Αριθμός 208/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: τελούσας σε ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μερκούρη. Της αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δήμα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8116/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3796/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-3-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 699 ΚΠολΔ, αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών, δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Στην απαγόρευση της άσκησης ενδίκων μέσων του άρθρου 699 ΚΠολΔ δεν υπάγονται και οι διαφορές, που δικάζονται μεν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όμως, δεν αποτελούν πραγματικά ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση, απλά, ιδιωτικών δικαιωμάτων, αλλά, αντίθετα, η συγκεκριμένη διαδικασία τηρείται για λόγους ταχύτητας και με την απόφαση που εκδίδεται τέμνεται, οριστικά η διαφορά (ΟλΑΠ 21-22/2002, ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1400/2012). Εξάλλου, αν η απόφαση εκδόθηκε με εσφαλμένη διαδικασία, το ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, εφόσον τούτο επιτρέπεται είτε με βάση τη διαδικασία που εφαρμόστηκε είτε με βάση αυτή που έπρεπε να εφαρμοστεί (αρχή της μείζονος εύνοιας) (ΟλΑΠ 109/1981, ΟλΑΠ 5/1985, ΑΠ 497/2022, ΑΠ 1163/2021, ΑΠ 52/2009). Συνεπώς, αν τηρήθηκε η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ή άλλη ειδική διαδικασία αντί της τακτικής διαδικασίας, η απόφαση υπόκειται σε ένδικα μέσα, έστω και αν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ή άλλη ειδική διαδικασία, που έπρεπε να εφαρμοσθεί, δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα (OλΑΠ 109/1981, OλΑΠ 5/1985, ΑΠ 1163/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 11-03-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπ' αριθμ. 3796/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της ήδη αναιρεσείουσας, υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας ασφαλιστικής εταιρίας, την από 30/12/2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 90.518,32 ευρώ, ως ασφαλιστική αποζημίωση λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και ειδικότερα του θανάτου του πατέρα της - ασφαλισμένου στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με το νόμιμο τόκο. Με την υπ'αριθμ.8116/2016 οριστική απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έκανε δεκτή την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την αναρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το παραπάνω ποσό νομιμοτόκως. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα - εναγομένη άσκησε την από 16-2-2017 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη με αριθμό 3796/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται αναλυτικά παρακάτω, η ένδικη διαφορά, υπαγόμενη κατ' αρχήν στην τακτική διαδικασία, δεν έπρεπε να δικαστεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ ΚΠολΔ), ανεξαρτήτως του ότι οι υποθέσεις που εισάγονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης δεν αποτελούν γνήσιες υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων. Επομένως, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η αίτηση αναίρεσης ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ) 2.-Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 235 του Ν.4364/2016(ΦΕΚ Α` 13, 5.2.2016),: "1. Η Εποπτική Αρχή είναι η μόνη αρμόδια να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 220 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην απόφαση... 2... 3. Στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, και επί ζητημάτων, που δεν ρυθμίζονται από τον Πτωχευτικό Κώδικα, οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ΚΠολΔ. Παράβαση των διατάξεων αυτών επιφέρει τις ίδιες κυρώσεις και πρόστιμα στο πρόσωπο του ασφαλιστικού εκκαθαριστή όπως στην περίπτωση του Διοικητικού Συμβουλίου." Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 239 παρ. 3 του ίδιου νόμου: "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης". Kατά τις διατάξεις δε του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3788/2007) " 1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ενδίκων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχειρήσεως (με απόφαση της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής), ακολουθεί, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση, το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, συνιστά συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την Εποπτική Αρχή (και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών), οδηγεί δε στη ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, με σκοπό την ικανοποίηση, αποκλειστικά με τη ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, των πιστωτών, ανάλογα με το ύψος των κατά της τελευταίας υφισταμένων απαιτήσεών τους. Επί της εκκαθαρίσεως αυτής είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική, εφαρμογή εκείνων μόνον των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, οι οποίες δεν αντίκεινται στον επιδιωκόμενο με την ως άνω εκκαθάριση σκοπό. Μεταξύ των εφαρμοστέων διατάξεων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτωχεύσεως, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτελέσεως, άσκηση, εκδίκαση ενδίκων μέσων κ.