ΑΡΙΘΜΟΣ 793/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Α. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαραγκάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 30634/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την τράπεζα "EUROBANK ERGASIAS", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1016/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παράγραφος 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτήν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικά και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, αρκεί να διαλαμβάνεται, για την κατά την κατωτέρω έννοια πληρότητα της αιτιολογίας, ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), παραδοχή η οποία σημαίνει ότι γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 11 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα. Συνακόλουθα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. Περαιτέρω η επιταγή μπορεί να εκδοθεί και μεταχρονολογημένα, δηλαδή να φέρει ημερομηνία εκδόσεως μεταγενέστερη από την πραγματική. Στην περίπτωση αυτή, κατά την αληθή έννοια των συνδυασμών διατάξεων των άρθρων 79, 28 και 29 εδάφια α' και δ' του ίδιου νόμου 5960/1933, το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από την πρώτη απ' αυτές ως άνω έγκλημα, συντελείται όταν η μεταχρονολογημένη επιταγή εμφανιστεί προς πληρωμής και δεν πληρωθεί ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ανάμεσα στην ημέρα της πραγματικής εκδόσεως και την ημέρα κατά την οποία παρέχεται η προθεσμία προς εμφάνιση, δηλαδή κατ' άρθρο 56 του ν. 5960, από την επομένη της πραγματικής εκδόσεως της επιταγής, μέχρι και την όγδοη ημέρα από την επομένη της ημέρας που αναγράφεται σε αυτήν ως ημέρα εκδόσεως (Ολ.ΑΠ 123/1981, Ολ.ΑΠ 46/1980). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Ειδικότερα ως προς την αιτιολόγηση του δόλου, η ύπαρξή του ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του. Ειδική αιτιολογία του δόλου απαιτείται αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τέτοια όμως, πρόσθετα στοιχεία, μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, δεν αξιώνονται επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση, με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής: "ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με ελαφρυντικό μη ταπεινών αιτίων και συγκεκριμένα διότι την 20/7/06 και 24/7/06 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, ήτοι με πρόθεση εν γνώσει της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή τους κατά τον χρόνο έκδοσης και εμφάνισης προς πληρωμή. Ήτοι: Α. Στις 20-7-2006 εξέδωσε 1] την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-9-2006 ποσού #25000,00# ευρώ, 2] την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-10-2006 ποσού #25000,00# ευρώ, 3] την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 6-11-2006 ποσού #25000,00# ευρώ, 4] την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 13-11-2006 ποσού #25000,00# ευρώ, για να πληρωθούν από την τράπεζα Eurobank, 5] την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-9-2006 ποσού #25000,00# ευρώ, 6] την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 28-12-2006 ποσού #25000,00# ευρώ, για να πληρωθούν από την τράπεζα Nova Bank. Β. Στις 24-7-2006 εξέδωσε 1] την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-9-2006 ποσού #25000,00# ευρώ, 2] την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-8-2006 ποσού #20.000,00# ευρώ και 3] την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 4-8-2006 ποσού #25000,00# ευρώ, για να πληρωθούν από την Εθνική τράπεζα της Ελλάδος, σε διαταγή Γ. Τ., περιελθούσες νομίμως με οπισθογράφηση στην εγκαλούσα εταιρεία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE", που εκπροσωπείται νομίμως. Και αφού εμφανίστηκαν στις 20-7-2006 οι έξι πρώτες και στις 24-7-2006 οι υπόλοιπες τρεις προς πληρωμή, δεν πληρώθηκαν από τις πληρώτριες Τράπεζες, γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 του ΠΚ και 79 παρ.1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, που εφάρμοσε. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλάβει η προσβαλλόμενη από ποιο αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, ούτε τον τρόπο βεβαίωσης της άρνησης πληρωμής των επιταγών. Ούτε περαιτέρω, για την αιτιολόγηση του υποκειμενικού στοιχείου της πράξεως, χρειαζόταν να διαλάβει περισσότερα πραγματικά περιστατικά πέραν εκείνου που αναφέρει της εμφάνισης, εμπροθέσμως, των επιταγών προς πληρωμή και της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, εξού συνάγεται η μη ύπαρξη στον οικείο λογαριασμό του αντίστοιχου ποσού προς πληρωμή των επιταγών κατά το ως άνω χρονικό σημείο της εμφάνισης, πράγμα τια το οποίο έπρεπε να φροντίσει ο αναιρεσείων και η, κατά την ανωτέρω έννοια, ύπαρξη του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος περί της ανυπαρξίας των ποσών, στοιχεία τα οποία αρκούν για την πλήρη (υποκειμενικά και αντικειμενικά) στοιχειοθέτηση της πράξεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 171 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατήριου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ επέρχεται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. εξάλλου κατά το άρθρο 1251 ΑΚ για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία, κατά δε το άρθρο 1255 παρ.1 εδ.α' του ίδιου κώδικα, αν αντικείμενο το ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος, και αν ακόμη δεν έληξε, το ασφαλιζόμενο χρέος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο κομιστής τίτλου σε διαταγή, προς τον οποίον μεταβιβάσθηκε ο τίτλος με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, αποκτά με την οπισθογράφηση και ασκεί με βάση το ενέχυρο ίδιο και αυτόνομο δικαίωμα εκ του τίτλου προς είσπραξη της ενσωματωμένης στον τίτλο απαιτήσεως, κατ' αποκλεισμόν του ενεχυράσαντος οπισθογράφου, και μάλιστα στο όνομά του (Ολ.ΑΠ 18/2004). Μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση κατά το ανωτέρω άρθρο 1251 ΑΚ, είναι και η τραπεζική επιταγή, καθόσον από τη μη ύπαρξη στο Ν. 5960/1933 περί επιταγής διατάξεως αντίστοιχης προς το άρθρο 19 του Ν. 5325/1932, που προβλέπει την λόγω ενεχύρου οπισθογράφηση της συναλλαγματικής και του γραμματίου σε διαταγή (άρθρο 77 Ν. 5325/1932) δεν μπορεί να συναχθεί ότι θεσπίζεται για την επιταγή σχετική απαγόρευση. Περαιτέρω, το άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, μετά και την προσθήκη σ' αυτό, με το άρθρο 4 παρ.1 περ.Α του Ν. 2408/1996, παραγράφου 5, ορίζει ότι εκείνος, ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής τους, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών ... Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από το συνδυασμό των ανωτέρω προκύπτει ότι μόνον ο ενεχυρούχος δανειστής και κομιστής της τραπεζικής επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως και μη πληρωμής της δικαιούται σε υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την ως άνω αξιόποινη πράξη και όχι ο ενεχυράσας την επιταγής. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως για πρώτη φορά προβάλλει την αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας υπό την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank-Ergasias AE", υπέρ της οποίας επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το αιτηθέν απ' αυτήν ποσό των 40 € ως χρηματική ικανοποίηση, διότι αυτή ως δανείστρια-κομίστρια των τίτλων, στην οποία μεταβιβάσθηκαν οι επιταγές με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου δεν νομιμοποιείται να παραστεί ως πολιτική αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμος, διότι, εφόσον κατά τον αναιρεσείοντα, η εγκαλούσα τράπεζα ήταν η τελευταία εξ οπισθογραφήσεως κομίστρια των επιταγών και μάλιστα η προς αυτή μεταβίβαση έγινε λόγω ενεχύρου, (όπως τούτο προκύπτει και από την επισκόπηση των επιταγών) ήταν η μόνη η οποία εδικαιούτο σε υποβολή της εγκλήσεως και σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και συνεπώς νομίμως παρέστη αυτή ως πολιτικώς ενάγουσα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πολιτικώς ενάγουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-9-2012 δήλωση του Π. Α. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30634/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