Αριθμός 1230/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:1E.-J. χήρα Z. B. το γένος N., κάτοικος ... 2.A.-A. συζ. J. D. το γένος Z. B. 3J. D. του E.-F. για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους I.-E. D., αμφοτέρων κατοίκων ..., 4.H. - K. S. το γένος J. B. 5M. - M. J. το γένος J. B. 6 H.-J. E. το γένος J. B. του Χ.-Γ. Ε.Ι.Ζ.Α.Κ., οι ανωτέρω 4ος, 5ος και 6ος κάτοικοι ... όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Αγγελάκου και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε.-Α. Φ. του Η., κατοίκου ...η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παύλο Μιχαλόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις, και 2. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής και Αντασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ" που εδρεύει στην Καλλιθέα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Λάζαρο Χατζηθεμελή, που ανακάλεσε την δήλωσή του και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2546/2007 μη οριστική και 89/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5956/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-10-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 27-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Εκφεύγει όμως τον αναιρετικό έλεγχο η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη στη συγκεκριμένη περίπτωση, αιτία της σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσο και ως προς το βαθμό (βαρύτητα) του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια. Εξάλλου η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροής την έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις 26-12-2005 και περί ώρα 21.15', η πρώτη εναγομένη Ε.-Α. Φ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στο 2° χιλ/τρο της επαρχιακής οδού, ... στη νήσο ... με κατεύθυνση από ... προς ... και στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος. Η εν λόγω επαρχιακή οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 05,80 μ. και κατά τον ως άνω χρόνο, η κατάσταση της οδού ήταν υγρή λόγω προηγηθείσης βροχοπτώσεως, ο τεχνητός φωτισμός δεν ήταν επαρκής και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή (βλ. έκθεση αυτοψίας του ΑΤ Θήρας). Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, στην ίδια επαρχιακή οδό (2ο χιλ/τρο) και στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας (προς ...) βρισκόταν σταματημένο (λόγω βλάβης), εντός του οδοστρώματος και στο ακροδεξιό αυτού (0,50 μ. από το έρεισμα της οδού), δίκυκλο μοτοποδήλατο (έφερε αριθμ. κυκλοφορίας ...), του οποίου ο οδηγός Z.-S. B., Πολωνός υπήκοος, έχοντας κατέλθει τούτου, βρισκόταν στο οδόστρωμα και επιχειρούσε να το επισκευάσει. Ενώ μοτοποδηλάτης και μοτοποδήλατο, βρισκόταν στην παραπάνω θέση, εντός του οδοστρώματος επέπεσε επ' αυτών το ως άνω, όπισθέν τους κινούμενο, αυτοκίνητο με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος αυτού (φτερό, προφυλακτήρας και δείκτης κατεύθυνσης). Με την πρόσκρουση αυτή, το μεν μοτοποδήλατο εκτινάχθηκε προς τα εμπρός και δεξιά και έπεσε επί του ερείσματος της οδού, σε απόσταση 5 - 6 μ. περίπου από το σημείο της πρόσκρουσης, ο δε μοτοποδηλάτης, αφού κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο, έπεσε στο ανεμοθώρακα (δεξιά) αυτού και στη συνέχεια εκτινάχθηκε προς τα εμπρός και δεξιά και έπεσε σε παρακείμενο (δεξιά της οδού) αγρόκτημα (σε απόσταση ενός μέτρου από την άκρη του ερείσματος της οδού), σε απόσταση 10-12 περίπου μέτρων από το σημείο της πρόσκρουσης. Συνεπεία του ατυχήματος, ο άνω οδηγός του μοτοποδηλάτου, υπέστη, μεταξύ άλλων, βαρεία κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και υπαραχνοειδή αιμορραγία, από τις οποίες σωματικές βλάβες επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Το ένδικο ατύχημα οφείλεται στη συντρέχουσα αμέλεια τόσον του θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου όσον και της εναγομένης οδηγού του αυτοκινήτου και μάλιστα κατά ποσοστό 50% σε καθένα. Ειδικότερα, η αμέλεια της εναγομένης οδηγού, δηλαδή η έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε, ως μέσος συνετός οδηγός, και μπορούσε, κατά τις περιστάσεις, να καταβάλει, συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση και επιπλέον δεν είχε ρυθμίσει την αυξημένη, ενόψει των επικρατουσών συνθηκών (νύκτα, ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός, υγρασία οδοστρώματος, χαμηλή νέφωση), ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε (άρθρα 12§1, 19§2, 3 του