Αριθμός 1506/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις, δύο (2) τον αριθμό, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκουτά και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Κούρτη, για αναίρεση της με αριθμό 501 - 502/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Αγροτικό Συνεταιρισμό...... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Μαΐου 2006 και 26 Ιουνίου 2006, αντίστοιχα, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 22 Ιανουαρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1183/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 26-6-2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, η από 29-5-2006 αίτηση του Χ1 και το από 22-1-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως του πρώτου, κατά της 501-502/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν. Από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου (ολικά ή μερικά), κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, που ενέχει την γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και την θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως και εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή του εντολοδόχου. Η νέα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 2408/1996, είναι επιεικέστερη από την αρχική, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον αναφερόμενες περιπτώσεις κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επομένως, η νέα αυτή διάταξη έχει, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, εφαρμογή κατ' αρχήν και για τις πράξεις, που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ της. Ειδικά, όμως, για τις πράξεις αυτές, όταν ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαίρεσης με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας βασίζεται, αποκλειστικά, στην ιδιότητα του δράστη, ως εντολοδόχου, η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, διότι για την στοιχειοθέτηση του κακουργήματος, αξιώνει και το επιπλέον στοιχείο της κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, σε αντίθεση με την νεότερη διάταξη, ως τροποποιήθηκε κατά τα άνω από το άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, η οποία αποβαίνει, αυστηρότερη για τον κατηγορούμενο, καθόσον αρκείται μόνον στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, που σημαίνει, ότι ο καθένας συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται να πραγματώσει με την πράξη του την αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράστη προς εκείνην του άλλου για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. H συναπόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί κατόπιν συμφωνίας που προηγήθηκε της τελέσεως της πράξεως ή και κατά την τέλεση της πράξεως. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται, στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα υπάρχει προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικώς για τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη είναι η ερμηνεία όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού με διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το κατ' έφεση δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχτηκε τα επόμενα : "... οι κατηγορούμενοι 1) Χ2 και 2) Χ1, κατά το χρονικό διάστημα από 9-12-1995 έως 31-12-1997 ήταν ο μεν πρώτος μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και ταμίας, ο δε δεύτερος λογιστής και παράλληλα και ταμίας του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..... και με τις ιδιότητές τους αυτές, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν κινητά