Αριθμός 528/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Β. του Σ., 2) Σ. Β. του Δ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο - Σάββα Μαρινάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανασία Αντνωνιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 453/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/1/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 14-1-2021 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Καταθ. 8/2021, Αριθ. Δικ. 1788/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 48/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 1-7-2017 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 453/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 28-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, όπως η παρ. 6 αυτού ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3587/2007, γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, οι οποίοι έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Για να κριθεί αν υπάρχει διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, πρέπει προηγουμένως να προσδιοριστεί η συμβατική ισορροπία, η οποία υπάρχει, όταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη σύμβαση κατανέμονται και ισορροπούν με τρόπο όμοιο, με αυτόν που επιτυγχάνεται με τις ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου. Ως μέτρο δε ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων (στη συγκεκριμένη σύμβαση) μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργησή του. Ερευνάται, δηλαδή, ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες με δικές του ενέργειες. Καταχρηστικός και, συνεπώς, άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ, που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και οι ρήτρες υπό στοιχεία (ια) που χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Η σωρευτική, εφαρμογή από το δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, επιβάλλεται και δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου "της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή" είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Μεταξύ των αρχών που διέπουν το δίκαιο των Γ.Ο.Σ. καταναλωτών περιλαμβάνεται και η αρχή της διαφάνειας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. όροι της σύμβασης πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής, στα οποία περιλαμβάνεται και ο προσδιορισμός του τιμήματος. Αυτή η σχέση παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (OλΑΠ 12/2017, ΟλΑΠ 15/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 1648/2018, ΑΠ 217/2016). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, σε περίπτωση που στην απόφαση περιέχονται πλεοναστικές αιτιολογίες, δηλαδή αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, αλλά εκφέρθηκαν εκ περισσού, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να ανατραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ ΑΠ 25/1994, ΑΠ 613/2022, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 997/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1991/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι προσκόμισαν νόμιμα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ των διαδίκων συνήφθη στις 23-11-2007 στην …. και στην έδρα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας η υπ' αριθμόν 924992/23-11-2007 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Ευάγγελος Παυλίνης, δυνάμει της οποίας και του ενσωματωμένου σ' αυτήν Παραρτήματος - Πρόσθετοι Όροι της σύμβασης η εναγομένη εκμίσθωσε στον πρώτο ενάγοντα Δ. Β., με εγγυητή τον δεύτερο ενάγοντα Σ. Β., ένα καινούργιο τουριστικό λεωφορείο, κατασκευής εργοστασίου EVOBUS, τύπου SETRA S415HD, με αριθμό πλαισίου ... Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για το χρονικό διάστημα από τις 23-11-2007 έως τις 23-11-2013. Η αξία του μισθίου ορίστηκε στα 304.000 ευρώ, ενώ η οριστική αξία του, που αποτελεί και τη βάση υπολογισμού των μισθωμάτων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Παράρτημα "θα διαμορφωθεί μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποκτήσεώς του, με βάση το σύνολο των δαπανών, στις οποίες υπεβλήθη ο Εκμισθωτής για την απόκτησή του". Τα μισθώματα, 72 τον αριθμό, ορίστηκαν το πρώτο στο ποσό των 246,71 ευρώ ανά 1.000 ευρώ καθαρής αξίας εξοπλισμού, το δεύτερο έως και το ενδέκατο στο ποσό των 9,46 ευρώ έκαστο ανά 1.000 ευρώ καθαρής αξίας εξοπλισμού, το δωδέκατο μίσθωμα στο ποσό των 250 ευρώ ανά 1.000 ευρώ καθαρής αξίας του εξοπλισμού και από το δέκατο τρίτο έως και το εβδομηκοστό δεύτερο στο ποσό των 9,46 ευρώ έκαστο ανά 1.000 ευρώ της καθαρής αξίας. Το πρώτο μίσθωμα ήταν καταβλητέο στις 23-11-2007, το δεύτερο στις 23-12-2007 και καθένα από τα υπόλοιπα την 23η ημέρα κάθε μήνα μέχρις εξοφλήσεως. Επίσης, στους λοιπούς όρους της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης (σελ. 20) ορίστηκε ότι "οι ανωτέρω ημερομηνίες καταβολής των μισθωμάτων, σε περίπτωση που η εξόφληση του προμηθευτή γίνει σε μεταγενέστερη ημερομηνία, θα μεταβληθούν αντίστοιχα και θα εκκινούν κατά την ημερομηνία εξόφλησής του". Στην προκειμένη περίπτωση λόγω καταβολής του πρώτου μισθώματος στις 20-2-2008 μετατοπίστηκε η καταβολή του δεύτερου μισθώματος στις 20-3-2008 κ.ο.κ. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι "Για τον υπολογισμό του καταβλητέου μισθώματος γίνεται πολλαπλασιασμός: τυπικό μίσθωμα επί οριστική αξία μισθίου. Το τυπικό μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται στο χρόνο πληρωμής εκάστου μισθώματος κατ' αντιστοιχία της μεταβολής του κόστους άντλησης κεφαλαίων της εκμισθώτριας. Η μεταβολή αυτή θα εξαρτάται από την μεταβολή του μηνιαίου μέσου όρου EURIBOR, μηνός, όπως αυτός διαμορφώνεται κάθε φορά τον μήνα της τιμολόγησης του προηγούμενου μισθώματος πχ μηνός Οκτωβρίου 4,236%. Κάθε καταβολή προς τον εκμισθωτή βαρύνεται με ΦΠΑ 19%". Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων η εναγομένη παρέδωσε και οι ενάγοντες παρέλαβαν το μίσθιο - λεωφορείο, κάνοντας ακώλυτα χρήση αυτού. Όμως οι τελευταίοι δεν υπήρξαν συνεπείς στην καταβολή των μισθωμάτων, με συνέπεια η εναγομένη να καταγγείλει, όπως είχε δικαίωμα (όρος 23), στις 16-6-2011 τη σύμβαση λόγω καθυστέρησης καταβολής ποσού 28.203,87 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μέρος του 32ου μισθώματος, καταβλητέου στις 20-9-2010 και των 33ου έως και 40ου μισθωμάτων (βλ. την υπ' αριθμόν 3.828/28-6-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Α. Ο.), καλώντας τους ενάγοντες να της καταβάλουν το ως άνω ποσό, ενώ στις 20-11-2014 του επέδωσε πρώτο απόγραφο εκτελεστό της επίδικης σύμβασης επιτάσσοντάς τους να της αποδώσουν το μίσθιο (τουριστικό λεωφορείο) (βλ. την υπ' αριθμόν 5.126/20-11-2014 έκθεση επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή). Οι τελευταίοι με την από 28-12-2015 αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι οι όροι της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που αφορούν στον προσδιορισμό του ύψους κάθε μισθώματος είναι άκυροι, λόγω αδιαφάνειας άλλως λόγω αοριστίας τους, αφού, όπως είναι διατυπωμένοι δεν είναι σαφής ο τρόπος υπολογισμού του μισθώματος. Ωστόσο, από το προαναφερόμενο περιεχόμενο των όρων της επίδικης σύμβασης αποδείχθηκε, αφενός η διαφάνεια που τηρήθηκε ως προς τη σύναψη αυτής, που καταρτίστηκε ενώπιον συμβολαιογράφου και μετά από διαπραγματεύσεις με τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν ζήτησαν την τροποποίηση τυχόν όρου της σύμβασης και αφετέρου ο τρόπος υπολογισμού του κάθε μισθώματος που θα προέκυπτε από τον πολλαπλασιασμό του τυπικού μισθώματος με την οριστική αξία του μισθίου, η οποία ήταν