Αριθμός 1184/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη - Εισηγητή, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Παρασκευαϊδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 82/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. συζ. Σ. Τ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Απριλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 557/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.- Στην προκείμενη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 82/2013 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων της Λάρισας προκύπτει, ότι το δικάσαν εφετείο κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα Δ. Γ. του Γ. ένοχο του ότι στη Λάρισα στις 23.12.2005 ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, το δε αντικείμενο της πράξης του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεχθέν στο αιτιολογικό του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που γενικώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι ενώ ο ήδη αναιρεσείων "ήταν μεσίτης αστικών συμβάσεων και κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2005 έλαβε από την εγκαλούσα Μ. Τ. - Ν. χρηματικό ποσό 13.000 ευρώ, το οποίο έπρεπε να παραδώσει στην Μ. Ζ. ως προκαταβολή έναντι του τιμήματος της πώλησης από αυτήν προς την εγκαλούσα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπεδικής έκτασης, εμβαδού 2003,94 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή "Τούμπα" της Λάρισας, αυτός δεν παρέδωσε ποτέ το ανωτέρω χρηματικό ποσό στην ανωτέρω ιδιοκτήτρια, και ενώ η ανωτέρω αγοραπωλησία, που είχε προγραμματισθεί για την 23.12.2005, ματαιώθηκε οριστικά λόγω υπαναχώρησης της πωλήτριας, αυτός δεν απέδωσε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στην εγκαλούσα, εξωτερικεύοντας έτσι την βούλησή του να το ιδιοποιηθεί παράνομα, ενώ μόνον πολύ αργότερα και συγκεκριμένα κατά τον Ιούλιο του έτους 2006 κατέβαλε στην εγκαλούσα χρηματικό ποσό 3.000 ευρώ με αποτέλεσμα να της οφείλει ακόμη χρηματικό ποσό 10.000 ευρώ, το οποίο είναι αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που εξακολουθεί να ιδιοποιείται παράνομα. Περί των ανωτέρω κατέθεσαν ρητά και κατηγορηματικά η πολιτικώς ενάγουσα Μ. Τ. και ο σύζυγός της, Σ. Τ., ως αυτόπτης μάρτυρας, οι οποίοι παρέδωσαν στον κατηγορούμενο το ποσό των 13.000 ευρώ, προκειμένου κατ' εντολή τους να το παραδώσει στην Μ. Ζ., ως προκαταβολή έναντι του τιμήματος που συμφωνήθηκε, για την πώληση από αυτήν προς την πολιτικώς ενάγουσα του ακινήτου που περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας. Όμως, η πώληση εν τέλει ματαιώθηκε και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος, ως εντολοδόχος, όφειλε να επιστρέψει στην εντολέα του το άνω ποσό των 13.000 ευρώ που έλαβε σε εκτέλεση της εντολής (άρθρ. 719 ΑΚ). Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρος Κ. Ζ., που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος της πωλήτριας, ουδέποτε το ποσόν αυτό καταβλήθηκε από τον κατηγορούμενο σ' αυτούς έναντι του τιμήματος. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην πολιτικώς ενάγουσα, μόνον το ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο των 10.000 ευρώ, παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τούτο βεβαίωσε η πολιτικώς ενάγουσα, καθώς και ο μάρτυρας σύζυγός της Σ. Τ.. Οι καταθέσεις τους δε αυτές, ενισχύονται και από την από 7.7.2006 απόδειξη είσπραξης από την πολιτικώς ενάγουσα του ποσού των 3.000 ευρώ, το οποίο, όπως βεβαιώνεται στο σώμα της εν λόγω αποδείξεως - η οποία σημειωτέον υπογράφεται από την πολιτικώς ενάγουσα, ως λαβούσα, και τον κατηγορούμενο, ως πληρώσαντα, χωρίς να αμφισβητηθεί η υπογραφή του ούτε το περιεχόμενο της αποδείξεως - έλαβε αυτή από τον κατηγορούμενο έναντι λογαριασμού οφειλόμενου ποσού 13.000 ευρώ που παρέλαβε ο κατηγορούμενος για αγορά ακινήτου και οφείλει πλέον στην πολιτικώς ενάγουσα το υπόλοιπο, ποσού 10.000 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν, δεν κρίνονται πειστικές οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε τα χρήματα στον πληρεξούσιο της πωλήτριας, Κ. Ζ., και ότι δεν τα υπεξήρεσε". Με βάση δε τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, η οποία τελέσθηκε σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας Μ. Τ. - Ν., ήτοι πράξης η οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στην α' σελίδα του πέμπτου φύλλου της πληττόμενης απόφασης, προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 26 § 1, 27, 51, 53, 79, 375 § 1 εδάφ. α' περ. β' του Π.