ΑΡΙΘΜΟΣ 621/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόκοτα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 40181/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 42/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποίαν απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά εγκύρου επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο 2) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με τη νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις και του σκοπού της διάταξης του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κωδικός, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ1 είδος γενικώς, χωρίς και να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ1 αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένα σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως και συγκρίσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου ως και η παράλειψη συσχετίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι εις τις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στη προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη με αριθμό 40181/2012 απόφασή του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη, δέχθηκε τα παρακάτω: Ο εκκαλών, στην Αθήνα, την 18-2-2005, με πρόθεση, εξέδωσε την επιταγή με αριθμό ..., για να πληρωθεί από την Τράπεζα ALPHA BANK, για το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ, σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "WYNUS PROMOTION Ε.Π.Ε.", η οποία (επιταγή) νόμιμα, στη συνέχεια μεταβιβάστηκε, με οπισθογράφηση, στο μάρτυρα, Σ. Μ., ο οποίος, με τον τρόπο αυτό, κατέστη νόμιμος κομιστής της. Η δε επιταγή, αφού εμφανίστηκε προς πληρωμή, την 22-2-2005, δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα, διότι δεν υπήρχε αντίκρισμα, πράγμα που ο εκκαλών-κατηγορούμενος γνώριζε κατά την έκδοσή της. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο και καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων-κατηγορούμενος καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 όπως ισχύει, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να την παραβιάσει, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρει την έκδοση από τον αναιρεσείοντα της επίδικης επιταγής, που υπογράφηκε απ' αυτόν, τον χρόνο εκδόσεώς της, την εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και την μη πληρωμή της, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο της πληρωμής, τον οποίον η απόφαση εκθέτει σαφώς και ορισμένως, με το να δεχθεί ότι εμφανίσθηκε στις 22-2-2005 στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Η μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι ενώ από τα (αναγνωσθέντα) πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως προέκυπτε ότι η οφειλή του από την επιταγή περιορίσθηκε στο ποσό των 85.000 ευρώ, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αυτή ανέρχεται στο ποσό των 150.000 ευρώ, είναι απαράδεκτη, καθόσον, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης η αιτίαση ότι δεν αναγνώσθηκε η ένδικη επιταγή, είναι απορριπτέα, διότι αυτή αποτελεί το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του αναιρεσείοντος και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου, εκ τούτου δε γνώριζε ο τελευταίος την κατηγορία και κατ' ακολουθίαν το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και μπορούσε, αν το ήθελε, να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του. Συνεπώς ο από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 εδ.α' ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3904/2010 αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, αν η ποινή που επιβάλει δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον καταδικασθέντα, για το ζήτημα της αναστολής, αν δε κρίνει αρνητικά για το ζήτημα αυτό, οφείλει να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του αυτή. Αν το δικαστήριο προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής σε χρηματική χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει για την αναστολή αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει, όπως όφειλε, αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της αναστολής της ποινής και ακολούθως να αιτιολογήσει ειδικά την αρνητική κρίση του για το ζήτημα αυτό, ήτοι ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Έτσι, όμως, υπερέβη την εξουσία του και ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠοινΔ, (κατ' εκτίμηση) είναι βάσιμος. Η προβαλλόμενη απόφαση, επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, μόνο ως προς τη διάταξη αυτή για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση αυτού από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την με αριθμό 40181/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την διάταξη της περί μετατροπής της ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά τα ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την ανωτέρω αίτηση για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