πράγματα μεγάλης αξίας, τα οποία περιήλθαν σ'αυτούς κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, γιατί πρόκειται περί αντικειμένων, που τα είχαν εμπιστευθεί σ' αυτούς με τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους. Στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, είχαν ανατεθεί και τα καθήκοντα του ταμία του συνεταιρισμού με σχετική διάταξη του καταστατικού του και αυτά συνίσταντο στην ανάληψη μετά του Προέδρου του Συνεταιρισμού διαφόρων ποσών για λογαριασμό του συνεταιρισμού και στην καταβολή, για λογαριασμό του συνεταιρισμού διαφόρων ποσών στα μέλη του και σε άλλους τρίτους δικαιούχους. Ο πρώτος απ'αυτούς Χ2, μαζί με τον Χ3 Προέδρου του Δ.Σ. του συνεταιρισμού, που ήδη φυγοδικεί και δεν έχει δικαστεί μέχρι τούδε, ασκούσε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και πράξεις αντιπροσώπευσης του συνεταιρισμού λόγω της ανωτέρω ιδιότητας του, και της εξουσίας που του είχε παρασχεθεί από το Δ.Σ. του συνεταιρισμού, δεδομένου ότι ανέπτυσσε πρωτοβουλίες, ελάμβανε αποφάσεις που τον δέσμευαν και επέβλεπε την ταμειακή του πορεία. Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο και τόπο - .... - από κοινού ιδιοποιήθηκαν παράνομα από το ταμείο της διαχείρισης του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..... τα παρακάτω χρηματικά ποσά, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή τους με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους και τα οποία χρηματικά ποσά ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 80.595.925 δραχμών. Πριν προκύψει η ανωτέρω συμπεριφορά των κατηγορουμένων συνήλθε η γενική συνέλευση του συνεταιρισμού, ο οποίος αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στον οποίον κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις, στις 5-2-2000 και αποφάσισε, λόγω του ότι υπήρχαν σοβαρές υπόνοιες για οικονομικές ατασθαλίες, τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου από τον ορκωτό λογιστή Μ1. Ο τελευταίος, ο οποίος εξετάστηκε και ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβη σε διαχειριστικό έλεγχο για τις χρήσεις των ετών 1994-1998 και συνέταξε την έκθεση του, που θα αναφερθεί ειδικότερα παρακάτω, και επιβεβαιώνει των εις βάρος των κατηγορουμένων κατηγορία, κατά τα κατωτέρω και εις το διατακτικό πλήρως αναφερόμενα περιστατικά. Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι, οι κατηγορούμενοι από κοινού με τον προαναφερόμενο αρχικώς συγκατηγορούμενό τους Χ3, ο οποίος δεν δικάζεται σήμερα για τους ανωτέρω λόγους, με τις ως άνω ιδιότητες τους, του Προέδρου (ο Χ3, του ταμία ο ήδη, πρώτος κατηγορούμενος του Δ.Σ. του συνεταιρισμού και του λογιστή και ταμία ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος τηρούσε και όλα τα βιβλία αυτού, αφαίρεσαν από το ταμείο του συνεταιρισμού τμηματικά ιδιαίτερα μεγάλης χρηματικά ποσά, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή τους με τις ως άνω ιδιότητες τους, κατά τη διάρκεια που ο ήδη πρώτος κατηγορούμενος Χ2 (μαζί με τον ανωτέρω Χ3) είχαν την ουσιαστική διαχείριση του συνεταιρισμού, δηλαδή μέχρι τη λήξη της θητείας τους. Τα ως άνω αφαιρεθέντα ποσά ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 80.595.925 δραχμών, και τα οποία στη συνέχεια τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα κατά τους κατωτέρω χρόνους, κατά τους οποίους εκδήλωσαν την πρόθεση τους για την παράνομη ιδιοποίηση τους. Συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκαν 1) το ποσό των 61.716.830 δραχμών την 31-12-1997, κατά την οποία, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έξοδο του ποσού αυτού από το ταμείο του