασία από ατύχημα, για την οποία η εναγομένη εξέδωσε και το υπ' αριθμόν .../28.3.2006 βασικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο και το υπ' αριθμόν .../28.3.2006 συμπληρωματικό εκείνου. Με τη σύμβαση η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, κατ' αποκοπή, το ποσό των 100.000 ευρώ ... Με τον όρο 1 του συμπληρωματικού ασφαλιστηρίου συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα αναγνωρίζει ως περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας για εργασία, μεταξύ άλλων ειδικώς κατονομαζόμενων περιπτώσεων βαριών σωματικών βλαβών, και "την απώλεια μετά από αποκοπή και των δύο ποδιών πάνω από τον αστράγαλο" ... Την 1.4.2007 και ώρα 21.30 ο ενάγων.. τραυματίστηκε σοβαρά, ενώ καθάριζε το κυνηγετικό του όπλο... Ειδικότερα αυτός παρέλειψε, από αμέλεια του, να ελέγξει, πριν από την έναρξη του καθαρισμού, τη θαλάμη φυσιγγίων του όπλου του και να βεβαιωθεί ότι αυτή ήταν κενή, με αποτέλεσμα το όπλο, στο οποίο είχαν απομείνει φυσίγγια από την προηγούμενη χρήση του, κατά τη διαδικασία του καθαρισμού, και ενώ αυτός είχε, προς διευκόλυνση των κινήσεων του, στηρίξει την κάνη του πάνω στο δεξί του άκρο πόδι, από αδέξιο χειρισμό της σκανδάλης, να εκπυρσοκροτήσει δύο φορές και να τον τραυματίσει σοβαρά σε αμφότερα τα κάτω άκρα του, τα οποία κατά τη νοσηλεία που επακολούθησε ακρωτηριάστηκαν χειρουργικώς από το ύψος του άνω τριτημορίου αμφοτέρων των κνημών ... Με την υπ' αριθμόν 497/22.5.2007 ιατρική γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ρεθύμνου ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 80% λόγω ακρωτηριασμού, από το άνω τρίτη μόριο κνήμης, αμφοτέρων των κάτω άκρων ... . Ο ακρωτηριασμός αμφοτέρων των κάτω άκρων του ενάγοντος από το άνω τριτημόριο της κνήμης, οφειλόμενος αποκλειστικά σε δική του αμέλεια περί τον ασφαλή χειρισμό του όπλου του κατά τη διαδικασία του καθαρισμού του, η οποία προκάλεσε την ακούσια εκπυρσοκρότηση του και τον βαρύ τραυματισμό του στα άκρα πόδια του, συνιστά επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους της επίδικης σύμβασης ασφαλίσεως, είναι δηλαδή ατύχημα υπό την έννοια της εξωτερικής, βίαιης, αιφνίδιας και ξένης προς την πρόθεση του ενάγοντος αιτίας και, λόγω της φύσης του, τον περιήγαγε σε κατάσταση μόνιμης ολικής ανικανότητας για εργασία. Την 9.7.2007 ο ενάγων ζήτησε εγγράφως από την εναγομένη να του καταβάλει το συμφωνημένο ασφάλισμα, επισυνάπτοντας στη σχετική αίτηση του όλα τα προς τούτο αναγκαία δικαιολογητικά. Η τελευταία με την από 4.12.2007 επιστολή της κάλεσε τον ενάγοντα να της γνωστοποιήσει πόσες άλλες, πλην της επίδικης, συμβάσεις ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων είχε συνάψει και διατηρούσε σε ισχύ, με ποιες ασφαλιστικές εταιρείες και ποια η χρονολογία έναρξης ισχύος της καθεμιάς. Ο ενάγων απάντησε στην εναγομένη με την από 17.12.2007επιστολή του, παραθέτοντας σε αυτήν πίνακα δεκατεσσάρων άλλων συμβάσεων ασφαλίσεως που είχε συνάψει με οκτώ άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, και ειδικότερα ... Από τις πιο πάνω συμβάσεις ασφαλίσεως οι δώδεκα πρώτες είχαν συναφθεί και τεθεί σε ισχύ πριν από την επίδικη. Μετά ταύτα η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα την από 15.1.2008 επιστολή της, με την οποία του γνωστοποίησε ότι από την προαναφερόμενη επιστολή του προέκυψαν στοιχεία που δεν είχαν αναφερθεί κατά τη συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου της αίτησης του για ασφάλιση και τα οποία ήταν ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου και ότι, κατόπιν αυτών, αφενός μεν καταγγέλλει τη σύμβαση ασφαλίσεως αφετέρου δε απορρίπτει την αίτηση του για την καταβολή του ασφαλίσματος. Από την υπ' αριθμόν 165315/13.2.2006 αίτηση που ο ενάγων είχε υποβάλει στην εναγομένη για τον ασφαλίσει και το συνημμένο σε αυτήν ερωτηματολόγιο προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων, του