λπ.), όσες δε πράξεις ενεργηθούν κατά παράβαση της αναστολής αυτής είναι απολύτως άκυρες. Κατ' ακολουθίαν αυτών, θα πρέπει - αναφορικά με τα, κατά της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα - να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού χαρακτήρα, αγωγών, που ασκήθηκαν από πιστωτές της εκκαθαρίσεως κηρύσσεται απαράδεκτη. Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτελέσεως με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτελέσεως και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται. Η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκων μέσων επί αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθαρίσεως, απαγορεύεται, ενώ η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτελέσεως εκ μέρους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ εις βάρος της ασφαλιστικής επιχειρήσεως αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση δε που, παρά την ανωτέρω απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αυτών, οφείλει και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 239 παρ. 3 εδ. τελ. του ν.4364/2016, να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 36/2022, ΑΠ 643/2020, ΑΠ 1413/2019, ΑΠ 1254/2019, ΑΠ 1218/2019). Η, κατά τα ανωτέρω, απαγόρευση άσκησης και εκδίκασης ενδίκων μέσων επί αποφάσεων, που εκδόθηκαν, κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθάρισης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αφορά τόσο αυτά, που στρέφονται κατά της επιχείρησης, όσο και αυτά, που στρέφονται σε βάρος των ασφαλισμένων της, για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση (εννοείται για τις αξιώσεις των ζημιωθέντων τρίτων), έτσι ώστε να προστατεύονται και οι δύο από τις αξιώσεις τρίτων. Επομένως, υπό το καθεστώς του νέου νόμου 4364/2016 για εκκαθαρίσεις, που έλαβαν χώρα από 1.1.2016 και μετά, όταν μία ασφαλιστική εταιρία τίθεται υπό ασφαλιστική εκκαθάριση και για όσο διάστημα διαρκεί αυτή, αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις κατά της εταιρίας όλων όσων έχουν απαίτηση από ασφάλιση κατά αυτής. Με την παραπάνω διαδικασία, που ομοιάζει με την πτωχευτική διαδικασία, κατά το χρόνο της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, προστατεύεται και η ασφαλιστική εταιρία από τη διατήρηση των ενεργητικών στοιχείων της περιουσίας της, αλλά και οι ασφαλισμένοι από τις ατομικές διώξεις των ζημιωθέντων τρίτων, εφόσον η ασφαλιστική τους εταιρία προέκυψε αφερέγγυα, όλα δε αυτά ισχύουν, όπως αναφέρθηκε, για τις νέες ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, που άρχισαν μετά την 1/1/2016 (ΑΠ 36/2022, ΑΠ 643/2020, ΑΠ 672/2019, ΑΠ 1254/2019, ΑΠ 1413/2019, ΑΠ 1942/2017). Ωστόσο, με το άρθρο 248 παρ. 1 και 2 του ν. 4364/2016 ορίστηκαν τα εξής: "1. Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις. 2. Στις εκκαθαρίσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή τα άρθρα 235 παρ.1, 2, 3, 5 και 6, 236 έως 239, 242 παρ.1 και 4, 243 παρ.1, 2 και 4, 244, 245 παρ. 1 και 3, 246 και 247 του παρόντος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφής και αναμφίβολη νομοθετική βούληση περί αναδρομικότητας των διατάξεων του άρθρου 239 και των λοιπών σχετικών διατάξεων και περί εφαρμογής αυτών και επί εννόμων σχέσεων και δικαιωμάτων που είχαν δημιουργηθεί πριν την έναρξη της ουσιαστικής ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή υπό το καθεστώς του ν.δ. 400/1970 (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1688/2022). Επομένως, ο ασφαλισμένος, που άσκησε αγωγή κατά ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας -η οποία βρίσκεται σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης- για να ικανοποιήσει απαίτησή του από τη σύμβαση ασφάλισης, εμποδίζεται να συνεχίσει την εκκρεμή αυτή δίκη εναντίον της (ΑΠ 1688/2022, ΑΠ 91/2021). Η θέση αυτή προκύπτει, πρώτον, από το σαφές γράμμα των διατάξεων, που προαναφέρθηκαν. Συνάγεται, δεύτερον, και από την όμοια ερμηνεία που δίδεται στη διάταξη του άρθρου 145 του ν. 4261/2014, η οποία ρυθμίζει θέματα, που αφορούν στην ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και παραπέμπει, επίσης, ρητά στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα (ΑΠ 822/2015). Αν, συνεπώς, οι δύο (2) αυτές διατάξεις, οι οποίες υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, ερμηνεύονταν με διαφορετικό η καθεμία τρόπο, θα υπήρχε κίνδυνος να υπάρχουν αντιφάσεις στην έννομη τάξη, μολονότι το άρθρο 4 παρ. 1 Συντ. επιβάλλει όμοιες καταστάσεις να αντιμετωπίζονται με όμοιο τρόπο (αρχή της ενότητας της έννομης τάξης). Η ίδια ερμηνευτική εκδοχή στηρίζεται, τρίτον, και σε τελολογικό επιχείρημα. Ο θεσμός, ειδικότερα, της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, που εισάγει ο ν. 4364/2016, προστατεύει τόσο την ασφαλιστική επιχείρηση όσο και τους δανειστές της. Η εταιρία, συγκεκριμένα, προστατεύεται, επειδή διατηρεί τα στοιχεία του ενεργητικού της και μπορεί για το λόγο αυτό να συνεχίσει να ασκεί την εμπορική της δραστηριότητα. Αν η επιχείρηση εξακολουθεί να λειτουργεί παραγωγικά, δημιουργείται ασφάλεια και στα πολλά, συνήθως, φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συναλλαχθεί μαζί της, επειδή οι απαιτήσεις των ασφαλισμένων για ασφαλιστική κάλυψη και καταβολή ασφαλίσματος δεν τίθενται σε άμεσο κίνδυνο, όπως, ενδεχομένως, θα γινόταν αν ο ασφαλιστής περιερχόταν σε κατάσταση πτώχευσης (πρβλ. ΑΠ 336/2016, ως προς τον όμοιο σκοπό του προγενέστερου ν.