Αριθμός 1658/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ..................................., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1147/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..................................., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1876/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, υπό τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ΄ ΠΚ, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση και μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιείταιτο έγγραφο, αμέσως ή εμμέσως. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για πλαστογραφία αποφάσεως, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1147/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφίαν, πλαστογραφίας μετά χρήσεως και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, σε αδιευκρίνιστη χρονολογία, εμπίπτουσα στο διάστημα από 31-8-1999 έως 30.11.1999, στα .............. Θεσσαλονίκης, με πρόθεση νόθευσε γνήσιο έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση τούτου. Ειδικότερα, δέχθηκε, κατά την κρίση της πλειοψηφίας των μελών του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο μηνυτής είναι εργολάβος οικοδομών, ο οποίος ασχολείται με την εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών μικροέργων. Ο κατηγορούμενος είναι κύριος οικίας στα ......... Θεσσαλονίκης, στον περίβολο της οποίας διατηρούσε 7 μηχανήματα οικοδομικών έργων. Την .........., με ιδιωτικό συμφωνητικό που κατηρτίσθη μεταξύ αυτών, ο κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον μηνυτή τα μηχανήματα αυτά, που ο ίδιος παρέλαβε, αντί τιμήματος 12.000.000 δραχμών, το οποίο θα εκαλύπτετο με την αντίστοιχο αξία οικοδομικών εργασιών που θα εκτελούσε ο τελευταίος στην οικία τούτου, μέχρι το τέλος Αυγούστου 1999. Ως εγγύηση όμως της εκτελέσεως αυτής των εργασιών αυτών, ο μηνυτής της εξέδωκε, εις διαταγή του κατηγορουμένου, μια επιταγή ποσού 15.000.000 δραχμών, πληρωτέα στην Ιονική Τράπεζα. Ο μηνυτής διατείνεται ότι δεν περιελήφθη στην επιταγή αυτή χρόνος πληρωμής, ως εκ του εγγυητικού της χαρακτήρος, αποδεικνύεται όμως ότι εις αυτή είχε τεθεί ως τέτοιος χρόνος η 31-8-1999. Ο τελευταίος έκανε έναρξη των εργασιών αυτών, αναμένοντας την αποστολή των σχετικών εγγράφων από τον κατηγορούμενο, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε μεταβεί στη Γερμανία, δια την νόμιμο μεταβίβαση εις αυτόν των ανωτέρω μηχανημάτων, δια τα οποία δεν του είχαν παραδοθεί ούτε τα πιστοποιητικά της εισαγωγής των στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τα κινήσει και να τα χρησιμοποιήσει. Ο τελευταίος, μετά πάροδο αρκετού χρόνου του απέστειλε τα ως άνω πιστοποιητικά εισαγωγής του Τελωνείου Θεσσαλονίκης και έτσι την ........... κατηρτίσθη συμπληρωματικό συμφωνητικό μεταξύ αυτών, συμφώνως προς το οποίο ο μηνυτής θα εκτελούσε τις αναφερόμενες εις αυτό εργασίες στην οικία του κατηγορουμένου, μέχρι την 30-11-1999, με την επίβλεψη του ............... που ο τελευταίος ώρισε ως αντιπρόσωπό του. Παραλλήλως, όμως, η προαναφερόμενη επιταγή, που είχε δοθεί ως εγγύηση, ποσού 15.000.000 δραχμών, αντικατεστάθη με τρεις άλλες επιταγές, ποσού 4.000.000 δραχμών εκάστη, με τα στοιχεία, που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης, λήξεως όλων την 30-11-1999 και έτσι έπαυσε να ισχύει, ως προς αυτή, ο σκοπός δια τον οποίο είχε εκδοθεί και έπρεπε να επιστραφεί στον μηνυτή. Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε στον μηνυτή την επιταγή αυτή, την οποία είχε μεταβιβάσει και παραδώσει στον προαναφερόμενο ................, στον οποίο παρέδωσε και τις τρεις νέες επιταγές, που εξεδόθησαν, κατά τα ανωτέρω, προς αντικατάστασή της, μετά την εκτέλεση των αναληφθεισών από αυτόν εργασιών στην οικία του κατηγορουμένου. Αντιθέτως, την παρέλαβε από τον ρηθέντα .......... και αφού ενόθευσε την ημερομηνία λήξεώς της, μεταβάλλοντας αυτή από 30-8-1999 εις 30-11-1999 εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του μηνυτού, την εμφάνισε την 2-12-1999, στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, όπου όμως εσφραγίσθη, συνεπεία ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. Περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών καταθέτει ο μηνυτής πολιτικώς ενάγων, κατά τον οποίο, ενώ ο ίδιος εξετέλεσε το έργο, δεν του μετεβιβάσθησαν νομίμως τα μηχανήματα, δια τα οποία δεν έχει εκδοθεί άδεια, ενώ στα χέρια του κατηγορουμένου ευρίσκονται όλες οι επιταγές, ποσού 27.000.000 δραχμών, βεβαιώνονται δε και από τον μάρτυρα .............., συνεργάτη τούτου, τόσο με την κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου όσο και αυτή ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου, η απόφαση του οποίου ανεγνώσθη. Ο κατηγορούμενος χωρίς να αμφισβητεί τα λοιπά πραγματικά περιστατικά, που αφορούν στην ως άνω συμφωνία, ισχυρίζεται, με την ενώπιον του Δικαστηρίου απολογία του, ότι ο μηνυτής ετέλει εν γνώσει της μεταβολής του ως άνω, χρόνου πληρωμής της επιταγής αυτής ποσού 15.000.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, εφ' όσον η τοιαύτη γνώση του μηνυτού αφορά στον χρόνο πληρωμής των τριών νέων επιταγών (30-11-1999), που εξεδόθησαν εις αντικατάσταση αυτής. Άλλωστε, εν όψει της αντικαταστάσεως αυτής από τις τρεις νέες, ποσού 4.000.000 δραχμών εκάστη, δεν υφίστατο λόγος μεταβολής του χρόνου πληρωμής της, ώστε αυτός να συναινέσει εις αυτή. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι, ενώ ο μηνυτής, συμφώνως προς την από του μηνός Νοεμβρίου 2004 έκθεση της Πολιτικού Μηχανικού ................. (που ανεγνώσθη), η οποία ενήργησε κατ' εντολήν του κατηγορουμένου, επραγματοποίησε εργασίες συνολικής αξίας 3.783.000 δραχμών (με τιμές του 2004) στην οικία τούτου, ο κατηγορούμενος, με την από 30-11-1999 εξώδικο δήλωσή του, αιτείται από τον τελευταίο την πληρωμή του ποσού και των 4 επιταγών, ήτοι ποσού 27.000.000 δραχμών "για την εξόφληση του τιμήματος των μηχανημάτων που του πούλησε", το οποίο όμως είχε ορισθεί στο ποσό των 12.000.000 δραχμών κατά τα ανωτέρω. Επί τη βάσει των προεκτεθέντων, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί, κατά πλειοψηφία, ένοχος της αξιοποίνου πράξεως που του αποδίδεται, όπως αυτή διατυπούται στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις υπαγωγής των στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ που εφήρμοσε, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες καθόσον δεν καθίσταται ενδοιαστική η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκ του ότι το χρόνο τελέσεως της νοθεύσεως τον τοποθετεί μεταξύ 31.8.1999 και 30.11.1999 και όχι σε ακριβή χρονολογία, ούτε παρίσταται ελλιπής εκ του ότι α) δεν διευκρινίζει αν η νόθευση έγινε πριν ή μετά τη δεύτερη συμφωνία της .................., β) δεν εκθέτει τις εκτελεσθείσες απ' το μηνυτή οικοδομικές εργασίες και την αξία τους μέχρι ................., ούτε εκείνες που είχαν εκτελεσθεί μέχρι 30.11.1999 και, περαιτέρω, αν ο μηνυτής είχε εκπληρώσει κατά τους εν λόγω χρόνους τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με τα δυο συμφωνητικά, γ) δεν διευκρινίζει, ως προς την αρχική χρονολογία της επιταγής (31.8.1999) για την οποία δέχεται ότι είχε τεθεί κατά την έκδοσή της, ποιος είχε θέσει την χρονολογία αυτή και δ) δεν διευκρινίζει αν η αντικατάσταση της επιταγής των 15.000.000 δρχ. συμφωνήθηκε προφορικώς ή εγγράφως, ενώ οι αντίθετοι λοιποί ισχυρισμοί και επιχειρήματα ανάγονται σε παραδοχές του Εφετείου περί τα πράγματα που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτες. Επομένως, είναι αβάσιμοι και, πρέπει, να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε΄ ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, που πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του ....................................., περί αναιρέσεως της 1147/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2007. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