ετέθη και η ερώτηση: "Έχετε εσείς ή τα προτεινόμενα πρόσωπα για ασφάλιση υποβάλει ποτέ αίτηση για ασφάλιση ή έχετε συνάψει ασφαλιστήρια ζωής, ατυχήματος, ανικανότητας ή νοσοκομειακής περίθαλψης που έχουν γίνει δεκτά ή έχουν απορριφθεί, ανασταλεί, ακυρωθεί, τροποποιηθεί, πήραν επασφάλιστρο ή δεν ανανεώθηκαν". Στην ερώτηση αυτή ο ενάγων απάντησε αρνητικά, αν και από τις προαναφερόμενες δώδεκα συμβάσεις ασφαλίσεως οι εννέα προϋπήρχαν του χρόνου υποβολής της αίτησης του για τη σύναψη της επίδικης, γεγονός το οποίο αυτός βεβαίως και γνώριζε. Η εναγομένη αποδίδοντας στον ενάγοντα δόλο ως προς την απόκρυψη της ύπαρξης των πιο πάνω με άλλους ασφαλιστές, συμβάσεων ασφαλίσεως ατυχημάτων, προέβαλε με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό την εκ του άρθρου 3 παρ.6, εδαφ. p του ν. 2496/1997 ένσταση της απαλλαγής της από την υποχρέωση της προς καταβολή του ασφαλίσματος, την οποίαν και επαναφέρει με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης. Η ένσταση όμως αυτή, και αν ακόμη ήθελαν θεωρηθεί αληθή τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν, είναι νόμω αβάσιμη, διότι, εφόσον η επίδικη σύμβαση ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων διαμορφώθηκε με τη βούληση των μερών ως ασφάλιση ποσού και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε, δεν παρέχεται στην εναγομένη από το νόμο δικαίωμα απαλλαγής από την καταβολή του ασφαλίσματος, ακριβώς επειδή ο νομοθέτης, στην ασφάλιση ποσού, δεν θεωρεί την ύπαρξη πολλαπλής ασφάλισης τόσο σημαντική ώστε η ψευδής περί αυτήν δήλωση του ασφαλισμένου να επιφέρει ως κύρωση την απώλεια του ασφαλίσματος αλλά περιορίζει τον ασφαλιστή σε μόνο το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως, αν κρίνει ότι η σύμβαση δεν είναι πλέον συμφέρουσα γι' αυτόν, και με την προϋπόθεση βεβαίως ότι η ασφαλιστική περίπτωση δεν έχει ακόμη επέλθει, διότι μετά από αυτήν η καταγγελία στερείται πλέον αντικειμένου. Εξάλλου, η περιορίζουσα τα δικαιώματα του ασφαλιστή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ν. 2496/1997, θεσπίζουσα ελάχιστη προστασία του ασφαλισμένου σε σχέση με το δικαίωμα του να εισπράξει το ασφάλισμα, είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ.1 του ίδιου νόμου, η εφαρμογή της δεν είναι δυνατό να παρακαμφθεί με αντίθετη ρήτρα του ασφαλιστηρίου, διευρύνουσα τα δικαιώματα του ασφαλιστή και συστέλλουσα εκείνα του ασφαλισμένου". Με το να απορρίψει το Εφετείο την προαναφερθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της από την υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίσματος, ως νόμω αβάσιμη δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία την ως άνω διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ν. 2496/1997 και με εσφαλμένη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.6 εδαφ. β' του ίδιου νόμου. Τούτο γιατί, σύμφωνα με τις προκτεθείσες νομικές σκέψεις, αν η ασφάλιση κατά ατυχήματος έχει συμφωνηθεί ως ασφάλιση ποσού, όπως εν προκειμένω, και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε, η, προς απόκρουση της αγωγής του ασφαλισμένου, που επιδιώκει να εισπράξει το ασφάλισμα, προβαλλόμενη, εκ του άρθρου 3 παρ.6 εδαφ. β του ν. 2496/1997, ένσταση του ασφαλιστή περί απαλλαγής του από την υποχρέωση του αυτή για το λόγο ότι, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, εκείνος του είχε, με δόλο, αποκρύψει την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων κατά του ίδιου ατυχήματος, είναι νόμω αβάσιμη, αφού τέτοιο δικαίωμα ο νόμος δεν του παρέχει. Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, (που κατέθεσε προτάσεις) κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-12-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΪΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ" για αναίρεση της 5650/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