Αριθμός 1218/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-2-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χας Μ. Λ., το γένος Ε. Τ., 2) Κ. Λ. του Μ., 3) Α. Λ. του Μ. και 4) Κ. συζ. Α. Λ., το γένος Χ. Σ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελεάνα Χατζησίμου και οι 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Χατζηχαραλάμπους. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2010 αγωγή των 1ης και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκε με την από 18-9-2011 αγωγή των 3ου και 4ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2016 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, την αναίρεση των οποίων ζήτησε μεταξύ άλλων και η ήδη αναιρεσείουσα με την από 23-6-2016 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1672/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε (ως προς την αναιρεσείουσα) την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Εκδόθηκε η 4/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 12-6-2019 (αρ. κατ. 17/2019) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 4/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου), ασκήθηκαν: 1) η από 6-8-2010 (αρ. κατ. 81/2010) αγωγή της πρώτης και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και 2) η 18-9-2011 (αρ. κατ. 107/2011) αγωγή του τρίτου και της τετάρτης των αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενες κατά του (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) C. L. και της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζήτησαν την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, συνεπεία του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους Μ. Λ., που επήλθε κατά το οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγομένη, οχήματος. Οι ως άνω αγωγές συνεκδικάστηκαν ερήμην των εναγομένων και, με την εκδοθείσα η υπ' αριθμ. 86/2013 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που διορθώθηκε μεταγενέστερα, με την υπ' αριθμ. 81/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, έγιναν αυτές εν μέρει δεκτές. Κατά της αποφάσεως αυτής, όπως διορθώθηκε, οι εναγόμενοι άσκησαν την από 30-7-2014 έφεση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με αριθμό καταθέσεως 80/2014, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 10/2016 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι το δικόγραφό αυτής κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και όχι στη γραμματεία της μεταβατικής έδρας του Πρωτοδικείου, δηλαδή στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Μυρίνης Λήμνου. Οι εναγόμενοι- εκκαλούντες άσκησαν αναίρεση κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 1672/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, ως προς την ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, αναιρέθηκε, ως προς αυτήν, η εν λόγω απόφαση, και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο. Η υπόθεση επανεισήχθη στο Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με κλήση της ήδη αναιρεσείουσας και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία, ενόψει του ότι η πρωτόδικη είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, η δε έφεση αυτής είχε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού ερευνήθηκαν οι ως άνω ένδικες αγωγές ως προς τη νομική και ουσιαστική τους βασιμότητα, κατ' άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ., έγιναν αυτές εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 270/2019), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 877/2021, ΑΠ 898/2020, ΑΠ 797/2020). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του ίδιου ως άνω νόμου, στην παράγραφο 4 αυτού, ορίζεται ότι "ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία .., εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν". Επίσης, στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ. ορίζεται ότι: "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς" (παρ. 1), "ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν" (παρ. 2). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020). Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020). Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021, 1250/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 1-3-2010 και περί ώρα 7:50 π.μ. ο Μ. Λ., σύζυγος και πατέρας των εναγουσών (ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων) της υπό στοιχ. Α ανωτέρω αγωγής, και γιος των εναγόντων (ήδη τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων) της υπό στοιχ. Β ανωτέρω αγωγής, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ όχημα του (ΤΑΞΙ) εκινείτο κανονικά στην επαρχιακή οδό Μύρινας - Μούδρου και στο δεξιό ρεύμα πορείας, με κατεύθυνση από Μούδρο προς Μύρινα, φορώντας ζώνη ασφαλείας, με ταχύτητα μικρότερη από 80 χλμ/ώρα, η οποία ήταν και η ανώτερη επιτρεπόμενη ταχύτητα, σύμφωνα με πινακίδα Ρ-32 που είχε τοποθετηθεί στο σημείο του δρόμου αυτού και κάτω από πολύ καλές καιρικές συνθήκες, καιρού, φωτός, στεγανότητας του οδοστρώματος, ορατότητας και αραιής σχετικά κυκλοφορίας. Η ανωτέρω επαρχιακή οδός είναι ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατευθύνσεως και στο 18° χλμ. αυτής είναι ευθεία σε μήκος τουλάχιστον πεντακοσίων (500) μέτρων, με πλάτος 7,20 μέτρων και εκατέρωθεν χωμάτινο έρεισμα πλάτους 3,50 μέτρων, ενώ στην ανωτέρω χιλιομετρική θέση της οδού αυτής, εκατέρωθεν της οδού και παράλληλα προς τα πρανή αυτής, υπάρχουν πεζούλια γέφυρας πλάτους 1,50 μέτρων, διότι κάτω από το οδόστρωμα και κάθετα προς