ΚΟΚ), υπολογιζόμενη, (η ταχύτητα) βάσει των ως άνω στοιχείων (βλάβες αυτοκινήτου, θανατηφόρες σωματικές βλάβες του οδηγού του μοτοποδήλατου, απόσταση εκτίναξης αυτού κλπ), σε- 60 χλμ/ώρα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί καθόλου το σταματημένο στο οδόστρωμα μοτοποδήλατο και τον οδηγό του (αν και υπήρχε ευθεία τουλάχιστον 100 μέτρων) και, κινούμενη με την ως άνω αυξημένη ταχύτητα, να επιπέσει επ' αυτών, με τις προαναφερόμενες συνέπειες. Εξάλλου, η αμέλεια του θανόντος οδηγού συνίσταται στο ότι, όταν το μοτοποδήλατό του ακινητοποιήθηκε λόγω βλάβης επί του οδοστρώματος, δεν το μετακίνησε, εκτός αυτού (αν και μπορούσε) και, σε κάθε περίπτωση, αν και ήταν νύκτα και ο φωτισμός ανεπαρκής, δεν έλαβε τα κατάλληλα προειδοποιητικά μέτρα προς αποφυγή ατυχήματος και ειδικότερα δεν είχε αναμμένα τα πίσω φώτα θέσης του μοτοποδηλάτου, ούτε είχε επισημάνει με οποιοδήποτε τρόπο τη θέση αυτού στο οδόστρωμα, ώστε να γίνεται αντιληπτή η παρουσία του στους λοιπούς χρήστες της οδού. Το γεγονός ότι το μοτοποδήλατο ήταν σταματημένο, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, στην παραπάνω θέση και: όχι εν κινήσει (προπορεύομενο του αυτοκινήτου) αποδεικνύεται κυρίως από την έκθεση αυτοψίας που συνέταξε το Α.Τ. Θήρας που επελήφθη του ατυχήματος, στην οποία αναφέρεται ότι η αλυσίδα κίνησης (του μοτοποδηλάτου) ήταν εκτός κανονικής θέσεως και εξ αιτίας αυτής να ήταν τούτο ακινητοποιημένο, κατά την στιγμή του ατυχήματος, το δε εξάρτημα στήριξης (ποδαράκι μασπιέ) αυτού ήταν κατεβασμένο, ώστε να μπορεί να στηριχθεί το μοτοποδήλατο, καθώς από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων Μ. Δ. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και την από 27-12-2005 προανακριτική κατάθεση του ιδίου, στην οποία αυτός αναφέρει ότι, ακολουθώντας, με το αυτοκίνητο του, το ως άνω αυτοκίνητο της εναγομένης σε απόσταση 150 περίπου μέτρων, δεν αντιλήφθηκε να κινείται, μπροστά από το εν λόγω προπορευόμενο αυτοκίνητο, κάποιο άλλο όχημα, ούτε είδε κάποιο φως. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο ως άνω θανών, οδηγός του μοτοποδηλάτου, κατά τον χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, αφού, από την εξέταση του αίματος του, διαπιστώθηκε η παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 2,06 γραμμ. ανά. λίτρο αίματος (βλ. από 9-3-06 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Μ. Σ.-Λ.). Δηλαδή, σε ποσοστό μεγαλύτερο από το καθοριζόμενο στο άρθρο 42§1 του ΚΟΚ ως ανώτατο ανεκτό ποσοστού οινοπνεύματος στο αίμα που είναι 0,50 γραμμ. ανά λίτρο αίματος. Το γεγονός αυτό επηρέασε την ικανότητα του άνω θανόντος οδηγού προς οδήγηση, μείωσε αρκετά την αντίληψη του και έτσι συνετέλεσε στην παραπάνω αμελή οδηγητική συμπεριφορά του". Με βάση τις ως άνω παραδοχές ως προς τη συνυπαιτιότητα των οδηγών για την πρόκληση του επιδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος κατέληξε στην απόρριψη των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της όμοια καταλήξασας πρωτοβάθμιας απόφασης ως αβασίμου, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας καθενός των οδηγών που ενεπλάκησαν στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα και του ποσοστού συνυπαιτιότητας καθενός αυτών. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη μόνο ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς οχλήσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθησαν στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε στην ένδικη υπόθεση (προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ και του ΚΟΚ). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη από το ως άνω κεφάλαιο μόνο απόφαση, διαλαμβάνονται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια ποίες οι παραλείψεις καθενός των δύο οδηγών που ενεπλάκησαν στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα και τον αιτιώδη σύνδεσμο και που ήταν όλες πρόσφορες στην πρόκληση του θανατηφόρου αποτελέσματος του ενός αυτών. Δηλονότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ οι προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες με την ένδικη αίτηση αναίρεσης αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μόνος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.10.2011 αίτηση των E.-J. χήρας Z. B.A.R.A.N., A.-A. συζύγου J. D.E.B.N.Y. και λοιπών ομοδίκων τους για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5956 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) για καθεμία αυτών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