δ.400/1970). Το ίδιο νομοθέτημα, εξάλλου, παρέχει στους δανειστές της ασφαλιστικής επιχείρησης αποτελεσματικότερη προστασία από το - ήδη καταργημένο - ν.δ. 400/1976, επειδή προβλέπει διαδικασία ελέγχου απαιτήσεων σε βάρος του ασφαλιστή, που τίθεται σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης (άρθρο 242 επ. ν.4364/2016). Ο ασφαλισμένος, συνεπώς, δεν βλάπτεται από την αδυναμία του να συνεχίσει εκκρεμή δίκη κατά του ασφαλιστή, με αντικείμενο την παροχή οριστικής δικαστικής προστασίας. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 239 του ίδιου ως άνω Ν.4364/2016, "4. Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 5. Εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αυτές αποτελούν μεταφορά της καταργηθείσας διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970 αποτελουμένης από δύο εδάφια (δηλαδή τα δύο εδάφια της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, έγιναν παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 239 του Ν.4364/2016), συγχρόνως, όμως, με τις νέες αυτές διατάξεις προσδιορίζεται με σαφήνεια σε ποιες συγκεκριμένες διαφορές αναφέρονται οι αντίστοιχες ρυθμίσεις. 'Ετσι, οι διατάξεις αυτές, όπως ρητά ορίζεται στην παράγραφο 4 ("Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών") αφορούν μόνο στις αγωγές της ασφαλιστικής εταιρίας, οι οποίες είτε είχαν ασκηθεί, πριν την ανάκληση της άδειας λειτουργίας και την υπαγωγή της σε ασφαλιστική εκκαθάριση, κατά των οφειλετών αυτής και εκκρεμούν, είτε ασκούνται από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή μετά την υπαγωγή της ασφαλιστικής επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση, επίσης, κατά των οφειλετών της εταιρίας. Άλλωστε και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4364/2016, σύμφωνα με την οποία σκοπός θέσπισης των διατάξεων αυτών είναι η ομαλή εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης προς το συμφέρον των ασφαλισμένων, αναφέρεται ότι στο άρθρο 239 προβλέπεται ότι "όλες οι αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για τη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και τη διευκόλυνση της περάτωσης της εκκαθάρισης. Αντιστοίχως, εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό .....". Από τη σύνδεση, δηλαδή, των δύο παραγράφων μεταξύ τους με το επίρρημα "αντιστοίχως" προκύπτει ότι ο νομοθέτης, με την παράγραφο 5 αναφέρεται στις εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό διαφορές (αγωγές) της παραγράφου 4. Συνεπώς, μόνον για τις προαναφερόμενες αγωγές που αναφέρονται στις ανωτέρω παραγράφους 4 και 5 (αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών), είτε ασκούνται το πρώτον είτε είναι εκκρεμείς (σε οποιοδήποτε βαθμό), ορίζεται, με σκοπό την ομαλή και ταχεία εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης όσον αφορά τις απαιτήσεις της έναντι των οφειλετών της, ως διαδικασία για την εκδίκασή τους η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον δε αυτές είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, ορίζεται ως αποκλειστικά αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο, το Μονομελές Πρωτοδικείο (ανεξαρτήτως ποσού), και κατά τόπο αυτό της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης (ενώπιον του οποίου εισάγονται με κλήση). Το γεγονός ότι ο νομοθέτης, κατά την μεταφορά των δύο εδαφίων της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, στο άρθρο 239 του Ν. 4366, προτίμησε την διατύπωσή τους σε δύο παραγράφους, 4 (στην οποία μεταφέρθηκε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, με την προσθήκη της φράσης "Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά των οφειλετών", προς διευκρίνιση και προσδιορισμό των φράσεων "εκκρεμείς δίκες" και "εκκρεμείς διαφορές") και 5 (στην οποία μεταφέρθηκε ως είχε το περιεχόμενο του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970), δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική ερμηνεία, ότι δηλαδή οι ρυθμίσεις αυτές δεν αφορούν μόνον αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών. Αν ο νομοθέτης ήθελε να περιλάβει στη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 239 και τις εκκρεμείς αγωγές κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, θα το όριζε ρητά (όπως ρητά όρισε στην παράγραφο 4 "αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών"). Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 284 του ίδιου ως άνω Ν.4364/2016 ορίζεται, ως προς την έναρξη ισχύος αυτού, ότι "...Α. ... Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων των Μερών Πρώτου έως και Έκτου του παρόντος νόμου έχουν ισχύ από 1η Ιανουαρίου 2016, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 144, 221 έως και 248 και 272 που ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού...". Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ως απαράδεκτο δε νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά αυτό, που κηρύσσεται, συνεπεία παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.ΑΠ 2/2001, Ολ.ΑΠ 12/2000, Ολ.ΑΠ 1331/1985, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 20/2022).Έτσι, σε περίπτωση παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 2/2001,12/2000). 3.-Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνομολογείται από τις δύο πλευρές και προκύπτει από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, η ένδικη από 30.12.2008 αγωγή, με την οποία ζητείται η καταβολή ασφαλίσματος λόγω επέλευσης του κινδύνου, ασκήθηκε στις 15.1.2009... και συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 16.9.2016, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η άδεια της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας ανακλήθηκε οριστικά με τη με αριθμό 156/21.9.2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 11292/2009 Φ.Ε.Κ. (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), αυτή τέθηκε σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης και ορίστηκε επόπτης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης ο Χ. Κ., ο οποίος είχε όλες τις αρμοδιότητες του εκκαθαριστή, μέχρι το διορισμό αυτού. Στη συνέχεια υπήρξαν από το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών διορισμοί εκκαθαριστών και ήδη, με τη με αριθμό 190/2016 απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ορίστηκε η Ε. Κ. ασφαλιστικός εκκαθαριστής. Ενόψει αυτών..., εφόσον η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση μετά την άσκηση της αγωγής και ορίστηκε επόπτης εκκαθάρισης, ο οποίος την εκπροσωπούσε μέχρι τον ορισμό του εκκαθαριστή, καλώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε την παρ. 5 του άρθρου 239 του ν. 4364/2016, που προβλέπει τη συνέχιση των εκκρεμών δικών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και καλώς η ένδικη αγωγή κρίθηκε παραδεκτή, ως εκκρεμής διαφορά, κατά το χρόνο θέσης της εναγομένης σε ασφαλιστική εκκαθάριση, καθόσον οι εκκρεμείς δίκες δεν διακόπτονται βίαια κατά το άρθρο 286 ΚΠολΔ, αλλά συνεχίζονται με πρωτοβουλία του δικαιούχου ασφαλίσματος ή του εκκαθαριστή, ούτε η άσκησή της καταλαμβάνεται από την αναστολή των ατομικών διώξεων των δικαιούχων ασφαλίσματος, έτσι ώστε να απαιτείται η διαδικασία της αναγγελίας της απαίτησης της ενάγουσας στον εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και της επαλήθευσης αυτής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμος". 4.Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 239 § 4 και 5 και 248 του Ν.4364/2016, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει και αυτεπαγγέλτως τις διατάξεις των άρθρων 239 παρ. 3 του Ν.4364/2016 και 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3788/2007) και να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν είχε δικαίωμα να συνεχίσει τη δίκη, που κίνησε κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την έγερση της από 30-12-2008 καταψηφιστικής αγωγής εναντίον της, αφού αυτή, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε τεθεί σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης με τη με αριθμό 156/21.9.2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΦΕΚ 11292/2009, τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), κατά τα αναφερόμενα δε στη μείζονα σκέψη, το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 239 § 4 και 5 του Ν.4354/2016, δεν συμπεριλαμβάνει τις υποθέσεις, που αφορούν στη δικαστική διεκδίκηση, με αντικείμενο την καταψήφιση ασφαλιστικού ποσού, λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, από τη σύμβαση ασφάλισης, που τυχόν επιδικασθεί σε βάρος του ασφαλισμένου, ώστε να δύναται παραδεκτώς να εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και, ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτού, ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση, πρέπει αυτή να κρατηθεί για να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συνέχιση της εκδίκασης της αγωγής. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος απ`αυτήν παραβόλου (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων,γιατί υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (ΚΠολΔ 179β). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 3796/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συνέχιση της εκδίκασης της από 30/12/2008 και με αριθ.καταθ.55/8/2009 αγωγής της αναιρεσίβλητης. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