συνεταιρισμού, καταχώρισαν, δια του, ενεργήσαντος για λογαριασμό όλων, δευτέρου κατηγορουμένου Χ1, λογιστού, εικονικά στην καρτέλλα αναλυτικού καθολικού χρήσης 1997 με κωδικό αριθμό ..... και με αιτιολογία "φάρμακα- λιπάσματα" στον αύξοντα αριθμό ημερολογιακής εγγραφής ...., στην παραπάνω ημερομηνία ότι δήθεν το ποσό αυτό δηλ των 61.716.830 δραχμών διατέθηκε για την αγορά σπαραγγιών. Το γεγονός ότι η εγγραφή αυτή είναι εικονική προκύπτει από το ότι δεν υπάρχουν παραστατικά και πώλησης σπαραγγιών, καθώς επίσης και από το ότι η ίδια αγορά, έναντι του ιδίου τιμήματος, είναι καταχωρημένη στο λογαριασμό με κωδικό αριθμό ..... χρήσεως 1997, με αιτιολογία "σπαράγγι" και με αύξοντα αριθμό ημερολογιακής εγγραφής ....... Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για διπλή εγγραφή, και όχι εικονική εγγραφή, η οποία οφείλεται σε παραδρομή. Όμως ο ισχυρισμός του τυγχάνει απορριπτέος γιατί οι ως άνω εγγραφές έγιναν με διαφορετικό κωδικό, γεγονός που ενισχύει τα ανωτέρω και δη ότι δεν πρόκειται για διπλή εγγραφή. Επίσης οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 500.000 δραχμών την 31-12-1995, κατά την οποία, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έξοδο του ποσού αυτού από το ταμείο του συνεταιρισμού, καταχώρισαν, κατά τα ανωτέρω, στην καρτέλλα αναλυτικού καθολικού χρήσης 1995, με κωδικό εγγραφής 221 στην παραπάνω ημερομηνία, ότι δήθεν το ποσό αυτό των 500.000 δραχμών διατέθηκε για δαπάνες διακίνησης ροδακίνων. Η εγγραφή όμως αυτή είναι εικονική και αυτό προκύπτει από το ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα δικαιολογητικά καταβολής του ποσού και η αιτία της καταβολής. Εκτός των ανωτέρω ποσών οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν και το ποσόν των 16.137.882 δραχμών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 3-12-1997. Συγκεκριμένα κατά το διάστημα αυτό καταχώρισαν, στους λογαριασμούς με κωδικούς αριθμούς .... έως ...., στη διάρκεια της χρήσης 1997 και δη από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1997, εγγραφές πληρωμής στην ΑΤΕ, για εξόφληση δανείων, του συνολικού ποσού των 189.198.160 δραχμών. Όμως αποδείχθηκε ότι κατά το διάστημα αυτό κατέβαλαν για την αιτία αυτή στην Αγροτική Τράπεζα το συνολικό ποσό των 173.060.272 δραχμών και όχι .το ποσό των 189.198.160 δραχμών, όπως εμφαίνεται από τις ως άνω ψευδείς εγγραφές. Με τον τρόπο αυτό καρπώθηκαν σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του έτους αυτούς (1997) τη διαφορά μεταξύ των ως άνω ποσών (189.198.160 - 173.060.272), η οποία ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 16.137.882 δραχμών. Τέλος οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 2.241.213 δραχμών συνολικά κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1997. Ειδικότερα ενεργούντες, κατά τα ανωτέρω, εμφάνισαν στα βιβλία του Συνεταιρισμού ότι την 31-12-1997 το υπόλοιπο του λογαριασμού καταθέσεων όψεως που τηρούσε ο συνεταιρισμός στην ΑΤΕ με αριθμό ........ ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 2.626.386 δραχμών. Δηλαδή ανέγραψαν στο υπ'αριθμ. ..... καθολικό το εν λόγω ποσό με την αιτιολογία "καταθέσεις όψεως", ενώ, όπως αποδείχτηκε το υπόλοιπο ποσό, ήταν μόνο 385.173 δραχμές. Με τον τρόπο αυτό καρπώθηκαν σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του έτους 1997 τη διαφορά μεταξύ των ποσών αυτών που ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 2.241.213 δραχμών. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι ήδη κατηγορούμενοι από κοινού με τον ανωτέρω Χ3 κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1999, και σε μη εξακριβωθείσες επακριβώς ημέρες, με τις ιδιότητές τους, απέκρυψαν από κοινού έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριοι με σκοπό να βλάψουν τον ανωτέρω συνεταιρισμό και να μην αποκαλυφθεί η ως άνω παράνομη συμπεριφορά τους. Συγκεκριμένα απέκρυψαν τα τιμολόγια αγοράς γεωργικών εφοδίων από διάφορους προμηθευτές, τις αποδείξεις πληρωμής των προμηθευτών, τα τιμολόγια πώλησης γεωργικών εφοδίων στα μέλη του συνεταιρισμού και σε τρίτους, τις αποδείξεις είσπραξης των απαιτήσεων του, τους αναλυτικούς λογαριασμούς των συναλλαγών του και το βιβλίο αποθήκης. Στην απόκρυψη των εν λόγω εγγράφων προέβησαν οι κατηγορούμενοι, καθώς και ο ανωτέρω Χ3, με σκοπό να βλάψουν τον συνεταιρισμό και ειδικότερα για να αποφύγουν τον πλήρη διαχειριστικό έλεγχό του αν και γνώριζαν ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν δικά τους αλλ' ανήκαν στον συνεταιρισμό. Ενόψει δε της συμπεριφοράς τους αυτής ο συνεταιρισμός δεν είναι πλέον σε θέση να αποδείξει το ύψος των απαιτήσεων, που ενδεχομένως έχει από την πώληση διαφόρων προΐόντων - εφοδίων και εν γένει από τις συναλλαγές του. Προέβησαν δε οι κατηγορούμενοι (και ο ανωτέρω Χ3) στην απόκρυψη των ανωτέρω εγγράφων του συνεταιρισμού, καίτοι ειδοποιήθηκαν μάλιστα να τα παρουσιάσουν στα αρμόδια όργανα αυτού, καθώς και στον ανωτέρω ορκωτό λογιστή που διορίστηκε για να ελέγξει την περίοδο 1994-1997 και προφανώς και για την διαλεύκανση της ένδικης υπόθεσης, πλην όμως αυτοί επιδιώκοντας να αποφύγουν τον διαχειριστικό έλεγχο του συνεταιρισμού κατά τη διάρκεια που αυτοί ασκούσαν τις ανωτέρω εξουσίες τα απέκρυψαν για να παρεμποδίσουν με τον τρόπο αυτό τη χρήση αυτών ως αποδεικτικών στοιχείων, με προφανή σκοπό να βλάψουν τον συνεταιρισμό. Με την απόκρυψη των εγγράφων αυτών που επιδίωξαν οι κατηγορούμενοι κατόρθωσαν να επιφέρουν βλάβη στα συμφέροντα του συνεταιρισμού, αφού αυτός δεν είχε πλέον στην κατοχή του τα ανωτέρω έγγραφα και έτσι δεν ήταν σε θέση να αποδείξει, το ύψος των απαιτήσεων που ενδεχομένως έχει από την πώληση των γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων, καθώς και το ύψος των κερδών του από τις συναλλαγές αυτές. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκαν από την εξέταση του νομίμου εκπροσώπου του πολιτικώς ενάγοντος και πό τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και οι οποίοι κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, κατά τρόπο σαφή και πειστικό για την προαναφερθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων, καθώς και του ανωτέρω Χ3. Ειδικά οι: 1] ...., Πρόεδρος του Συνεταιρισμού από το έτος 2000, 2] ...., μέλος του συνεταιρισμού, 3] ...., μέλος του συνεταιρισμού - παραγωγός, 4] ..... 5] .....και 6] ..... μέλη του συνεταιρισμού κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι ο Πρόεδρος, ο Ταμίας και ο Λογιστής είχαν πρόσβαση στο ταμείο του, συνεταιρισμού ήτοι : ο ανωτέρω Χ3 και οι ήδη κατηγορούμενοι, και οι οποίοι δεν παρέδωσαν μέχρι το 1998 και τότε η Γενική Συνέλευση αποφάσισε να προσλάβουν ορκωτό λογιστή για να διενεργήσει διαχειριστικό έλεγχο, από τον οποίο βρέθηκε έλλειμμα 85.000.000 δραχμές, τα οποία δεν υπήρχαν στο ταμείο του συνεταιρισμού, γιατί τα πήραν οι κατηγορούμενοι από κοινού με τον ανωτέρω Χ3, προσθέτοντας ότι οι τελευταίοι έφεραν αντιρρήσεις για τη διεξαγωγή του διαχειριστικού ελέγχου για το ένδικο χρονικό διάστημα και δεν παρέδωσαν τα απαραίτητα στοιχεία, βιβλία και παραστατικά τόσο στα αρμόδια όργανα του συνεταιρισμού, όσο και στον Ορκωτό Λογιστή, καίτοι τους ζητήθηκαν ειδικά από τα εν λόγω πρόσωπα. Επίσης, οι ίδιοι μάρτυρες κατέθεσαν για τον τρόπο με τον οποίο ιδιοποιήθηκαν τα ως άνω χρήματα