Κ., τις οποίες ουδόλως παραβίασε ευθέως, δι' εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους, ή εκ πλαγίου, δι' ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Κατέληξε δε το δικαστήριο εκείνο στην πιο πάνω κρίση του λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κατ' είδος μνημονευόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο των μαρτύρων (κατηγορίας και υπεράσπισης) και ουδεμία εκ του νόμου υφίστατο υποχρέωση αυτού όπως προβεί σε συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά ούτε σε ειδικότερη αναφορά κάθε κατάθεσης και μνείας του τι προέκυψε από εκάστη τούτων. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη με την πιο πάνω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και, συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 Δ' Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω και εφόσον υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως αντιπρόσωπος της μέλλουσας πωλήτριας Μ. Ζ., αλλά ως μεσίτης αστικών συμβάσεων και εντολοδόχος της μέλλουσας αγοράστριας Μ. Τ., η οποία και παρέδωσε σ' αυτόν το ποσό των 13.000 ευρώ με την εντολή να το παραδώσει στην πωλήτρια Μ. Ζ., ως προκαταβολή έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πώληση από την τελευταία αυτή προς την Μ. Τ. του προαναφερομένου ακινήτου, όφειλε αυτός (κατηγορούμενος), μετά την ματαίωση της αγοραπωλησίας, να αποδώσει στην εντολέα του το εν λόγω ποσό το οποίο είχε λάβει για την εκτέλεση της εντολής (ΑΚ 719). Μη πράξας δε αυτός τούτο πραγματοποίησε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (άρθρ. 375 § 1 εδάφ. α', περ. β' Π.Κ.) στην έννοια του οποίου και ορθώς υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο. Τα ανωτέρω δε δεν μεταβάλλονται εκ του ότι ο κατηγορούμενος απέδωσε στην εγκαλούσα, κατά μήνα Ιούλιο του 2006, τμήμα του ως άνω ποσού ύψους 3.000 ευρώ. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 § 1 Ε' Κ.Ποιν.Δ. τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.- ΙΙ.- Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 510 § 1 Α' Κ.Ποιν.Δ., προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, συνισταμένης στο ότι δεν μνημονεύεται στην απόφαση εάν ο εκ του κατηγορητηρίου μάρτυρας Κ. Ζ. κλητεύθηκε ή όχι για να εμφανιστεί στο ακροατήριο, ότι χωρίς να διαπιστωθεί το εφικτό ή μη της εμφάνισής του απορρίφθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αναβολής της υπόθεσης, προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί ο μάρτυρας αυτός στο ακροατήριο και να του υποβληθούν ερωτήσεις κατ' άρθρο 357 § 3 Κ.Ποιν.Δ. (και όχι 357 § 2 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) και ότι μολονότι ο κατηγορούμενος εναντιώθηκε στη λήψη υπόψη της κατάθεσης του άνω μάρτυρος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εντούτοις το Εφετείο ανέγνωσε την κατάθεσή του αυτή, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφάνισής του στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι τα δικαιώματα που παρέχονται στον κατηγορούμενο από τις διατάξεις των άρθρων 6 § 3 εδάφ. δ' της ΕΣΔΑ και 14 § 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, για εξέταση των μαρτύρων.- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει α) ότι "Η Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίοι βρέθηκαν παρόντες, εκτός του Κ. Ζ. του Ν., ο οποίος δεν εμφανίστηκε" (α' σελ. δεύτερου φύλλου) και β) ότι μετά το υποβληθέν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου αίτημα, σύμφωνα με το οποίο "Μετά τις καταθέσεις των παρόντων μαρτύρων κατηγορίας, ζητώ την αναβολή της δίκης, για να βρεθεί και προσέλθει ο μάρτυρας κατηγορίας Κ. Ζ. του Ν., ο οποίος δεν εμφανίστηκε" (β' σελ. δεύτερου φύλλου) και την απορριπτική του αιτήματος τούτου πρόταση του Εισαγγελέως, το δικαστήριο εκείνο διέλαβε στην απόφασή του σκέψη σύμφωνα με την οποία "Επειδή η κατάθεση του μάρτυρος Κ. Ζ. περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, δεδομένου ότι εμφανίσθηκε αυτός ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αυτή (κατάθεση) ως αποδεικτικό στοιχείο, σε συνδυασμό με την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις καταθέσεις των ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, καθώς και τα αναγνωστέα έγγραφα, κρίνεται επαρκής για τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης στο Δικαστήριο περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου και πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου, προκειμένου να προσέλθει για να εξετασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο άνω μάρτυρας". Εκ των προαναφερομένων συνάγεται με σαφήνεια ότι α) ο προμνημονευόμενος μάρτυρας κλητεύθηκε για να εμφανιστεί στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και δεν εμφανίστηκε και όχι ότι δεν κλητεύθηκε και γι' αυτό δεν εμφανίστηκε και β) ότι το δικαστήριο εκείνο απέρριψε αιτιολογημένα το υποβληθέν ως άνω αίτημα του κατηγορουμένου και, συνεπώς, τα περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας λόγω παραβίασης των ως άνω δικαιωμάτων αυτού, τα οποία προεκτέθηκαν και προβάλλονται με τον ερευνόμενο λόγο της αναίρεσης, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.- ΙΙΙ.- Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 510 § 1 Β' εδ. β' Κ.Ποιν.Δ., προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης, συνισταμένης στο ότι το δικαστήριο εκείνο απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημα για παροχή στον κατηγορούμενο της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων (άρθρ. 84 § 2 β' Π.Κ.). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. β' σελ. τρίτου και τέταρτου φύλλων), προκύπτει ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με την επίκληση περιστατικών που να τον θεμελιώνουν και με την προφορική ανάπτυξή του, αλλά απλώς με επανάληψη της έκφρασης του νόμου, γεγονός που τον καθιστούσε απαράδεκτο λόγω αοριστίας και ακριβώς ένεκα τούτου δεν δημιουργούσε στο δικαστήριο υποχρέωση απαντήσεώς του. Παρά ταύτα όμως, το δικαστήριο εκείνο, ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι "πρέπει να απορριφθεί το αίτημά του για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2 β' ΠΚ, καθόσον δεν προέκυψε ότι η πράξη τελέσθηκε από μη ταπεινά αίτια".- ΙV.- Με τον από το άρθρο 510 § 1 Ε' Κ.Ποιν.Δ. πέμπτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 99 § 1 Π.Κ., συνισταμένης στο ότι το δικαστήριο εκείνο ήλεγξε την συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής της επιβληθείσας στον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ποινής φυλάκισης των δεκαοκτώ (18) μηνών και έκρινε ότι δεν συντρέχουν αυτές με την αιτιολογία ότι "από το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου που βρίσκεται στη δικογραφία προκύπτει ότι αυτός έχει καταδικασθεί στο παρελθόν για άλλες πράξεις, για τις οποίες του έχουν επιβληθεί ποινές φυλάκισης που υπερβαίνουν συνολικώς το όριο των έξι (6) μηνών", ενώ σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 του Ν. 3904/2010, το δικαστήριο έπρεπε να ελέγξει αν οι ποινές που είχαν επιβληθεί στον αναιρεσείοντα υπερβαίνουν συνολικά το ένα έτος και όχι τους έξι μήνες. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την μνεία στην πληττόμενη απόφαση της προαναφερόμενης διάταξης, καθίσταται προφανές ότι το Εφετείο αναφέρεται σε αυτήν και την εφαρμόζει όπως ήδη ισχύει μετά την κατά τα άνω αντικατάστασή της, η δε αναφορά από το δικαστήριο εκείνο του ορίου των έξι μηνών για την χορήγηση της αναστολής και όχι εκείνου του έτους, οφείλεται σε προφανή παραδρομή του Εφετείου και όχι σε εσφαλμένη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25.4.2013 αίτηση του Δ. Γ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 82/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαρίσης.- Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