ΑΡΙΘΜΟΣ 980/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 261/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2 . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25/4/2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1090/2005. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου με αριθμό 551/6-12-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 § 1 του ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 51/25-4-2005 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 (Πέραν 2), την οποία άσκησε επ'ονόματι και για λογαριασμό της ο δικηγόρος Φραγκίσκος Ε. Βαρθαλίτης, ως ειδικός πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος αυτής, δυνάμει της συνημμένης στην ίδια ως άνω αίτηση αναιρέσεως από 25-4-2005 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως της ιδίας, το γνήσιο της υπογραφής της οποίας έχει βεβαιωθεί από τον ως άνω δικηγόρο, κατά του υπ'αριθ. 261/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Ι.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθ. 2230/2004 βούλευμά του, παρέπεμψε την ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1, καθώς και τους συγκατηγορουμένους της Ψ2, Ψ1 και Ψ3, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν αντίστοιχα η μεν Χ1 για κακουργηματική απάτη και κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, αλλά και κατά μόνας, καθώς και κατ'εξακολούθηση, οι δε συγκατηγορούμενοί της Ψ2 , Ψ1 και Ψ3 για κακουργηματική απάτη και κακουργηματική πλαστογραφία κατά συναυτουργία (άρθρα 13 εδάφια γ΄ & στ΄, 45, 94, 98 §§ 1 & 2, 216 §§ 1β & 3 εδάφια α΄ & β΄ και 386 §§ 1 & 3 εδάφια α΄ & β΄ του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ του άρθρου 13 προστέθηκε με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, όπως παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999, όπως το εδάφιο α΄ της παρ.3 του άρθρου 216 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 § 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 2α του Ν. 2721/1999, όπως το εδάφιο β΄ της ιδίας ως άνω παραγράφου του άρθρου 216 προστέθηκε με το άρθρο 14 § 2β του Ν. 2721/1999 και όπως η παρ.3 του άρθρου 386 ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999), τις οποίες φέρονται ότι διέπραξαν στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 10-11-2000 μέχρι 5-12-2000, εις βάρος της εδρεύουσας στην Καλλιθέα Αττικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BIG PLANET AE" και στις 3-12-1998, 5-12-1998, 9-6-1999, 7-11-1999, 7-12-1999, 23-3-2000, 18-10-2000 και 22-11-2000, εις βάρος διαφόρων άλλων εμπόρων και εταιρειών. Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, άσκησαν η μεν αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 την υπ'αριθ. 285/3-6-2004 εμπρόθεσμη και νομότυπη έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ'αριθ. 261/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε αυτή τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, οι δε συγκατηγορούμενοί της Ψ2 και Ψ1 τις αντίστοιχες υπ'αριθ. 303/10-6-2004 και 326/14-6-2004 εφέσεις τους, που απορρίφθηκαν με το ίδιο ως άνω βούλευμα ως απαράδεκτες. Κατά του ως άνω εφετειακού (υπ'αριθ. 261/2005) βουλεύματος στρέφεται ήδη η ως άνω αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ.α΄ του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκε στις 25-4-2005, ημέρα Δευτέρα, με δήλωση του έχοντος ειδική προς τούτο εντολή, δυνάμει της από 14-4-2005 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως της αναιρεσείουσας, ειδικού πληρεξουσίου και αντιπροσώπου αυτής δικηγόρου Φραγκίσκου Ε. Βαρθαλίτη ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθ. 51/2005 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα με θυροκόλληση στις 14-4-2005 και στον αντίκλητο δικηγόρο της Νεκτάριο Αθανασόπουλο επίσης με θυροκόλληση στις 18-5-2005, αφού δεν βρέθηκε τότε η πρώτη στην κατοικία της και ο δεύτερος στο γραφείο του, ούτε άλλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 § 2 του ΚΠΔ πρόσωπα, και β) διαλαμβάνεται στην ίδια ως άνω αίτηση σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως και συγκεκριμένα εκείνος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 § 1 περ. δ΄ του ΚΠΔ). Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ'αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δ'αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΖ΄ σελ. 33). ΙΙ.- Kατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του N. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως να υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, ή, ανεξάρτητα από το εάν διαπράττει ο υπαίτιος απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, να υπερβαίνει το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (βλ. ΑΠ 217/2003 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 929, ΑΠ 1224/2001 ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 426). Επίσης, κατά τις διατάξεις των εδαφίων α΄ και β΄ της παρ.3 του ιδίου ως άνω άρθρου 216 του ΠΚ, όπως το μεν εδάφιο α΄ προστέθηκε στην παρ.3 με το άρθρο 1 § 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 2α του Ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο β΄ της ιδίας παραγράφου προστέθηκε σ'αυτήν με το άρθρο 14 § 2β του Ν. 2721/1999, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και συγχρόνως υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, και β) ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου α΄ της παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ συγχρόνως είναι απαραίτητο να υπερβαίνει το επιδιωκόμενο από αυτόν συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε στην ξένη περιουσία το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ (ΑΠ 2172/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 790, ΑΠ 184/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 898), ενώ για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου β΄ της παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ, απαιτείται να διαπράττει ο υπαίτιος πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ (ΑΠ 2.172/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 790). Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι πριν από την τροποποίηση και συμπλήρωση της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του ΠΚ, που έγινε με τα εδάφια α΄ & β΄ του άρθρου 14 § 2 του Ν. 2721/1999, τα οποία άρχισαν να ισχύουν από τις 3-6-1999 και δεν έχουν αναδρομική ισχύ, γιατί είναι δυσμενέστερα για την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, επί πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, λόγω της ελλείψεως διατάξεως αντίστοιχης προς εκείνη του άρθρου 16 § 2 του ν. δ/τος 2576/1953, η οποία αναφέρεται μόνο στα προβλεπόμενα από το άρθρο 1 § 1 του ν. 1608/1950 εγκλήματα, εφόσον το όφελος ή η βλάβη, που επιδιώχθηκε με κάθε μερικότερη πράξη πλαστογραφίας, δεν υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ., έφερε η πράξη αυτή τον χαρακτήρα πλημμελήματος και ετιμωρείτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΠΚ, με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, έστω και αν το συνολικό ποσό του οφέλους ή της βλάβης (από όλες τις μερικότερες πράξεις) υπερέβαινε τα 25.000.000 δρχ. ή υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 δρχ. και είχε τελεσθεί συγχρόνως κατά συνήθεια (βλ. ΑΠ 29/1998 σε Συμβ. ΝοΒ 46 σελ. 854, ΑΠ 1920/1997 σε Συμβ. ΝοΒ 46 σελ. 688). