Αριθμός 921/2003 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1248/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου, που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα του στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου. Με κατηγορούμενη τη ..., που δεν παρέστη. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 33/07.11.2006 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1750/2006. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (483 παρ. 3, 473 παρ. 3 ΚΠΔ), την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως καταδικαστικής ή αθωωτικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. ΙΙ. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών για δάνεια με εγγύηση του Δημοσίου, για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και για χρέη γενικά προς το Δημόσιο και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση του δράστη να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξης. Με την αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, αφενός μεν, ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 93 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ είναι: 1) Η αρχή που προέβη στην βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο χρόνος δε αυτός δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 20 παρ. 2 του ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, πριν την οριστικοποίηση της οριστικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκήση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνο στην παράλειψη υποβολής ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος, στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών, και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του πιο πάνω νόμου), από της ενάρξεως της ισχύος τούτου, επιβάλλεται, ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο προβλεπομένων εγκλημάτων, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της φορολογικής παράβασης που διαπιστώθηκε, η προηγούμενη επ' αυτή τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεώς της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, δεν απαιτείται προκειμένου περί εγκλημάτων φοροδιαφυγής, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για τη δίωξη αυτή δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλ' ούτε, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επ' αυτής κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18, και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ίδιου νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η κατηγορούμενη ... κηρύχθηκε αθώα της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990), που συνίσταται στο ότι στον ..., κατά το χρονικό διάστημα από 3-8-2003 έως 29-8-2003, δεν κατέβαλε στην ΔΟΥ ... συνολική οφειλή προς το Δημόσιο, ποσού 15.512, 37 ευρώ, με την αιτιολογία ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στην ίδια απόφαση " δεν προέκυψε ότι έχει επέλθει οριστικοποίηση των φορολογικών εγγραφών του από 16-4-2004 πίνακα της ΔΟΥ ..., ούτε αν ασκήθηκε προσφυγή κατά των εν λόγω χρεών προκύπτει, ούτε προκύπτει ότι προσκομίσθηκαν επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, για την άσκηση της κατά το νόμο ποινικής δίωξης". Έτσι όμως που αποφάνθηκε το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα προπαρατεθέντα, τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρων 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997 και του άρθρου 21 παρ. 4 του ίδιου νόμου, αφού μεταξύ των προϋποθέσεων που τίθενται από τον νόμο για την ενοχή της κατηγορουμένης για την αποδιδόμενη σε αυτή πιο πάνω αξιόποινη πράξη της παραβίασης προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν είναι και οι αναφερόμενες στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/97, η μη συνδρομή των οποίων, στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η λόγω διάταξη, δεν οδηγεί σε αθώωση του κατηγορουμένου, αλλά συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως, που καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεώς της, απαράδεκτη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως , είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1248/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγίου Νικολάου Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