για την ανωτέρω εγγραφή στα βιβλία του συνεταιρισμού, για τα σπαράγγια, η οποία δεν είχε γίνει από λάθος των κατηγορουμένων, αλλά με τέχνασμα για να καρπωθούν τα χρήματα, τα οποία "τα έφαγαν, τα βάλανε στις τσέπες τους", γεγονός το οποίο πέτυχαν με τις ως άνω εικονικές εγγραφές. Τα ανωτέρω πιστοποιούνται και από την κατάθεση του μάρτυρα Μ1- ορκωτού λογιστή, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι από τον διαχειριστικό έλεγχο που διενήργησε για την περίοδο 1994-1997 διαπίστωσε ότι υπήρχε έλλειψη 85.000.000 δρχ. περίπου για τον συνεταιρισμό, που οφείλεται στην προαναφερθείσα μέθοδο - τέχνασμα, των κατηγορουμένων, προσθέτοντας ότι "αυτοί που είχαν πρόσβαση θα μπορούσαν να πάρουν και τα χρήματα, οι κατηγορούμενοι προφανώς είχαν πρόσβαση, ο ταμίας όχι μονό μπορεί, αλλά οφείλει να έχει πρόσβαση". Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι αν γινόταν από λάθος στην περίπτωση της διπλοεγγραφής των 61.000.000 δραχμών θα υπήρχε το πλεόνασμα των 61.000.000 δραχμών στο ταμείο, αντικρούοντας έτσι τον σχετικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι η κρίσιμη αυτή εγγραφή οφείλεται σε λάθος. Ωσαύτως τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη : 1) την από 23.4.1999 μηνυτήρια αναφορά του ....., 2) το με αριθμό Νο 7 πρακτικό της από 27.3.1994 Γενικής Συνέλευσης μελών του αγροτικού συνεταιρισμού ...., 3) την από 18.6.1999 εξώδικη γνωστοποίηση πρόσκληση, 4) την από 27.6.1998 πρόσκληση δήλωση, 5) την έκθεση ελέγχου επί της οικονομικής διαχείρισης του Συνεταιρισμού ....., χρήσεως 1994-1998, την οποία συνέταξε ο λογιστής, ο οποίος καταλήγει στο αιτιολογημένο συμπέρασμα από κοινού με τον ανωτέρω Χ3 ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα ως άνω χρηματικά ποσά με τους προαναφερόμενους τρόπους, 6] την από 15.7.1999 εξώδικη γνωστοποίηση πρόσκληση και 7] την υπ' αριθμ. 248/2002 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία περιέχονται και οι καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω. Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, αφού δεν κατέθεσαν περιστατικά τέτοια τα οποία να αναιρούν τα ανωτέρω στοιχεία, που πλήρως πιστοποιούν την εις βάρος των κατηγορουμένων κατηγορία. Ειδικά, ο μεν δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε αποκλειστικά για την προσωπικότητα του δευτέρου κατηγορουμένου, ο δε πρώτος, όλως αβασίμως κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι δεν άκουσε τίποτε για τη συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου καίτοι ήταν γεωπόνος - αποθηκάριος στις αποθήκες του συνεταιρισμού, προσθέτοντας ότι "έκανε είσπραξη χρημάτων από την Τράπεζα και τα μοίραζε στα μέλη, εν γνώσει του ΔΣ του συνεταιρισμού, και 2] η διπλοεγγραφή δεν ξέρει "από ποιόν έγινε, δεν ξέρει ποιός έκανε την καταχώρηση" και 3] δεν άκουσε ότι πήρε έγγραφα μαζί του όταν έφυγε. Οι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού όλως αορίστως και αβασίμως αρνούνται την τέλεση των ανωτέρω πράξεων. Με την άρνηση τους όμως αυτή δεν αιτιολογήθηκε καθόλου η επικαλούμενη μη συμμετοχή τους στην ανωτέρω τέλεση των ενδίκων πράξεων, αφού αυτές αποδείχτηκαν κατά τρόπο σαφή και πειστικό από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, ενώ η τέλεση τους δεν αναιρείται ούτε και από τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά πρόταση τους. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους των αποδιδόμενων σ' αυτούς αξιοποίνων πράξεων α) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με ζημία σε βάρος του άνω Συνεταιρισμού που υπερβαίνει το ποσό των 50 εκατ. δραχμών και β) της υπεξαγωγής εγγράφων και επέβαλε σ' αυτούς ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και οκτώ (8) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, παρά τα αντιθέτως από τους αναιρεσείοντες υποστηριζόμενα, εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 222,375 παρ.1β,2 του Π.