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (βλ. ΑΠ 573/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 123, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο, ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.). Ακόμη, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 17/2004 ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 594). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94, 216 §§ 1 & 3 και 386 §§ 1 & 3 του ΠΚ προκύπτει ότι τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης συρρέουν αληθώς και κανένα από αυτά δεν απορροφάται το άλλο, γιατί κάθε μία από τις εν λόγω πράξεις είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο ή συνέπεια της πλαστογραφίας (ΑΠ 238/2000 ΠΧρ. Ν΄ σελ. 694, ΑΠ 1819/1997 ΠΧρ. ΜΗ΄ σελ. 607). ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 261/10-3-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, αλλά και με συμπληρωματική αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 1608/2001 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 623, ΑΠ 348/1996 ΠΧρ. ΜΖ΄ σελ. 33), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των αναφερόμενων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, συνημμένων στη δικογραφία εγγράφων και απολογίας της κατηγορουμένης) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 10-11-2000, περίπου, η εταιρεία "BIG PLANET Α.Ε.-Αντιπροσωπείες-Διανομές", εξουσιοδοτημένος διανομέας καρτών τηλεφωνίας (της εταιρείας "....."), δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από κάποιον κύριο "Ρ1", ο οποίος συστήθηκε σαν νομικός σύμβουλος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και ότι τηλεφωνούσε εκ μέρους του κυρίου Θ1, που ήταν ανώτατο διευθυντικό στέλεχος της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας. Ζήτησε δε μια προσφορά για αγορά καρτών τηλεφωνίας για λογαριασμό κάποιου σπουδαίου πελάτη του, της "Φ1", με τρόπο πληρωμής τοις μετρητοίς και έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου ...., στον οποίο η εταιρεία μπορούσε να του απαντήσει. Η εταιρεία μέσω του μετόχου και συμβούλου της Ρ2 έδωσε στον "Ρ1" την τιμή αγοράς του πακέτου των καρτών, κάνοντας και κάποια έκπτωση και στις 28-11-2000 ο "Ρ1" κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με υπάλληλο της εταιρείας, ανακοίνωσε την οριστικοποίηση της παραγγελίας. Στις 29-11-2000 η εταιρεία έλαβε ένα φαξ από την "Φ1", στο οποίο αναγραφόταν η παραγγελία των καρτών κινητής τηλεφωνίας, αξίας 24.012.000 δραχμών. Στο φαξ αυτό αναγραφόταν ως όνομα της αγοράστριας η "Φ1", ως επιχείρηση την οποία αυτή δήθεν διατηρούσε το "Κέντρο επικοινωνίας και πληροφορικής", το οποίο εμφανιζόταν ότι εδρεύει στην ... και επί της οδού ... αριθ. .., ως Α.Φ.Μ. (της επιχειρήσεως αυτής) ο αριθμός ..... και ως αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία η Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας, καθώς και οι τηλεφωνικοί αριθμοί ... και ..., με την κλήση των οποίων η εταιρεία θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της. Εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι στην οδό .... αριθ. .. της Γλυφάδας δεν υπήρχε κανένα "Κέντρο επικοινωνίας και πληροφορικής", ότι το όνομα της "Φ1" ήταν παντελώς άγνωστο στους περιοίκους, ότι το φαξ είχε σταλεί από το ξενοδοχείο "....", που βρίσκεται στο .... και επί της οδού ... αριθ. .. και στο οποίο ανήκει ο αριθμός τηλεφώνου ..., ενώ το τηλέφωνο με τον αριθμό .... ανήκει στο ξενοδοχείο ".... ". Στις 30-11-2000 η εταιρεία "BIG PLANET AE", μέσω του Ρ2, επικοινώνησε με την "Φ1" και της γνωστοποίησε ότι ισχύει η παραγγελία της και οι κάρτες κινητής τηλεφωνίας θα της παραδοθούν μόνο στην περίπτωση που θα εξοφληθούν τοις μετρητοίς. Η "Φ1" συμφώνησε, αλλά ζήτησε, επειδή ήταν επικίνδυνο να μεταφέρει ποσό 24.000.000 δραχμών, να παραδώσει τραπεζική επιταγή, η δε εταιρεία αποδέχθηκε να γίνει η πληρωμή των καρτών με τον τρόπο αυτό. Στις 4-12-2000 τηλεφώνησε (στην εταιρεία) η "Φ1" και γνωστοποίησε σ'αυτήν ότι ο υπάλληλός της Θ2, κατόπιν εντολής της, θα μετέβαινε στα γραφεία της με την επιταγή, προκειμένου να οπισθογραφηθεί η τελευταία και να κατατεθεί από τον ίδιο υπάλληλο στο λογαριασμό της. Πράγματι μετέβη στην ως άνω εταιρεία ο Θ2 και παρέδωσε στους εκπροσώπους της το σώμα της υπ'αριθ. .... επιταγής της Τράπεζας Αττικής, ποσού 24.000.000 δραχμών, με τόπο και ημερομηνία έκδοσης "Αθήνα, 1-12-2000", η οποία φερόταν ότι είχε εκδοθεί από το κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Αττικής και έφερε την υπογραφή δύο υπαλλήλων της τελευταίας, καθώς και τη σφραγίδα της. Αφού οπισθογραφήθηκε η ως άνω επιταγή, στη συνέχεια παραδόθηκε στον Θ2 για να κατατεθεί από αυτόν στον λογαριασμό της εταιρείας "BIG PLANET Α.Ε", που ετηρείτο στην Τράπεζα "ALPHA BANK". Το πρωί της 5-12-2000 κατετέθη στο κατάστημα της περιοχής Πολυγώνου της Τράπεζας "ALPHA BANΚ" και στο λογαριασμό της εταιρείας "BIG PLANET Α.Ε", η ως άνω επιταγή. Έχοντας η εταιρεία "BIG PLANET Α.Ε" άμεση σύνδεση με τις κινήσεις των λογαριασμών της, διαπίστωσε τότε την κατάθεση της ως άνω επιταγής στο λογαριασμό της και στη συνέχεια επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την "Φ1", γνωστοποιώντας της ότι μπορεί να μεταβεί στην επιχείρησή της και να παραλάβει τις κάρτες κινητής τηλεφωνίας που είχε παραγγείλει, συνολικής αξίας 24.012.000 δραχμών, αλλ'αυτή, προφασιζόμενη μεγάλο φόρτο εργασίας, απάντησε ότι θα στείλει, όπως και έστειλε πράγματι, τον Θ2, στον οποίο παραδόθηκαν οι κάρτες. Στις 6-12-2000 και περί ώρα 08.30 τηλεφώνησε στα γραφεία της εταιρείας "BIG PLANET Α.Ε" ο Θ3, διευθυντής της εταιρείας ταχυμεταφορών με την επωνυμία "...Β1... Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "....", που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού .... αριθ. ... και την πληροφόρησε ότι ο Θ2 είναι υπάλληλός του και όχι υπάλληλος της "Φ1" και ότι η τελευταία είχε πληρώσει την εταιρεία του για τις παρασχεθείσες προς αυτήν υπηρεσίες της, με την υπ'αριθ. .... