Αριθμός 1467/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: Α. 1. Κ. Μ. Κ. (ΑΚΠ ...), 2. Ε. συζ. Β. Λ., θυγ. Α. Ζ. (ΑΚΠ ...), 3. Γ. Χ. Τ. (ΑΚΠ ...), 4. Σ. Κ. Κ. (ΑΚΠ ...), κατοίκων …, 5. α. Ν. Χ. Λ. και β. Φ. συζ. Χ. Λ., θυγ. Ν. Β., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), 6. Π. Γ. Μ., κατοίκου ..., ατομικά και ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της μητρός του Ά. χήρας Γ. Μ., αποβιωσάσης στις 18.1.2018 (ΑΚΠ ...), 7. α. Π. Ν. Π. και β. Γ. συζ. Ν. Π., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 8. Α. Γ. Σ. (ΑΚΠ ...), 9. Δ. Ν. Σ. (ΑΚΠ ...), 10. α. Ε. χας Ν. Σ., β. Ι. Ν. Σ., γ. Π. Ν. Σ. και δ. Β. θυγ. Ν. Σ., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 8.7.2017 Ν. Ι. Σ. (ΑΚΠ ...), κατοίκων ..., 11. Ν. Χ. Τ. (ΑΚΠ ...), κατοίκου ..., 12. Γ. Χ. Τ. (ΑΚΠ ...), 13. α. Π. Δ. Τ. και β. Σ. χας Δ. Τ. (ΑΚΠ ...), 14. Ε. θυγ. Ι. Τ. (ΑΚΠ ...), 15. ... (ΑΚΠ ...), 16. Γ. Ι. Τ. (ΑΚΠ ...), 17. α. Γ. Ι. Τ., β. Ε. θυγ. Ι. Τ., γ. Γ. Π. Τ., δ. Ε. θυγ. Π. Τ. και ε. Π. Γ. Μ., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης στις 17.1.2018 μητρός του Ά. χήρας Γ. Μ., θυγ. Γ. Τ. (ΑΚΠ ...), κατοίκων ..., 18. α. Β. Α. Π., β. Κ. Α. Π., γ. Α. Α. Π. και δ. Ε. χας Α. Π., θυγ. Π. Δ.ου, κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 19. Π. Γ. Μ., κατοίκου ..., ατομικά και ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της μητρός του Ά. χήρας Γ. Μ., αποβιωσάσης στις 17.1.2018 (ΑΚΠ ...), 20. α. Ε. θυγ. Ι. Τ. και β. Γ. Ι. Τ. (ΑΚΠ 06004032), 21. α. Γ. Ι. Τ., β. Ε. θυγ. Ι. Τ., γ. Γ. Π. Τ., δ. Ε. θυγ. Π. Τ. και ε. Π. Γ. Μ., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης στις 17.1.2018 μητρός του Ά. χήρας Γ. Μ., θυγ. Γ. Τ. (ΑΚΠ ...), κατοίκων ... …., 22. α. Μ. Ν. Τ. και β. Γ. Ι. Τ. (ΑΚΠ ...), κατοίκων ..., 23. α. Α. Ν. Χ. και β. Β. Ν. Π., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 24. α. Β. Α. Κ. και β. Κ. Β. Κ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 25. α. Σ. Ι. Ρ. και β. Β. θυγ. Ι. Ρ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 26. α. Κ. Δ. Σ. και β. Γ. Κ./νου Σ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 27. α. Δ. Ν. Γ., β. Α. Ν. Γ., γ. Π. Ν. Γ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 28. α. Β. Χ. Τ., β. Μ. Ν. Τ.-Α., γ. Χ. Α. Τ., δ. Δ. Β. Τ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 29. α. Χ. Α. Τ., β. Α. Α. Τ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 30. α) Β. Χ. Τ., β. Δ. Β. Τ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), Β. 31. α. Χ. Β. Τ., β. Μ. Χ. Τ. και γ. Χ. Α. Τ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), Γ. 32. Ν. Γ. Γ., κατοίκου Η.Π.Α. (ΑΚΠ ...), Δ. 33. α. Σ. Λ. του Ν. και β. Ι. Λ. του Ν., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), Ε. 34. α. Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., β. Χ. Α. του Γ., κατοίκου ... και γ. Ε. συζ. Χ. Σ., θυγ. Γ. Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), ΣΤ. 35. Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), Ζ. 36. α. Β. Π. του Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), β. Μ. ή Μ. συζ. Ν. Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), γ. Γ. Σ. του Π. (ΑΚΠ ...) και δ. ... (ΑΚΠ ...), κατοίκων ..., Η. 37. Κ. Α.-Μ. του Η., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), 38. Ε. συζ. Γ. Γ., το γένος Κ./νου Τ. (ΑΚΠ ...), 39. Γ. Γ. του Α. (ΑΚΠ ...), κατοίκων ..., 40. α. Ε. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), β. Π. συζ. Ι. Π., το γένος Θ. Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), 41. Ν. χας Κ. Κ., το γένος Β. Τ., ... (ΑΚΠ ...), Θ. 42. Θ. Β. Δ. (ΑΚΠ ...), Ι. 43. Β. Θ. Δ. (ΑΚΠ ...) κατοίκων ... και ΙΑ. 44. α. Ε. θυγ. Α. Ο. και β. Μ. θυγ. Α. Ο., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...). Οι υπό στοιχ. 1ος, 2η, 3ος, 5α, 5β, 6ος, 7α, 7β, 11ος, 12ος, 14η, 15ος, 16ος, 17α, 17β, 17γ, 17δ, 17ε, 19ος, 20α, 20β, 21α, 21β, 21γ, 21δ, 21ε, 22α, 22β, 28α, 28γ, 29α, 30α, 31α, 31γ, 34α, 34β, 34γ, 35η, 36α, 36β, 37ος, 38η, 39ος, 42ος, 43ος, 44α και 44β των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τάκη Ανδρονόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του ότι: 1) Διορθώνει το φερόμενο όνομα συζύγου της υπό στοιχ. 5β των αναιρεσειόντων "Φ. συζ. Χ. Λ., θυγ. Ν. Β.", από το εκ παραδρομής εσφαλμένο ως "Χ." στο ορθό "Ν.", ήτοι "Φ. συζ. Ν. Λ., θυγ. Ν. Β.". 2. Διορθώνει το φερόμενο όνομα συζύγου της υπό στοιχ. 