Αριθμός 500/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο, για αναίρεση της υπ'αριθ.5776/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 470/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, πρέπει για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης απόφασης, εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο να προκύπτει η επίδοση (Ολ.ΑΠ 4/1995, 6 και 7/1994) χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 του ΚΠΔ στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης, είτε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος εξ αιτίας των οποίων απωλέστηκε η προθεσμία άσκησης της έφεσης (άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει, να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά και επί των οποίων, εφόσον προτείνονται ορισμένως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική του απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών- κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή (ΑΠ 1721/2011, 1388/2011, 1510/2011, 976/2011, 966/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 5776/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η 3071/2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 56393/25.5.2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών για παράβαση του περί επιταγών. Από την έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ..., οδός ... προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της- εφέσεως του, προέβαλε ότι την έφεση την ασκεί εκπρόθεσμα, "διότι ουδέποτε του επιδόθηκε η κλήση για το δικαστήριο, ούτε και η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία επιδόθηκε στην οδό ..., στην ..., τόπο εργασίας, τον οποίο είχε κλείσει πριν ένα χρόνο". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεση του ακυρότητα της επίδοσης της αποφάσεως, επικαλούμενος ότι κατά τον χρόνο της επιδόσεως της είχε γνωστή διεύθυνση κατοικίας στην οδό ... στα ..., χωρίς όμως να αναφέρει ότι τη διεύθυνση αυτή τη δήλωσε, σύμφωνα με το άρθρο 273 του ΚΠΔ στον αρμόδιο Εισαγγελέα που παρήγγειλε την επίδοση. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, αναφέρονται κατά πιστή αναφορά τα εξής: "ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε με την 56393/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών για παράβαση του Ν. 5960/1933. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι κλήθηκε ως αγνώστου διαμονής. Η παραπάνω απόφαση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 13/10/2008, ως αγνώστου διαμονής στον Δήμο .... Για την επίδοση της εκδοθείσας ερήμην του εκκαλουμένης απόφασης, αναζητήθηκε στην οδό ... και ..., που ήταν η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση επαγγελματικής του κατοικίας, η οποία αναφερόταν στην έγκληση και στο κατηγορητήριο και στην φερόμενη ως ακάλυπτη επιταγή που εξέδωσε, ενώ δεν προέκυψε ότι γνωστοποίησε στην Εισαγγελία την τελευταία του κατοικία κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης. Ο κατηγορούμενος όμως άσκησε την έφεση του στις 4/3/2009, ήτοι πέραν της προβλεπόμενης από το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ τριακονθήμερης προθεσμίας. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος στα έξοδα της δίκης, κατ' άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ". Η παραπάνω αιτιολογία δεν είναι η επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν μνημονεύεται στην αιτιολογία, όπως θα έπρεπε,το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, (που σημειωτέον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναγνώσθηκε παντελώς στο ακροατήριο), αλλά ούτε κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στην απορριπτική του κρίση, δεδομένου ,ότι από τα ίδια πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι ο εκκαλών για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως του, εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρα την μητέρα του Β. Κ.. Ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, είτε ευθέως, είτε διηγηματικώς, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αυτά. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατά τα ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει το παραδεκτό ή μη του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ.519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5776/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, το οποίο θα κρίνει το παραδεκτό ή μη του ενδίκου μέσου της εφέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