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 50.000 δραχμών, εκδόσεως "Φ1" σε διαταγή "αυτής της ιδίας", με ημερομηνία έκδοσης 5-12-2000, η οποία ήταν πληρωτέα από το λογαριασμό της, με αριθμό 01200781550409, και η οποία δεν πληρώθηκε γιατί απεδείχθη ότι η "Φ1" δεν ήταν δικαιούχος του εν λόγω λογαριασμού και ο λογαριασμός αυτός είχε κλείσει, σύμφωνα με την σφραγίδα της Τράπεζας που τέθηκε στο σώμα της επιταγής αυτής και συνεπώς ήταν η τελευταία (επιταγή) πλαστογραφημένη. Ευθύς αμέσως μετέβη ο ενεργών για λογαριασμό της εταιρείας "BIG PLANET AE" .... , στο κατάστημα Κυψέλης της "ALPHA BANΚ", όπου κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της διευθύντριας του καταστήματος αυτού με το αρμόδιο κατάστημα της Τράπεζας Αττικής, που φερόταν ότι είχε εκδώσει την προαναφερόμενη επιταγή των 24.000.000 δραχμών, ενημερώθηκε ότι το σώμα της εν λόγω επιταγής είχε απολεσθεί από την Τράπεζα Αττικής πριν από μερικά χρόνια, ότι η Τράπεζα αυτή δεν εξέδωσε ποτέ την επιταγή με τα προαναφερόμενα στοιχεία και ότι τα πρόσωπα που την είχαν υπογράψει ήταν ανύπαρκτα. Στη συνέχεια η Τράπεζα Αττικής ανέγραψε στο σώμα της εν λόγω επιταγής την ένδειξη ότι "η παρούσα επιταγή δεν πληρώνεται, καθ'όσον είναι πλαστογραφημένη σε όλα τα στοιχεία της και ουδέποτε έχει εκδοθεί από την Τράπεζά μας". Από την ημέρα αυτή οι αριθμοί των κινητών τηλεφώνων του "Ρ1" και της "Φ1" έπαυσαν να λειτουργούν, ο δε (μάρτυρας) Θ2, στον οποίο επιδείχθηκε η φωτογραφία της κατηγορουμένης Χ1, ανέφερε στην από 28-12-2000 ένορκη κατάθεσή του ότι "....αναγνωρίζω με απόλυτη βεβαιότητα, χωρίς ενδοιασμούς στο πρόσωπο της Χ1 τη γυναίκα που μου παρουσιάστηκε στον ανατολικό αερολιμένα ως "Φ1", από τα χέρια της οποίας παρέλαβα την επιταγή σε διαταγή BIG PLANET ...". Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας στην από 31-12001 ένορκη κατάθεσή του, αφού του επεδείχθη προηγουμένως δια ζώσης η Χ1, κατέθεσε ότι "...αναγνωρίζω με απόλυτη βεβαιότητα τη γυναίκα που μου είχε παρουσιασθεί ως "Φ1" την 4-10-2000, στον ανατολικό αερολιμένα και μου είχε δώσει φάκελο με την επιταγή, όπως λεπτομερώς αναφέρω στην από 28-12-2000 κατάθεσή μου...". Ο μάρτυρας Θ3, διευθυντής της (προαναφερόμενης) εταιρείας ταχυμεταφορών, εξάλλου, στην από 18-12-2000 κατάθεσή του εκθέτει ότι η Χ1 προσομοιάζει προς την δράστιδα που του εμφανίστηκε ως "Φ1" σε ποσοστό 90%, ενώ στην από 31-1-2001 ένορκη κατάθεσή του, οπότε του επεδείχθη δια ζώσης η Χ1, κατέθεσε ότι προσομοιάζει αυτή με την "Φ1" σε ποσοστό 80-90%. Από το λοιπό αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε προκύπτει ότι την ως άνω απάτη εις βάρος της εταιρείας "BIG PLANET AE" και την ως άνω πλαστογραφία της επιταγής ποσού 24.000.000 δραχμών την τέλεσε η Χ1 από κοινού με τους (προαναφερόμενους) συγκατηγορουμένους της, περαιτέρω δε η ίδια έκαμε χρήση της πλαστής αυτής επιταγής με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Περαιτέρω προκύπτει ότι η Χ1, ενεργώντας κατά μόνας, εκτός από την προαναφερόμενη απάτη την οποία διέπραξε εις βάρος της εταιρείας ταχυμεταφορών με την επωνυμία "....Β1.... Ε.Ε." στις 5-12-2000 και την πλαστογραφία της επιταγής ποσού 50.000 δραχμών που παρέδωσε στην εταιρεία αυτή, διέπραξε και τις παρακάτω περιγραφόμενες απάτες και πλαστογραφίες: Στις 23-3-2000 παρέστησε ψευδώς στην υπάλληλο (σύζυγο του ιδιοκτήτη της εδρεύουσας επί της οδού ... αριθ. ... του ... βιοτεχνίας ετοίμων ενδυμάτων του Β2) Β3 ότι ονομάζεται "..Γ1..", ότι είναι φερέγγυα έμπορος και ότι διατηρεί κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων στην οδό ... αριθ. ... στο .... Έτσι την έπεισε να της παραδώσει αυθημερόν εμπορεύματα αξίας 343.000 δραχμών και η "Γ1" της παρέδωσε δύο συναλλαγματικές αποδοχής της ποσού 143.000 και 200.000 δραχμών και λήξεως 30-4-2000 και 15-5-2000 αντίστοιχα, οι οποίες ήταν πλαστές, αφού είχε θέσει σ'αυτές τα στοιχεία και την υπογραφή της πραγματικής Γ1, η οποία διατηρεί επιχείρηση ζαχαρωδών προϊόντων στην ανωτέρω διεύθυνση. Στις 9-6-1999 παρέστησε ψευδώς στον βιοτέχνη Γ2, ο οποίος διατηρεί βιοτεχνία γυναικείων εσωρούχων και νυχτικών στα .... και επί της οδού ... αριθ. .., ότι ονομάζεται "Γ3", ότι είναι φερέγγυα έμπορος και ότι διατηρεί κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων επί της οδού ... στο ... . Έτσι τον έπεισε και της παρέδωσε αυθημερόν εμπορεύματα αξίας 262.432 δραχμών, ενώ η ίδια (Χ1) του παρέδωσε για την αξία των εμπορευμάτων αυτών ισόποση πλαστή συναλλαγματική αποδοχής της, την οποία κατήρτισε με τα ανωτέρω ψευδή στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου της "Γ3", λήξεως 30-7-1999, η οποία όπως ήταν φυσικό δεν πληρώθηκε. Στις 18-10-2000 παρέστησε ψευδώς στην Γ4, η οποία διατηρεί βιοτεχνία δερματίνων ειδών επί της οδού .... αριθ. ... στον ... , ότι ονομάζεται "..... ", ότι είναι φερέγγυα έμπορος και ότι διατηρεί κατάστημα δερματίνων ειδών στο .... . Έτσι την έπεισε να της παραδώσει αυθημερόν εμπορεύματα αξίας 450.083 δραχμών. Για την αξία των εμπορευμάτων αυτών η Χ1 της παρέδωσε τρεις ισόποσες συναλλαγματικές αποδοχής της, με τα ανωτέρω ψευδή στοιχεία της ".... ", λήξεως 15-12-2000, οι οποίες βεβαίως δεν πληρώθηκαν. Στις 22-11-2000 παρέστησε ψευδώς στις .... και ..., οι οποίες διατηρούν επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας γυναικείων ενδυμάτων (.... Ο.Ε.) επί της οδού .... αριθ. ... στην .... , ότι ονομάζεται ".....", ότι είναι έμπορος και ότι διατηρεί εμπορικό κατάστημα στη ...., με Α.Φ.Μ. ....., και έτσι τις έπεισε να της παραδώσουν στις 25-11-2000 σχετικά εμπορεύματα, αξίας 724.000 δραχμών, με την υπόσχεση ότι θα τους παραδώσει εντός δύο ημερών ισόποση επιταγή, χωρίς έκτοτε να την ξαναδούν. Στις 17-11-1999 παρέστησε ψευδώς στην .... , η οποία διατηρεί βιοτεχνία ενδυμάτων επί της .... αριθ. .... στο ... , ότι ονομάζεται "..... ", ότι είναι έμπορος και ότι διατηρεί εμπορικό κατάστημα στην .... και επί της οδού ... αριθ. .., με Α.Φ.Μ. .... (το οποίο ανήκει στον κρεοπώλη .... ) και έτσι την έπεισε να της παραδώσει στις 22-11-1999 σχετικά εμπορεύματα (με το υπ'αριθ. 2515/22-11-1999 δελτίο αποστολής-πώλησης), αξίας 594.380 δραχμών, με την υπόσχεση ότι θα τα πληρώσει με δίμηνη τραπεζική επιταγή, που θα της έστελνε ταχυδρομικά. Στις 9-12-1999 παρέστησε ψευδώς στην ... , μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας "ALSINCO A.E.", που εμπορεύεται υποδήματα και είδη ενδύσεως, με έδρα την οδό .... της .... , ότι ονομάζεται ".... ", ότι είναι έμπορος και ότι διατηρεί εμπορικό κατάστημα πωλήσεως υποδημάτων στην ... και επί της οδού .... αριθ..., με Α.Φ.Μ. ..... (το οποίο ανήκει στον κρεοπώλη .... ) και έτσι την έπεισε να της παραδώσει στις 9-12-1999 (με το υπ'αριθ. 16806/9-12-1999 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο) υποδήματα αξίας 397.800 δραχμών. Για την εξόφληση της αξίας των εμπορευμάτων αυτών κατήρτισε στις 9-12-1999 δύο πλαστές συναλλαγματικές αποδοχής της, λήξεως 25-1-2000 και 10-2-2000 και ποσού 200.000 και 197.873 δραχμών αντίστοιχα, με τα ψευδή στοιχεία του ανύπαρκτου ονόματος της ".... ", .... , ...., αριθ. ταυτότητας .... και το ως άνω ψευδές Α.Φ.Μ., τις οποίες παρέδωσε αυθημερόν στην .... και οι οποίες δεν πληρώθηκαν. Στις 5-12-1998 παρέστησε ψευδώς στον ..... , ο οποίος διατηρεί επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας ενδυμάτων με τον διακριτικό τίτλο "..... Co" επί της οδού .... αριθ. ... της Αθήνας, ότι ονομάζεται "....", ότι είναι έμπορος και ότι διατηρεί κατάστημα πωλήσεως ενδυμάτων στο .... και έτσι τον έπεισε να της παραδώσει αυθημερόν (με το υπ'αριθ. 358/5-12-1998 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής) ενδύματα αξίας 621.978 δραχμών. Για την πληρωμή της αξίας των εμπορευμάτων αυτών κατήρτισε τέσσερις πλαστές συναλλαγματικές αποδοχής της, λήξεως 5-1-1999, 10-1-1999, 20-1-1999 και 30-1-1999 και ποσού 200.000, 200.000, 200.00 και 21.978 δραχμών αντίστοιχα, με τα ψευδή στοιχεία του ανύπαρκτου ονόματος της ".....", ..... , με Α.