Αριθμός 794/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πέππα και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ξένου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2269/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3405/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/11/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-11-2012 αίτησης του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3405/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους. Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από το φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων. Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν. Εξάλλου, η Φ46/3239/23.2.1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β` 108) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα και στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι: α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην AT.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών των εταιριών. Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας". Εξάλλου, η ίδια ως άνω υπουργική απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει, ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος υπό τις προϋποθέσεις: α) ... β) Εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών, 2) το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επομένη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου, 3) για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου... ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα - πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.), 4) αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής: Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος". Περαιτέρω, το άρθρο 37 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α` 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ` Κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993" Τρίτου Μέρους του εν λόγω νόμου, ορίζει ότι: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους". Εξάλλου, ο ίδιος Ν. 2084/1992 στο άρθρο 57 του Δ` Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992" ορίζει τα εξής: "1. Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών:1)...2)...3)Αγροτικής και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας "Η Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος 2) ... 3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1. 1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης, 4) (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν, δηλαδή, αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του Ν. 2676/99 ΦΕΚ Α` 1). Με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγουμένης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων". Κατ` εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 57 του Ν. 2084/92, εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και, ειδικότερα, η απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (7/οικ. 1231/1.6.93 (ΦΕΚ Β` 404) και οι αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 7/οικ. 1490/24.8.94 (ΦΕΚ Β` 653) και 7/οικ. 1237/6.7. 95 (ΦΕΚ Β` 646)), με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994 και 1995, αντιστοίχως. Επειδή, από τις εκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις συνάγεται ότι το παρεχόμενο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό Κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του ανωτέρω Ταμείου σχηματιζόταν κα` όλο το χρόνο ασφαλίσεως του καθ` ου μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους και, ειδικότερα, σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε 1.1. 1993 και έως την έξοδο του καθ` ου από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων, όσο και της εργοδότριας Τράπεζας με τη διαφορά ότι οι εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας έβαιναν συνεχώς μειούμενες. Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ` έως ε` της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου προβλέπονταν ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (από τις ασφαλιστικές εργασίες της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιριών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του εν λόγω Ταμείου) πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επιδίκου εφ` άπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ανωτέρω Κλάδου Πρόνοιας. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Εξ άλλου, η ως άνω διάκριση, εν όψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου έτσι, ώστε βασίμως να προσδοκάται από αυτόν και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος του (ΑΕΔ 5/2007, Ολ. ΑΠ 17/2005, Α.Π. 1769|2012, Α.Π. 8|2012). Τέλος, στο άρθρο 24 παρ. 5 του Καταστατικού του αναιρεσείοντος ορίζονται τα εξής: "για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού", δηλαδή παλαιό καταστατικό και πλαφόν του ν. 2084/1992. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας την 19-12-1983 και αποχώρησε από την εργασία του σ` αυτή την 10-1-2007 έχοντας συμπληρώσει 25 έτη, 7 μήνες και 28 ημέρες συνεχούς υπηρεσίας σ` αυτή. Το αναιρεσείον ταμείο καθολικός διάδοχος του κλάδου προνοίας του ταμείου συντάξεως και προνοίας προσωπικού ΑΤΕ (αρθ. 20 παρ. 6 ν. 3029/02) και με σκοπό μεταξύ άλλων την χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σ` αυτό υπαλλήλους της ΑΤΕ κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο λόγω της αναχώρησής του με την αριθ. 2338|3|16-1-2007πράξη απονομής εφάπαξ και την υπ' αριθμ. 2393|31-5-2007 πράξη αναπροσαρμογής εφάπαξ, το ποσό των 82.730,90 ευρώ ως εφάπαξ βοήθημα σύμφωνα με το αρθ. 15 του με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 9-2-04 καταστατικού του (Φ/80000/23358/1107 ΚΥΑ Οικονομίας, και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ΦΕΚ 2B/7-1-2007). Σύμφωνα όμως με το υπ` αριθ. 24 παρ. 5 του παραπάνω καταστατικού που περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα απ` αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν ν. 2084/92). Κατά το αμέσως παραπάνω άρθρο, που εφαρμόζεται και στην περίπτωση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός αποχώρησε στις 10-1-2007, δηλαδή εντός πενταετίας από την έναρξη εφαρμογής του καταστατικού, και εφόσον ο υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος γινόταν με το παλαιό καταστατικό χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 3 του ν.2084/92, ως αντισυνταγματικό, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ως εφάπαξ βοήθημα το ποσό των 114.796,09 ευρώ (το ύψος του οποίου δεν αμφισβητεί το εναγόμενο). Συνεπώς με βάση το παραπάνω καταστατικό και τα προαναφερθέντα άρθρα αυτού ο ενάγων δεν μπορεί να λάβει μικρότερο ποσό από αυτό των 114.796,09 ευρώ και επομένως δικαιούται την εκ 32.065,19 ευρώ διαφορά όπως δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, αφού κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και με βάση την ως άνω μεταβατική διάταξη του ισχύοντος καταστατικού του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το επιδικασθέν σ` αυτόν χρηματικό ποσό, εφόσον α) αποχώρησε από την υπηρεσία του μέσα στην πενταετία, που προβλέπει το άρθρο 24 παρ. 5 του Καταστατικού του αναιρεσείοντος και β) η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084|1992, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγείται στους ασφαλισμένους αυτού (αναιρεσείοντος), κρίθηκε, κατά τα άνω, ως αντισυνταγματική. Επομένως και οι τρεις λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους το αναιρεσείον τα αντίθετα υποστηρίζει, είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-11-2012 αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3405|2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