οριστική και αναγραφόταν στο Παράρτημα της σύμβασης των διαδίκων, προσδιοριζόμενη στο ποσό των 304.000 ευρώ, καθώς δεν έγιναν περαιτέρω έξοδα από την εναγομένη για την απόκτηση του μισθίου λεωφορείου. Έτσι ήταν εξ αρχής γνωστός στα συμβαλλόμενα μέρη κατά την υπογραφή της σύμβασης ο υπολογισμός του καθενός από τα μισθώματα, αφού γινόταν με βάση την οριστική αξία του μισθίου και γνωστό στο μισθωτή ποιο ακριβώς ποσό θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην εναγομένη - εκμισθώτρια μηνιαίως ως μίσθωμα. Περαιτέρω, και ο συνοδεύων το Παράρτημα αναλυτικός πίνακας μισθωμάτων της σύμβασης, από τον οποίο με ακρίβεια προέκυπτε ο τρόπος διαμόρφωσης του κάθε μισθώματος και το ποσό κάθε μισθώματος, από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο, δεν άφηνε αμφιβολία στους ενάγοντες ως προς το ύψος του εκάστοτε μηνιαίου μισθώματος, το οποίο και κατέβαλαν χωρίς να εκφράσουν την οποιαδήποτε αμφισβήτηση αυτού μέχρι το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης. Επομένως, ο σχετικός όρος, εφόσον καταρτίστηκε με πλήρη διαφάνεια, δεδομένου ότι δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε επιβάρυνση για τον καταναλωτή, ούτε επιφέρει διατάραξη στις μεταξύ τους σχέσεις κατά τα αναφερόμενα στις προηγηθείσες σκέψεις, δεν είναι άκυρος ή καταχρηστικός. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της αρχής της διαφάνειας και κατά συνέπεια ότι δεν ήταν σαφές στον μισθωτή το ακριβές ποσό που καλείτο να πληρώσει βάσει της ανωτέρω σύμβασης και ότι υπήρξε μονομερής καθορισμός του ύψους του μισθώματος, χωρίς να είναι προσδιορισμένο το ποσό της αξίας του..., έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης και επιδίκασης στους αναιρεσείοντες του χρηματικού ποσού των 11.000 ευρώ και, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή την απέρριψε ως προς τα άνω κεφάλαια ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της τήρησης της αρχής διαφάνειας ως προς τον τρόπο υπολογισμού καθενός από τα 72 μισθώματα, ο προσδιορισμός των οποίων γινόταν στο συνοδεύον την επίδικη σύμβαση Παράρτημα και προέκυπτε από τον πολλαπλασιασμό του τυπικού μισθώματος με την οριστική αξία του μισθίου τουριστικού λεωφορείου, ανερχόμενη στο ποσό των 304.000 ευρώ, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες δεν προέβησαν σε περαιτέρω έξοδα για την απόκτηση του μισθίου, από το οποίο (Παράρτημα), προέκυπτε με ακρίβεια ο τρόπος διαμόρφωσης του κάθε μισθώματος από το πρώτο μέχρι το τελευταίο, τα οποία προσδιορίζονταν, το πρώτο μίσθωμα στο ποσό των 246,71 ευρώ ανά 1.000 ευρώ καθαρής αξίας εξοπλισμού, το δεύτερο έως και το ενδέκατο μισθώματα στο ποσό των 9,46 ευρώ έκαστο ανά 1.000 ευρώ καθαρής αξίας εξοπλισμού, το δωδέκατο μίσθωμα στο ποσό των 250 ευρώ ανά 1.000 ευρώ καθαρής αξίας εξοπλισμού και από το δέκατο τρίτο έως και το εβδομηκοστό δεύτερο μισθώματα στο ποσό των 9,46 ευρώ έκαστο ανά 1.000 ευρώ καθαρής αξίας εξοπλισμού. Συνακόλουθα δε των ανωτέρω, δέχθηκε ότι, εφόσον οι αναιρεσείοντες γνώριζαν με ακρίβεια το ύψος των μισθωμάτων που υποχρεούνταν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, δεν διαταράχθηκε η ισορροπία των συμφερόντων σε βάρος τους και έκρινε ότι ο σχετικός όρος της σύμβασης δεν είναι καταχρηστικός. Οι παραπάνω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994, όπως η παρ. 6 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3587/2007, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Η προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλομένη περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση περιείχε Γ.Ο.