Φ.Μ. .... και αριθ. ταυτότητας ...., τις οποίες παρέδωσε αυθημερόν στον ....... Στις 3-12-1998 παρέστησε ψευδώς στην υπεύθυνη πωλήτρια του καταστήματος πωλήσεως γυναικείων ενδυμάτων με τον διακριτικό τίτλο "...", ιδιοκτησίας της ...., που βρίσκεται στην οδό .... , στην Αθήνα, ότι ονομάζεται "...." και ότι κατοικεί στο .... , ότι είναι φίλη της ιδιοκτήτριας του ως άνω καταστήματος, ότι είναι ιδιαιτέρα γραμματέας του Διευθυντή της Τράπεζας της Ελλάδος και ότι δικαιούται η ίδια να προβεί στην αγορά ενδυμάτων με έξοδα της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δικαιολογεί ένα κονδύλιο για αγορά ενδυμάτων στις ιδιαίτερες γραμματείς της. Έτσι την έπεισε να της πωλήσει και να της παραδώσει αυθημερόν ενδύματα μάρκας VALENTINO, δηλαδή ένα ημίπαλτο, πέντε μπλούζες, δύο φούστες και ένα σακάκι, συνολικής αξίας 480.000 δραχμών και περαιτέρω την έπεισε να εκδώσει τιμολόγιο με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και με τα λοιπά ψευδή στοιχεία (τηλ. .... και Α.Φ.Μ. ....), η οποία (Τράπεζα) θα εξοφλούσε το τιμολόγιο. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος της εκκαλούσας-κατηγορουμένης Χ1 για τις αξιόποινες πράξεις α) της απάτης κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα με όφελος άνω των 25.000.000 δρχ. (ήτοι 73.000 ευρώ), και β) της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα με σκοπό περιουσιακού οφέλους άνω των 25.000.000 δρχ. (ήτοι 73.000 ευρώ) και για τον λόγο αυτόν απέρριψε την υπ'αυτής ασκηθείσα κατά του υπ'αριθ. 2230/2004 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε, κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά του, το εκκαλούμενο βούλευμα. IV.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στην ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 αξιόποινη πράξη απάτης κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και τις μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που φέρονται ως τελεσθείσες στις 5-12-2000, 23-3-2000, 9-6-1999, 18-10-2000 και 9-12-1999, εις βάρος της εταιρείας ταχυμεταφορών "....Β1.... Ε.Ε." (η πρώτη), του βιοτέχνη ετοίμων ενδυμάτων Β2 (η δεύτερη), του βιοτέχνη Γ2 (η τρίτη), της βιοτέχνου Γ4 (η τέταρτη) και της εταιρείας "ELSINCO A.E." (η πέμπτη), διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό (με συμπληρωματική αναφορά του στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών), με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας Χ1 στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδάφιο στ΄, 45, 98 §§ 1 & 2, 216 §§ 1β και 386 §§ 1 & 3 εδάφια α΄ & β΄ του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ του άρθρου 13 προστέθηκε με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, όπως παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και όπως η παρ.3 του άρθρου 386 ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, περιγράφονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση: α) της μερικότερης πράξεως απάτης, την οποία φέρεται ότι διέπραξε η αναιρεσείουσα εις βάρος της ανώνυμης εταιρείας "BIG PLANET AE", στην οποία συμμετέσχον ως συναυτουργοί και οι μη ασκήσαντες αναίρεση συγκατηγορούμενοί της, β) των υπολοίπων μερικοτέρων πράξεων απάτης, τις οποίες φέρεται ότι διέπραξε η ίδια κατά μόνας εις βάρος των προαναφερόμενων λοιπών εταιρειών και εμπόρων, και γ) των μερικοτέρων πράξεων πλαστογραφίας μετά χρήσεως, τις οποίες φέρεται ότι διέπραξε, επίσης, αυτή, στις 5-12-2000, 23-3-2000, 9-6-1999, 18-10-2000 και 9-12-1999, εις βάρος των προαναφερόμενων εταιρειών και παθόντων. Επίσης, διαλαμβάνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τη συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας της επιβαρυντικής περίστασης της κατ'επάγγελμα τελέσεως όλων των μερικοτέρων πράξεων απάτης, καθόσον στηρίχθηκε η σχετική κρίση του εκδώσαντος το βούλευμα αυτό Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στην επανειλημμένη τέλεση αυτών, η οποία συντρέχει και στο κατ'εξακολούθηση έγκλημα (ΑΠ 1885/2001 ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 647 και ΑΠ 1307/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 497), αλλά και στην υποδομή, την οποία είχε διαμορφώσει αυτή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των ιδίων ως άνω μερικοτέρων πράξεων (εμφάνιση αυτής ως εμπόρου με ψευδή στοιχεία ταυτότητας και ανύπαρκτη διεύθυνση λειτουργίας της επιχειρήσεώς της, χρησιμοποίηση ψευδούς αριθμού φορολογικού μητρώου, χρησιμοποίηση ως ιδικών της αριθμών τηλεφώνων ανηκόντων σε ξενοδοχεία ύπνου, χρησιμοποίηση ως δήθεν υπαλλήλου της προς επιτυχία του σκοπού της υπαλλήλου εταιρείας ταχυμεταφορών αγνοούντος την παράνομη δραστηριότητά της κ.λπ.), από την οποία προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, είναι αβάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας που στηρίζεται στο λόγο ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, προέβη σε επιλεκτική μνεία των από 28-12-2000 και από 31-1-2001 ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα Θ2 και των από 18-12-2000 και 31-12001 ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα Θ3, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται σαφές αν λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από αυτό και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως οι από 29-12-2000 και από 8-2-2001 ένορκες καταθέσεις του υπάλλήλου του ξενοδοχείου ... ...., καθώς και η αντίθετη προς τις δύο προηγούμενες από 8-2-2001 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Θ2, καθόσον η ιδιαίτερη μνεία στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος (με συμπληρωματική αναφορά του στην εισαγγελική πρόταση) των από 28-12-2000 και 31-1-2001 ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα Θ2 οφείλεται στο γεγονός ότι κρίθηκαν αυτές ως οι πλέον αξιόπιστες, ενώ συγχρόνως τους προσδόθηκε και μείζων αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς όμως τούτο να υποδηλώνει ότι αγνοήθηκαν ή δεν συνεκτιμήθηκαν και οι ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων ή ότι δεν ελήφθη υπόψη η από 8-2-2001 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Θ2 ενώπιον του Ανακριτή του 1ου Τακτικού Τμήματος Πλημ/δικών Αθηνών, που είχε αντίθετο περιεχόμενο από τις δύο προηγούμενες ένορκες καταθέσεις του, χωρίς να δίδεται, όμως, οποιαδήποτε εξήγηση για τη μεταστροφή αυτή και την όψιμη αλλαγή της στάσης του. Ακόμη, είναι αβάσιμη η αιτίαση αυτής, ότι δεν αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο λόγος συμμετοχής των συγκατηγορουμένων της στην ως άνω μερικότερη άδικη πράξη