Κ και 1παρ.1 του Ν.1608/1950 τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην απόφαση, ενόψει του χρόνου τέλεσης της πράξης και για τη θεμελίωση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, αναφέρεται η ιδιότητα του διαχειριστή με την οποία οι κατηγορούμενοι υπεξαίρεσαν χρήματα του Συνεταιρισμού ειδικώς δε για τον Χ2 αναφέρεται ότι ως μέλος του Δ.Σ του Συνεταιρισμού είχε και εξουσία εκπροσώπησης αυτού και τέλος το δικαστήριο με τις εκ του πράγματος παραδοχές τους δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν από κοινού, χωρίς να είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας να εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες ενέργειες καθενός από αυτούς. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ2 α) ότι έληξε η θητεία του ως ταμία την 6-4-1997 και έκτοτε αποχώρησε από τον συνεταιρισμό συνεπώς δε, εξ αντικειμένου, δεν μπορούσε να υπεξαιρέσει την 31-12-1997 το ποσό των 61.716.830 και β) ότι ενόψει της αποχώρησής του, κατά τον παραπάνω χρόνο, είναι αντιφατική η παραδοχή της αποφάσεως ότι υπεξήγαγε έγγραφα του συνεταιρισμού κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 1999, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν είχε στην κατοχή του όταν αποχώρησε , είναι απαράδεκτες διότι συνιστούν άρνηση της κατηγορίας και βάλλουν κατά των περί του αντιθέτου ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως που δεν ελέγχονται αναιρετικώς, ειδικώς δε για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, ο χρόνος τέλεσης αυτής δεν τελεί σε συνάρτηση με τον χρόνο παραμονής του αναιρεσείοντος αυτού στον συνεταιρισμό. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως του Χ2, που προβάλλονται με το κύριο δικόγραφο και το δικόγραφο προσθέτων λόγων και με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι. Για τους ίδιους λόγους, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο για έλλειψη αιτιολογίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως του Χ1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 68 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, εκείνος που δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής, έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αφορά την πίστη και το κύρος του νομικού προσώπου έναντι τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπο προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως του Χ1, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..... για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς ο εν λόγω συνεταιρισμός στη δήλωση παραστάσεως να εξειδικεύει τον αιτιώδη σύνδεσμό μεταξύ της πράξης την οποία τέλεσε ο κατηγορούμενος και της ζημίας αυτού και χωρίς να προσδιορίζει το περιεχόμενο της ηθικής βλάβης. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται ο τρόπος πρόκλησης της ηθικής βλάβης η οποία είναι απότοκος των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενων γεγονότων και περαιτέρω, επί ζημιωθέντος νομικού προσώπου, η ηθική βλάβη αυτού, πρόδηλο είναι, ότι αναφέρεται στην μείωση της πίστης και του κύρους αυτού. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-6-2006 αίτηση και τους από 22-1-2007 προσθέτους λόγους του Χ2 και την από 29-5-2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 501-502/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