Σ, δηλαδή όρους που η προμηθεύτρια καθόρισε εκ των προτέρων χωρίς καμία διαπραγμάτευση, στη συνέχεια αντιφατικά δέχτηκε ότι η διαφάνεια τηρήθηκε ως προς τη σύναψη της σύμβασης, διότι έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, ύστερα από διαπραγματεύσεις από τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν ζήτησαν την τροποποίηση κάποιου όρου της σύμβασης, προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι η ανωτέρω παραδοχή, η οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, συνιστά αντιφατική αιτιολογία, εκφέρθηκε εκ περισσού και αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς και την στήριξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το οποίο στηρίζουν επαρκώς οι αναφερόμενες ανωτέρω σαφείς αιτιολογίες περί της τήρησης της αρχής της διαφάνειας κατά την κατάρτιση της σύμβασης ως προς τον τρόπο καθορισμού των μισθωμάτων. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με την παραδοχή ότι ο προσβαλλόμενος Γ.Ο.Σ καταρτίστηκε με πλήρη διαφάνεια κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6, 7, 8 και 10 Ν. 2251/1994, περί της καταναλωτικής τους ιδιότητας και της υπαγωγής τους στις διατάξεις του Ν. 2251/1994, της ιδιότητας της αναιρεσίβλητης ως προμηθεύτριας και της ένδικης σύμβασης ως περιέχουσας ΓΟΣ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η ίδια, ανωτέρω, πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης, που, όπως προεκτέθηκε, δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, πέραν του ότι τα αναφερόμενα σ' αυτόν ως διδάγματα της κοινής πείρας (ήτοι, η ιδιότητα των αναιρεσειόντων ως καταναλωτών και της αναιρεσίβλητης ως προμηθεύτριας και η υπαγωγή τους στο Ν. 2251/1994), δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος θα πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις αυτές και γ) η επίδραση που είχε αυτός (ο ισχυρισμός) στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 246/2022, 917/2020, ΑΠ 857/2018, ΑΠ 811/2011), δεδομένου ότι η λήψη υπόψη των ως άνω αποδείξεων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 917/2020), αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 697/2022, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 754/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 823/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1148/2019). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, όπως προκύπτει από την αναφορά στην αρχή της ελάσσονος πρότασης, "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι...", παρότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και του δευτεροβαθμίου, ουδείς μάρτυρας προσήλθε για να καταθέσει ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν στο αναιρετήριο τον ουσιώδη ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου το Εφετείο έλαβε υπόψη τις μη προσκομισθείσες μαρτυρικές καταθέσεις και την επίδραση που είχαν στο διατακτικό της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπείται, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εκτίμηση των προσδιοριζόμενων ειδικώς εγγράφων, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και όχι σε μαρτυρικές καταθέσεις, περί των οποίων, άλλωστε, ουδεμία μνεία γίνεται σ' αυτή, η δε αναφορά στην αρχή της ελάσσονος πρότασης, ότι προέβη σε εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Περαιτέρω, με το επικουρικό σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα εκτίμησε ανύπαρκτες μαρτυρικές καταθέσεις, αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν εξετάστηκαν μάρτυρες ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, αμφοτέρων των βαθμών. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, η λήψη ή μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων δεν συνιστά "πράγμα" και, συνεπώς, δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 192 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-1-2021 (Αριθ. Έκθ. Κατάθ. 8/2021, Αριθ. Δικ. 1788/2021) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 48/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