απάτης εις βάρος της ανώνυμης εταιρείας "BIG PLANET AE", καθόσον δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο παραπεμπτικό βούλευμα η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού, με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες αυτών (ΑΠ 1690/2003 ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 529). Είναι, επομένως, αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, ως προς τα σκέλη αυτά, ο προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα Χ1 και προβλεπόμενος από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να απορριφθεί, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί, κατά τα αντίστοιχα σκέλη της, και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Με τα όσα, όμως, δέχθηκε περαιτέρω το ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών σε σχέση με την αποδιδόμενη στην ίδια ως άνω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη μερικότερη πράξη πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, την οποία φέρεται ότι διέπραξε αυτή την 1-12-2000, εις βάρος της εταιρείας "BIG PLANET AE", δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν εκτίθενται στο ως άνω βούλευμα ή στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της μερικότερης αυτής πράξεως και ειδικότερα δεν αναφέρεται στο σκεπτικό του βουλεύματος αυτού πως περιήλθε στην κατοχή της ιδίας και των συγκατηγορουμένων της το σώμα της υπ'αριθ. ... ασυμπλήρωτης επιταγής της Τράπεζας Αττικής, ποίος ή ποίοι προέβησαν στη συμπλήρωσή της, με ποία στοιχεία τη συμπλήρωσαν, ποίου ή ποίων την υπογραφή πλαστογράφησαν, αν συνέτρεχε στα πρόσωπά τους σκοπός παραπλανήσεως με τη χρήση της άλλων, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και αν συνέτρεχε, επιπροσθέτως, στα πρόσωπά τους σκοπός περιποιήσεως εις εαυτούς ή άλλους περιουσιακού οφέλους, με βλάβη τρίτου. Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι τα περισσότερα από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αναφέρονται στο πρωτόδικο βούλευμα, με το οποίο παραπέμφθηκαν ήδη αμετάκλητα στο ακροατήριο οι συγκατηγορούμενοι της αναιρεσείουσας, πλην, όμως, δεν μπορούν να ληφθούν αυτά υπόψη στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον γίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα συμπληρωματική αναφορά μόνο στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε παραπομπή στο περιεχόμενο του πρωτοδίκου βουλεύματος. Είναι, επομένως, βάσιμος, ως προς το σκέλος αυτό, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ1, που προβλέπεται από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς τη διάταξη που αφορά την αποδιδόμενη σ'αυτήν (αναιρεσείουσα) ως άνω μερικότερη πράξη πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και να παραπεμφθεί, ως προς το σκέλος αυτό, η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Καθόσον αφορά, τέλος, την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα μερικότερη πράξη πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που φέρεται ως τελεσθείσα στις 5-12-1998, παρατηρούμε τα εξής: Κατά τα άρθρα 111 §§ 1 & 3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1 στοιχ. β΄, 370 στοιχ. β΄ και 485 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το συμβούλιο σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αναιρετική αίτηση να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το άρθρο 485 § 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/30-6-2003, δεν παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 § 5 του Ν. 3160/2003. Στην προκειμένη περίπτωση παραπέμφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, εκτός των άλλων, η αναιρεσείουσα και για τη μερικότερη πράξη πλαστογραφίας μετά χρήσεως, την οποία φέρεται ότι διέπραξε στις 5-12-1998 στην Αθήνα, εις βάρος του εμπόρου ενδυμάτων .... . Η μερικότερη, όμως, αυτή πράξη πλαστογραφίας μετά χρήσεως, φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, αφού φέρεται ως τελεσθείσα στις 5-12-1998, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 14 § 1 του Ν. 2721/1999, οπότε η πλαστογραφία κατ'εξακολούθηση πρσελάμβανε κακουργηματικό χαρακτήρα, εφόσον το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ.. Απειλείται, συνεπώς, από το νόμο η παραπάνω μερικότερη πράξη πλαστογραφίας με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών (άρθρο 216 § 1β του ΠΚ) και έχει υποπέσει ήδη σε παραγραφή, αφού από της τελέσεώς της μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, χωρίς, εν τω μεταξύ, να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Λαμβανομένου, ύστερα απ'όλα αυτά, υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει έναν παραδεκτό λόγο αναίρεσης, που ανάγεται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ), πρέπει, κατά τούτο, να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς η κατά της αναιρεσείουσας ασκηθείσα για τη μερικότερη αυτή πράξη πλαστογραφίας μετά χρήσεως ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. υπ'αριθ. 261/10-3-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και δη όσον αφορά: α) Την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1, μερικότερη αξιόποινη πράξη πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος, την οποία φέρεται ότι διέπραξε στις 5-12-1998, εις βάρος του εμπόρου ενδυμάτων .... , και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατ'αυτής για την πράξη αυτή ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, και β) την αποδιδόμενη στην ίδια ως άνω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη μερικότερη αξιόποινη πράξη πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, την οποία φέρεται ότι διέπραξε την 1-12-2000, εις βάρος της εταιρείας "BIG PLANET AE", και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς την πράξη αυτή, για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. 2) Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπ'αριθ. 51/25-4-2005 αίτηση αναιρέσεως της αυτής ως άνω αναιρεσείουσας κατά του υπ'αριθ. 261/10-3-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Αθήνα, 28 Νοεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Από το συνδυασμό των παρ. 1 και 3 του άρθρου 216 ΠΚ (όπως η παρ.3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α και 2β' του ν. 2721/1999) προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που θεμελιώνουν την πράξη, συγχρόνως δε σκοπός αυτού όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, τη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο τρίτο περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, επί δε της κατ' επάγγελμα τέλεσης το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, χωρίς ν' ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη του τρίτου. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς ν' απαιτείται και να λάβει πραγματικά γνώση του εν λόγω εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος. Από τη διάταξη δε του άρθρου 45 ΠΚ, που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως, προκύπτει ότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος Είναι δε δυνατή η συναυτουργία περισσοτέρων προσώπων στην κατάρτιση πλαστού ή στη νόθευση εγγράφου, χωρίς ν' απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός των συναυτουργών, αλλ' αρκεί η αναφορά στο βούλευμα των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την παρ.3 εδ.α' και β' του ίδιου άρθρου 386 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών : α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών [73.000.000 ευρώ]. Κατά δε το άρθρο 13 εδ.στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Τέλος, κατά την παρ.2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την το άρθρο 14 παρ.11 του Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 του ΠΚ, για το άθροισμα του ποσού και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από το Ν.2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. 2.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντ. και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες τα περιστατικά αυτά προέκυψαν , καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1στοιχ.β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή αυτής όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τόσο με δικές του σκέψεις, όσο και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Στις 10-11-2000 η εταιρεία "BIG PLANET Α.Ε.-Αντιπροσωπείες-Διανομές", εξουσιοδοτημένος διανομέας καρτών τηλεφωνίας (της εταιρείας "...."), δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από κάποιον κύριο "Ρ1", ο οποίος συστήθηκε σαν νομικός σύμβουλος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και ότι τηλεφωνούσε εκ μέρους του κυρίου Θ1, που ήταν ανώτατο διευθυντικό στέλεχος της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας. Ζήτησε δε μια προσφορά για αγορά καρτών τηλεφωνίας για λογαριασμό κάποιου σπουδαίου πελάτη του, της "Φ1", με τρόπο πληρωμής τοις μετρητοίς και έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου ...., στον οποίο η εταιρεία μπορούσε να του απαντήσει. Η εταιρεία μέσω του μετόχου και συμβούλου της Ρ2 έδωσε στον "Ρ1" την τιμή αγοράς του πακέτου των καρτών, κάνοντας και κάποια έκπτωση και στις 28-11-2000 ο "Ρ1" κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με υπάλληλο της εταιρείας, ανακοίνωσε την οριστικοποίηση της παραγγελίας. Στις 29-11-2000 η εταιρεία έλαβε ένα φαξ από την "Φ1", στο οποίο αναγραφόταν η παραγγελία των καρτών κινητής τηλεφωνίας, αξίας 24.012.000 δραχμών. Στο φαξ αυτό αναγραφόταν ως όνομα της αγοράστριας η "Φ1", ως επιχείρηση την οποία αυτή δήθεν διατηρούσε το "Κέντρο επικοινωνίας και πληροφορικής", το οποίο εμφανιζόταν ότι εδρεύει στην ....και επί της οδού .... αριθ. .., ως Α.Φ.Μ. (της επιχειρήσεως αυτής) ο αριθμός .... και ως αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία η Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας, καθώς και οι τηλεφωνικοί αριθμοί .... και ...., με την κλήση των οποίων η εταιρεία θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της. Εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι στην οδό ... αριθ. .. της .... δεν υπήρχε κανένα "Κέντρο επικοινωνίας και πληροφορικής", ότι το όνομα της "Φ1" ήταν παντελώς άγνωστο στους περιοίκους, ότι το φαξ είχε σταλεί από το ξενοδοχείο "....", που βρίσκεται στο ...ι και επί της οδού ....αριθ. .. και στο οποίο ανήκει ο αριθμός τηλεφώνου ...., ενώ το τηλέφωνο με τον αριθμό ... ανήκει στο ξενοδοχείο "....". Στις 30-11-2000 η εταιρεία "BIG PLANET AE", μέσω του Ρ2, επικοινώνησε με την "Φ1" και της γνωστοποίησε ότι ισχύει η παραγγελία της και οι κάρτες κινητής τηλεφωνίας θα της παραδοθούν μόνο στην περίπτωση που θα εξοφληθούν τοις μετρητοίς. Η "Φ1" συμφώνησε, αλλά ζήτησε, επειδή ήταν επικίνδυνο να μεταφέρει ποσό 24.000.000 δραχμών, να παραδώσει τραπεζική επιταγή, η δε εταιρεία αποδέχθηκε να γίνει η πληρωμή των καρτών με τον τρόπο αυτό. Στις 4-12-2000 τηλεφώνησε (στην εταιρεία) η "Φ1" και γνωστοποίησε σ'αυτήν ότι ο υπάλληλός της Θ2, κατόπιν εντολής της, θα μετέβαινε στα γραφεία της με την επιταγή, προκειμένου να οπισθογραφηθεί η τελευταία και να κατατεθεί από τον ίδιο υπάλληλο στο λογαριασμό της. Πράγματι μετέβη στην ως άνω εταιρεία ο Θ2 και παρέδωσε στους εκπροσώπους της το σώμα της υπ'αριθ. ..... επιταγής της Τράπεζας Αττικής, ποσού 24.000.000 δραχμών, με τόπο και ημερομηνία έκδοσης "Αθήνα, 1-12-2000", η οποία φερόταν ότι είχε εκδοθεί από το κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Αττικής και έφερε την υπογραφή δύο υπαλλήλων της τελευταίας, καθώς και τη σφραγίδα της. Αφού οπισθογραφήθηκε η ως άνω επιταγή, στη συνέχεια παραδόθηκε στον Θ2 για να κατατεθεί από αυτόν στον λογαριασμό της εταιρείας "BIG PLANET Α.Ε", που ετηρείτο στην Τράπεζα "ALPHA BANK". Το πρωί της 5-12-2000 κατετέθη στο κατάστημα της περιοχής Πολυγώνου της Τράπεζας "ALPHA BANΚ" και στο λογαριασμό της εταιρείας "BIG PLANET Α.Ε", η ως άνω επιταγή. Έχοντας η εταιρεία "BIG PLANET Α.Ε" άμεση σύνδεση με τις κινήσεις των λογαριασμών της, διαπίστωσε τότε την κατάθεση της ως άνω επιταγής στο λογαριασμό της και στη συνέχεια επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την "Φ1", γνωστοποιώντας της ότι μπορεί να μεταβεί στην επιχείρησή της και να παραλάβει τις κάρτες κινητής τηλεφωνίας που είχε παραγγείλει, συνολικής αξίας 24.012.000 δραχμών, αλλ'αυτή, προφασιζόμενη μεγάλο φόρτο εργασίας, απάντησε ότι θα στείλει, όπως και έστειλε πράγματι, τον Θ2, στον οποίο παραδόθηκαν οι κάρτες. Στις 6-12-2000 και περί ώρα 08.30 τηλεφώνησε στα γραφεία της εταιρείας "BIG PLANET Α.Ε" ο Θ3, διευθυντής της εταιρείας ταχυμεταφορών με την επωνυμία "...Β1.... Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο ".....", που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού ... αριθ. ... και την πληροφόρησε ότι ο Θ2 είναι υπάλληλός του και όχι υπάλληλος της "Φ1" και ότι η τελευταία είχε πληρώσει την εταιρεία του για τις παρασχεθείσες προς αυτήν υπηρεσίες της, με την υπ'αριθ. .... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 50.000 δραχμών, εκδόσεως "Φ1" σε διαταγή "αυτής της ιδίας", με ημερομηνία έκδοσης 5-12-2000, η οποία ήταν πληρωτέα από το λογαριασμό της, με αριθμό .... , και η οποία δεν πληρώθηκε γιατί απεδείχθη ότι η "Φ1" δεν ήταν δικαιούχος του εν λόγω λογαριασμού και ο λογαριασμός αυτός είχε κλείσει, σύμφωνα με την σφραγίδα της Τράπεζας που τέθηκε στο σώμα της επιταγής αυτής και συνεπώς ήταν η τελευταία (επιταγή) πλαστογραφημένη. Ευθύς αμέσως μετέβη ο ενεργών για λογαριασμό της εταιρείας "BIG PLANET AE" ...., στο κατάστημα Κυψέλης της "ALPHA BANΚ", όπου κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της διευθύντριας του καταστήματος αυτού με το αρμόδιο κατάστημα της Τράπεζας Αττικής, που φερόταν ότι είχε εκδώσει την προαναφερόμενη επιταγή των 24.000.000 δραχμών, ενημερώθηκε ότι το σώμα της εν λόγω επιταγής είχε απολεσθεί από την Τράπεζα Αττικής πριν από μερικά χρόνια, ότι η Τράπεζα αυτή δεν εξέδωσε ποτέ την επιταγή με τα προαναφερόμενα στοιχεία και ότι τα πρόσωπα που την είχαν υπογράψει ήταν ανύπαρκτα. Στη συνέχεια η Τράπεζα Αττικής ανέγραψε στο σώμα της εν λόγω επιταγής την ένδειξη ότι "η παρούσα επιταγή δεν πληρώνεται, καθ'όσον είναι πλαστογραφημένη σε όλα τα στοιχεία της και ουδέποτε έχει εκδοθεί από την Τράπεζά μας". Από την ημέρα αυτή οι αριθμοί των κινητών τηλεφώνων του "Ρ1" και της "Φ1" έπαυσαν να λειτουργούν, ο δε (μάρτυρας) Θ2, στον οποίο επιδείχθηκε η φωτογραφία της κατηγορουμένης Χ1, ανέφερε στην από 28-12-2000 ένορκη κατάθεσή του ότι "....