τον άξονα αυτού διατρέχουν χαντάκια απορροής νερών, βάθους 2,50 μέτρων από το επίπεδο του οδοστρώματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος C. L., ως προς τον οποίο δεν εισάγεται για συζήτηση η ένδικη υπόθεση, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες στην δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην ίδια ανωτέρω επαρχιακή οδό και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από Μύρινα προς Μούδρο, χωρίς να βαίνει με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να προσαρμόσει την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (πλάτος αυτής, ύπαρξη γέφυρας), κινούμενος με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 80χλμ/ώρα, με αποτέλεσμα να χάσει απολύτως τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο πλαγιολίσθησε αρχικά στο χωμάτινο έρεισμα που βρισκόταν στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του και σε μήκος 35 μέτρων και στη συνέχεια συνεχίστηκε η πλαγιολίσθησή του επί της ασφάλτου σε μήκος 16 μέτρων, χωρίς να υπάρχει κανένα ίχνος πέδησης εκ μέρους του ανωτέρω οδηγού, που θα ανέκοπτε την ανεξέλεγκτη πορεία του οχήματός του και εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα πορείας, στο οποίο εκινείτο σύννομα ο Μ. Λ., προσκρούοντας στο εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του και συγκεκριμένα στην πόρτα του οδηγού. Η πρόσκρουση, δε, ήταν τόσο σφοδρή που το ΤΑΞΙ που οδηγούσε ο Μ. Λ., λόγω της αδράνειας, εκτινάχθηκε προς τα δεξιά, έκανε περιστροφή περίπου 180 μοιρών, προσκρούοντας σε παρακείμενο δένδρο και έπεσε στο χαντάκι απορροής υδάτων βάθους 2,50μ., που στο συγκεκριμένο σημείο εκτείνεται διαγώνια προς το οδόστρωμα της οδού και κάτω από αυτήν, ενώ το όχημα του πρώτου εναγόμενου ακινητοποιήθηκε κάθετα επί της επαρχιακής οδού, καταλαμβάνοντας πλήρως το ρεύμα πορείας του ανωτέρω οδηγού ΤΑΞΙ και τμήμα του ρεύματος πορείας του. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε, ως όφειλε και μπορούσε, με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μπορεί να διακόπτει την πορεία του οχήματός του ενώπιον οποιουδήποτε δυνάμενου να προβλεφθεί εμποδίου, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του, να εισέλθει τούτο ανεξέλεγκτα στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να επιπέσει με ιδιαίτερη σφοδρότητα στο όχημα που οδηγούσε κανονικά ο Μ. Λ., απορριπτόμενης της ένστασης συνυπαιτιότητας του παθόντος που προέβαλε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ως ουσιαστικά αβάσιμης ...". Κατόπιν τούτου, το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα και ο επελθών κατ' αυτό θανάσιμος τραυματισμός του Μ. Λ., οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του C. L., οδηγού του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου και ότι δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα ο θανών οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΕ οχήματος (ΤΑΞΙ) Μ. Λ., απέρριψε ως αβάσιμη την προταθείσα από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ένσταση συνυπαιτιότητας και έκανε εν μέρει δεκτές τις ένδικες αγωγές. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην παραπάνω κρίση, αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του C. L., οδηγού του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του θανόντος κατά το ένδικο ατύχημα συγγενούς των ήδη αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε, κατά την υπαγωγή των ανελέγκτως δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τις νομικές διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 4 και 19 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ. (τις οποίες δεν μνημονεύει μεν αριθμητικά η προσβαλλομένη απόφαση, πλην όμως, από το σύνολο των αιτιολογιών της, προκύπτει το πραγματικό τους) και των άρθρων 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του C. L., οδηγού του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του Μ. Λ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΕ οχήματος (ΤΑΞΙ). Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο υπαίτιος οδηγός C. L., που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην επαρχιακή οδό Μύρινας - Μούδρου, με κατεύθυνση από Μύρινα προς Μούδρο, χωρίς να βαίνει με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να προσαρμόσει την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (πλάτος αυτής, ύπαρξη γέφυρας), κινούμενος με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπομένης των 80χλμ/ώρα, με αποτέλεσμα να απωλέσει πλήρως τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο πλαγιολίσθησε, αρχικά στο χωμάτινο έρεισμα που βρισκόταν στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του, σε μήκος 35 μέτρων, στη συνέχεια δε επί του οδοστρώματος, σε μήκος 16 μέτρων, χωρίς να υπάρχει κανένα ίχνος πέδησης εκ μέρους του ανωτέρω οδηγού, που θα ανέκοπτε την ανεξέλεγκτη πορεία του οχήματός του, με αποτέλεσμα να εισέλθει ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα πορείας, στο οποίο εκινείτο σύννομα ο Μ. Λ. και να προσκρούσει στο εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του και συγκεκριμένα στη θύρα του οδηγού. Ως προς τη συμπεριφορά δε του τελευταίου (Μ. Λ.), το Δικαστήριο με σαφήνεια προσδιόρισε ότι αυτός, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΕ όχημά του (ΤΑΞΙ) εκινείτο σύννομα στην επαρχιακή οδό Μύρινας - Μούδρου, στο δεξιό ρεύμα πορείας, με κατεύθυνση από Μούδρο προς Μύρινα, φορώντας ζώνη ασφαλείας, με ταχύτητα μικρότερη από 80 χλμ/ώρα, η οποία ήταν και η ανώτερη επιτρεπομένη ταχύτητα, σύμφωνα με πινακίδα Ρ-32 που είχε τοποθετηθεί στο σημείο του δρόμου αυτού, όταν, το αντιθέτως κινούμενο όχημα του C. L., εισήλθε ανεπίτρεπτα στο ρεύμα πορείας του και προσέκρουσε στο εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του και συγκεκριμένα στην πόρτα του οδηγού. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ. και 12 παρ. 1, 16 παρ. 4 και 19 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άνω άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ουδόλως αναφέρονται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, καθώς και για την ανεύρεση της αληθινής εννοίας ποιου κανόνα δικαίου έπρεπε αυτά να χρησιμοποιηθούν και εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, μέμφεται το Εφετείο για ανεπαρκείς αιτιολογίες, με τις αιτιάσεις ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρονται 1) το σημείο που βρισκόταν το αυτοκίνητο του θανόντος και η απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε την πορεία του οδηγούμενου από τον ασφαλισμένο της οχήματος, ώστε να αποκλεισθεί, με βεβαιότητα, ότι η είσοδος του τελευταίου στο αντίθετο ρεύμα οφείλεται σε προηγηθείσα αιφνίδια παρεμβολή του οχήματος του θανόντος στη δική του πορεία, 2) ποια η αιτία εκτροπής του οχήματος του ασφαλισμένου της, 3) από ποια απόσταση ο θανών μπορούσε και όφειλε να διακρίνει την εκτροπή του οχήματος του ασφαλισμένου της και πόσο τμήμα του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας το τελευταίο κατέλαβε, ώστε να διερευνηθεί αν είχε ή όχι τη δυνατότητα ο θανών οδηγός να ενεργήσει πέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό και σε ποια κατεύθυνση και 4) αν ο θανών κατέβαλε κάποια προσπάθεια αποφυγής του ατυχήματος και δη αν ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό ή πέδηση. Οι παραπάνω αιτιάσεις, δεν συνιστούν ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως, αλλά ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής, περί των συνθηκών της συγκρούσεως, που δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό και, συνακόλουθα, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με αυτές, υπό το πρόσχημα της προβαλλομένης πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, αποδίδει την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, στην εκ μέρους του, χωρίς επιμέλεια και προσοχή και με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, οδήγηση, συνεπεία της οποίας το όχημα αυτού εξετράπη της πορείας του και, αφού εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του θανόντος, εντός του οποίου ο τελευταίος εκινείτο σύννομα, προσέκρουσε επί της θύρας του οδηγού, δέχεται δηλαδή, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι ο τελευταίος δεν είχε το χρόνο και τη δυνατότητα να αντιδράσει αποτρεπτικά. Συνεπώς, οι ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι παρέχεται με αυτή στο δικαστήριο δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι το βαθμό του πταίσματος, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων και, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, την ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει, ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Δεν λαμβάνεται, όμως, υπόψη, η περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1920/2022, Α.Π. 313/2022, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 716/2008, Α.Π. 439/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αναφορικά με τα επιδικασθέντα χρηματικά ποσά στους αναιρεσιβλήτους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, με το να λάβει υπόψη, μεταξύ των εκτιμηθέντων πραγματικών περιστατικών προς προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, την οικονομική κατάσταση της ιδίας, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, μεταξύ των προσδιοριστικών στοιχείων προς καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, έλαβε, πράγματι, υπόψη και την οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας αναφέροντας, επί λέξει "καθώς και την οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας", κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 932 του Α.Κ. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, παρέλκουσας, μετά ταύτα, της έρευνας του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος πλήττει το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως (χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης), καθώς η αναιρετική εμβέλεια του δευτέρου λόγου, που έγινε δεκτός, στο σύνολο του κεφαλαίου αυτού, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του. Εν όψει των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο αυτής. Στη συνέχεια, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δ., καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετά από αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως σ' αυτό από τον Άρειο Πάγο, με την υπ' αριθμ. 1672/2017 απόφασή του. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρεώσεως, για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως, μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως, ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε, κατ' αυτήν, οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 4/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής. Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση και σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα προσδιοριστεί μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα. Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