αναγνωρίζω με απόλυτη βεβαιότητα, χωρίς ενδοιασμούς στο πρόσωπο της Χ1 τη γυναίκα που μου παρουσιάστηκε στον ανατολικό αερολιμένα ως "Φ1", από τα χέρια της οποίας παρέλαβα την επιταγή σε διαταγή BIG PLANET ...". Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας στην από 31-12001 ένορκη κατάθεσή του, αφού του επεδείχθη προηγουμένως δια ζώσης η Χ1, κατέθεσε ότι "...αναγνωρίζω με απόλυτη βεβαιότητα τη γυναίκα που μου είχε παρουσιασθεί ως "Φ1" την 4-10-2000, στον ανατολικό αερολιμένα και μου είχε δώσει φάκελο με την επιταγή, όπως λεπτομερώς αναφέρω στην από 28-12-2000 κατάθεσή μου...". Ο μάρτυρας Θ2, διευθυντής της (προαναφερόμενης) εταιρείας ταχυμεταφορών, εξάλλου, στην από 18-12-2000 κατάθεσή του εκθέτει ότι η Χ1 προσομοιάζει προς την δράστιδα που του εμφανίστηκε ως "Φ1" σε ποσοστό 90%, ενώ στην από 31-1-2001 ένορκη κατάθεσή του, οπότε του επεδείχθη δια ζώσης η Χ1, κατέθεσε ότι προσομοιάζει αυτή με την "Φ1" σε ποσοστό 80-90%. Από το λοιπό αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε προκύπτει ότι την ως άνω απάτη εις βάρος της εταιρείας "BIG PLANET AE" και την ως άνω πλαστογραφία της επιταγής ποσού 24.000.000 δραχμών την τέλεσε η Χ1 από κοινού με τους (προαναφερόμενους) συγκατηγορουμένους της, περαιτέρω δε η ίδια έκαμε χρήση της πλαστής αυτής επιταγής με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Περαιτέρω προκύπτει ότι η Χ1, ενεργώντας κατά μόνας, εκτός από την προαναφερόμενη απάτη την οποία διέπραξε εις βάρος της εταιρείας ταχυμεταφορών με την επωνυμία "...Β1.... Ε.Ε." στις 5-12-2000 και την πλαστογραφία της επιταγής ποσού 50.000 δραχμών που παρέδωσε στην εταιρεία αυτή, διέπραξε και τις παρακάτω περιγραφόμενες απάτες και πλαστογραφίες: Στις 23-3-2000 παρέστησε ψευδώς στην υπάλληλο (σύζυγο του ιδιοκτήτη της εδρεύουσας επί της οδού ... αριθ. .. του .... βιοτεχνίας ετοίμων ενδυμάτων του Γ1) Β3 ότι ονομάζεται "Γ1", ότι είναι φερέγγυα έμπορος και ότι διατηρεί κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων στην οδό .... αριθ. ... στο .... . Έτσι την έπεισε να της παραδώσει αυθημερόν εμπορεύματα αξίας 343.000 δραχμών και η "Γ1" της παρέδωσε δύο συναλλαγματικές αποδοχής της ποσού 143.000 και 200.000 δραχμών και λήξεως 30-4-2000 και 15-5-2000 αντίστοιχα, οι οποίες ήταν πλαστές, αφού είχε θέσει σ'αυτές τα στοιχεία και την υπογραφή της πραγματικής Γ1, η οποία διατηρεί επιχείρηση ζαχαρωδών προϊόντων στην ανωτέρω διεύθυνση. Στις 9-6-1999 παρέστησε ψευδώς στον βιοτέχνη Γ2, ο οποίος διατηρεί βιοτεχνία γυναικείων εσωρούχων και νυχτικών στα .... και επί της οδού ... αριθ. .., ότι ονομάζεται "...", ότι είναι φερέγγυα έμπορος και ότι διατηρεί κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων επί της οδού ... στο .... Έτσι τον έπεισε και της παρέδωσε αυθημερόν εμπορεύματα αξίας 262.432 δραχμών, ενώ η ίδια (Χ1) του παρέδωσε για την αξία των εμπορευμάτων αυτών ισόποση πλαστή συναλλαγματική αποδοχής της, την οποία κατήρτισε με τα ανωτέρω ψευδή στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου της "....", λήξεως 30-7-1999, η οποία όπως ήταν φυσικό δεν πληρώθηκε. Στις 18-10-2000 παρέστησε ψευδώς στην Γ4, η οποία διατηρεί βιοτεχνία δερματίνων ειδών επί της οδού ... αριθ. ... στον ..., ότι ονομάζεται "....", ότι είναι φερέγγυα έμπορος και ότι διατηρεί κατάστημα δερματίνων ειδών στο ..... Έτσι την έπεισε να της παραδώσει αυθημερόν εμπορεύματα αξίας 450.083 δραχμών. Για την αξία των εμπορευμάτων αυτών η Χ1 της παρέδωσε τρεις ισόποσες συναλλαγματικές αποδοχής της, με τα ανωτέρω ψευδή στοιχεία της "..... ", λήξεως 15-12-2000, οι οποίες βεβαίως δεν πληρώθηκαν. Στις 22-11-2000 παρέστησε ψευδώς στις .... και ....., οι οποίες διατηρούν επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας γυναικείων ενδυμάτων (..... Ο.Ε.) επί της οδού .... αριθ. ...στην ...., ότι ονομάζεται "....", ότι είναι έμπορος και ότι διατηρεί εμπορικό κατάστημα στη ....., με Α.Φ.Μ. .... , και έτσι τις έπεισε να της παραδώσουν στις 25-11-2000 σχετικά εμπορεύματα, αξίας 724.000 δραχμών, με την υπόσχεση ότι θα τους παραδώσει εντός δύο ημερών ισόποση επιταγή, χωρίς έκτοτε να την ξαναδούν. Στις 17-11-1999 παρέστησε ψευδώς στην ....., η οποία διατηρεί βιοτεχνία ενδυμάτων επί της .... αριθ. ... στο ...., ότι ονομάζεται "...", ότι είναι έμπορος και ότι διατηρεί εμπορικό κατάστημα στην ... και επί της οδού .... αριθ. ..., με Α.Φ.Μ. ..... (το οποίο ανήκει στον κρεοπώλη ...) και έτσι την έπεισε να της παραδώσει στις 22-11-1999 σχετικά εμπορεύματα (με το υπ'αριθ. 2515/22-11-1999 δελτίο αποστολής-πώλησης), αξίας 594.380 δραχμών, με την υπόσχεση ότι θα τα πληρώσει με δίμηνη τραπεζική επιταγή, που θα της έστελνε ταχυδρομικά. Στις 9-12-1999 παρέστησε ψευδώς στην ..... συζ. ...., μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας "ALSINCO A.E.", που εμπορεύεται υποδήματα και είδη ενδύσεως, με έδρα την οδό ..... της ...., ότι ονομάζεται ".....", ότι είναι έμπορος και ότι διατηρεί εμπορικό κατάστημα πωλήσεως υποδημάτων στην .... και επί της οδού .... αριθ...., με Α.Φ.Μ. ..... (το οποίο ανήκει στον κρεοπώλη ....) και έτσι την έπεισε να της παραδώσει στις 9-12-1999 (με το υπ'αριθ. 16806/9-12-1999 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο) υποδήματα αξίας 397.800 δραχμών. Για την εξόφληση της αξίας των εμπορευμάτων αυτών κατήρτισε στις 9-12-1999 δύο πλαστές συναλλαγματικές αποδοχής της, λήξεως 25-1-2000 και 10-2-2000 και ποσού 200.000 και 197.873 δραχμών αντίστοιχα, με τα ψευδή στοιχεία του ανύπαρκτου ονόματος της "......", ....., ...., αριθ. ταυτότητας .... και το ως άνω ψευδές Α.Φ.Μ., τις οποίες παρέδωσε αυθημερόν στην ..... και οι οποίες δεν πληρώθηκαν. Στις 5-12-1998 παρέστησε ψευδώς στον ..... , ο οποίος διατηρεί επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας ενδυμάτων με τον διακριτικό τίτλο "..... Co" επί της οδού ..... αριθ. ... της Αθήνας, ότι ονομάζεται ".....", ότι είναι έμπορος και ότι διατηρεί κατάστημα πωλήσεως ενδυμάτων στο .... και έτσι τον έπεισε να της παραδώσει αυθημερόν (με το υπ'αριθ. 358/5-12-1998 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής) ενδύματα αξίας 621.978 δραχμών. Για την πληρωμή της αξίας των εμπορευμάτων αυτών κατήρτισε τέσσερις πλαστές συναλλαγματικές αποδοχής της, λήξεως 5-1-1999, 10-1-1999, 20-1-1999 και 30-1-1999 και ποσού 200.000, 200.000, 200.00 και 21.978 δραχμών αντίστοιχα, με τα ψευδή στοιχεία του ανύπαρκτου ονόματος της ".....", ....., με Α.Φ.Μ. ..... και αριθ. ταυτότητας ...., τις οποίες παρέδωσε αυθημερόν στον ..... Στις 3-12-1998 παρέστησε ψευδώς στην υπεύθυνη πωλήτρια του καταστήματος πωλήσεως γυναικείων ενδυμάτων με τον διακριτικό τίτλο "....", ιδιοκτησίας της ...., που βρίσκεται στην οδό ..., στην Αθήνα, ότι ονομάζεται "...." και ότι κατοικεί στο ...., ότι είναι φίλη της ιδιοκτήτριας του ως άνω καταστήματος, ότι είναι ιδιαιτέρα γραμματέας του Διευθυντή της Τράπεζας της Ελλάδος και ότι δικαιούται η ίδια να προβεί στην αγορά ενδυμάτων με έξοδα της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δικαιολογεί ένα κονδύλιο για αγορά ενδυμάτων στις ιδιαίτερες γραμματείς της. Έτσι την έπεισε να της πωλήσει και να της παραδώσει αυθημερόν ενδύματα μάρκας VALENTINO, δηλαδή ένα ημίπαλτο, πέντε μπλούζες, δύο φούστες και ένα σακάκι, συνολικής αξίας 480.000 δραχμών και περαιτέρω την έπεισε να εκδώσει τιμολόγιο με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και με τα λοιπά ψευδή στοιχεία (τηλ. .... και Α.Φ.Μ. ....), η οποία (Τράπεζα) θα εξοφλούσε το τιμολόγιο. Με αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές, το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά του πρωτόδικου 2230/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών με το οποίο αυτή παραπέμφηκε να δικασθεί για α) απάτη κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με όφελος άνω των 73.000 ευρώ και β) πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με σκοπό περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ, πράξεις τις οποίες φέρεται ότι τέλεσε κατά συναυτουργία αλλά και μόνη της. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αναφορικά με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση που φέρονται ότι έχουν τελεσθεί στις 10-11-2000 έως 5-12-2000 (περίπτωση BIG PLANET Α.Ε),στις 5-12-2000 (περίπτωση εταιρίας ....Β1... Ε.Ε), στις 23-3-2000 (περίπτωση Β2), στις 18-10-2000 (περίπτωση Γ4), στις 9-6-1999 (περίπτωση Γ2) και στις 9-12-1999 (περίπτωση εταιρίας ELSINCO Α.Ε) διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω εγκλημάτων, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και σχημάτισε την κρίση για την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων, παραθέτει δε, τέλος, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ΄,45, 98 παρ.1 και 2, 216 παρ.1 και 3, 386 παρ. 1και 3 του ΠΚ που στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Για την κατά συναυτουργία τέλεση της πράξης της απάτης σε βάρος της εταιρείας BIG PLANET Α.Ε, με την παράδοση της με αριθμό ..... πλαστής επιταγής ποσού 24.000.000 δραχμών της Τράπεζας Αττικής δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται και αναλύεται στο παραπεμπτικό βούλευμα η διακεκριμένη συμμετοχική δράση της αναιρεσείουσας και των λοιπών συναυτουργών με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες αυτών. Εξάλλου, για την πλαστογράφηση της άνω επιταγής δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο βούλευμα πως περιήλθε στην κατοχή της αναιρεσείουσας και των συγκατηγορουμένων της το σώμα της επιταγής αυτής, ενώ αναφέρεται ότι η επιταγή της Τράπεζας Αττικής είχε απωλεσθεί και την πλαστογράφησαν η κατηγορούμενη και οι συνεργοί της που συμπλήρωσαν τα μη έντυπα στοιχεία, θέτοντας ημερομηνία εκδόσεως την 1-12-2000, το ποσό των 24.000.000 δραχμών και στην θέση του εκδότη έθεσαν πλαστή σφραγίδα της Τράπεζας και δύο υπογραφές ανύπαρκτων υπαλλήλων της και δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στο βούλευμα η αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός των συναυτουργών. Περαιτέρω, αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση της κατ΄επάγγελμα τέλεσης των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων, αφού το βούλευμα δέχεται επανειλημμένη τέλεση αυτών και περαιτέρω με τις εκ του πράγματος παραδοχές ότι η αναιρεσείουσα α) εμφανιζόταν ως έμπορος με ψευδή στοιχεία ταυτότητας, β) χρησιμοποιούσε ανύπαρκτο αριθμό φορολογικού μητρώου, γ) απέστειλε στην εγκαλούσα εταιρεία ΦΑΞ στο οποίο εμφανιζόταν ότι διατηρούσε επιχείρηση πληροφορικής και δήλωνε ως δικούς της αριθμούς τηλεφώνων που ανήκαν όμως σε ξενοδοχεία, δέχεται, το βούλευμα, ότι η αναιρεσείουσα είχε διαμορφώσει υποδομή για την επανειλημμένη τέλεση των άνω πράξεων, προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος. Ακόμη, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιοποίηση των από 28-12-2000 και 31-1-2001 προανακριτικών καταθέσεων του μάρτυρα Θ2 και του μάρτυρα Θ3 και ότι δεν έλαβε υπόψη του την ευνοϊκή για την αναιρεσείουσα ανακριτική από 8-2-2001 κατάθεση του πρώτου καθώς και τις καταθέσεις του μάρτυρα .... Η ιδιαίτερη μνεία στο σκεπτικό του βουλεύματος μόνο των προανακριτικών καταθέσεων του μάρτυρα Θ2 και εκείνων του Θ3 γίνεται γιατί το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτές μεγαλύτερη αποδεικτική σημασία, χωρίς από το γεγονός αυτό να υποδηλώνεται ότι δεν συνεκτιμήθηκε και η από 8-2-2001 ανακριτική κατάθεση του πιοπάνω Θ2 και των λοιπών μαρτύρων. Συνεπώς είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ΄ του ΚΠοινΔ μόνος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο βούλευμα η πλημμέλεια της μη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ.β΄, 370εδ.β΄ ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα παραπέμπεται και για την μερικότερη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, την οποία φέρεται ότι διέπραξε στην Αθήνα την 5-12-1998 σε βάρος του εμπόρου .... με επιτευχθέν όφελος 621.978 δραχμών. Όμως, η πράξη αυτή έχει χαρακτήρα πλημμελήματος και τιμωρείται στο νόμο με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών (άρθρο 216 παρ.1α ΠΚ), αφού φέρεται ότι τελέστηκε πριν από την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 14 παρ.2α,β του Ν.2721/1999, προσλάμβανε δε κατά το χρόνο εκείνο η πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση κακουργηματικό χαρακτήρα εφόσον το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση. Συνεπώς, από την τέλεση της μερικότερης αυτής πράξης, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει λόγος αναστολής και εξαλείφθηκε το αξιόποινο αυτής λόγω παραγραφής. Ενόψει αυτών και του γεγονότος ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, αυτόν της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ΄ ΚΠοινΔ), πρέπει, κατά τούτο, να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας για την άνω μερικότερη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, λόγω παραγραφής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Aναιρεί εν μέρει το 261/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς μόνη τη μερικότερη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση την οποία φέρεται ότι τέλεσε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη Χ1 στην Αθήνα την 5-12-1998. Παύει οριστικά την κατά της κατηγορουμένης ποινική δίωξη για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαϊου 2007.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