7β των αναιρεσειόντων "Γ. συζ. Ν. Π.", από το εκ παραδρομής εσφαλμένο ως "Ν." στο ορθό "«Π., ήτοι «Γ. συζ. Π. Π.". 3. Διορθώνει τα στοιχεία του 39ου των αναιρεσειόντων φερομένου εκ παραδρομής εσφαλμένα "Γ. Γ. του Α." στο ορθό "Α. Γ. του Γ.". Οι λοιποί των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, ήδη Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου - Δυτικής Ελλάδος - Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 685/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2014 μη οριστική και 132/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-10-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 19.10.2021 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 132/2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων και των συστατικών και επικειμένων τους, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των ειδικότερα αναφερομένων σε αυτή τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα αυτό, περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, για άλλα εναπομείναντα τμήματα απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα στο σκεπτικό της και αναγνωρίστηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ακίνητα. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των κατωτέρω αναφερόμενων αναιρεσειόντων, με δήλωσή του που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και περιέχεται και στις από 30-10-2021 νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις τους, προέβη σε διόρθωση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης ως προς ορισμένα στοιχεία τους και ειδικότερα: 1) ως προς το επώνυμο του συζύγου της υπό στοιχεία 5β αναιρεσείουσας, η οποία εσφαλμένα φέρεται στην αίτηση ως σύζυγος "Χ.", ενώ το ορθό είναι "Ν.", ήτοι τα ορθά στοιχεία της είναι "Φ. συζ. Ν.. Λ., θυγ. Ν. Β.", 2) ως προς το επώνυμο του συζύγου της υπό στοιχεία 7β αναιρεσείουσας, η οποία εσφαλμένα φέρεται στην αίτηση ως σύζυγος "Ν.", ενώ το ορθό είναι "Π.", ήτοι τα ορθά στοιχεία της είναι "Γ. συζ. Π. Π." και 3) ως προς τα στοιχεία του 39ου των αναιρεσειόντων, ο οποίος εσφαλμένα φέρεται στην αίτηση ως "Γ. Γ. του Α.", ενώ το ορθό είναι "Α. Γ. του Γ.". Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων. γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1553/2021, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Ολ. ΑΠ 4/1994, Ολ. ΑΠ 2/1992, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1553/2021, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017). Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 782/2018, ΑΠ 365/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, για να συζητηθεί κατά την προκειμένη δικάσιμο της 2-12-2022. Κατά τη δικάσιμο αυτή (2-12-2022), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι με αύξοντα αριθμό του αναιρετηρίου 4η, 8ος, 9ος, 10α, 10β, 10γ, 10δ, 13α, 13β, 18α, 18β, 18γ, 18δ, 23α, 23β, 24α, 24β, 25α, 25β, 26α, 26β, 27α, 27β, 27γ, 28β, 28δ, 29β, 30β, 31β, 32ος, 33α, 33β, 36γ, 36δ, 40α, 40β και 41η αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της. Από τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και συγκεκριμένα από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων πληρεξουσίων, δεν προκύπτει ότι οι προαναφερόμενοι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τάκη Ανδρονόπουλο (που υπογράφει το αναιρετήριο) πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., για την άσκηση από αυτούς της ένδικης αίτησης αναίρεσης και την επίσπευση της συζήτησής της. Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει, ότι οι ίδιοι πιο πάνω απόντες αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς παριστάμενους ομοδίκους τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση, ή από το αντίδικό τους - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που παραδεκτά επισκοπούνται, οι αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους προαναφερόμενους απόντες αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, ενώ ως προς τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση αυτή νομίμως. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 22 Ν. 2882/2001). Επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, όσον αφορά τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 17 §§ 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ γ' ), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο. 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 ...). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24-6-1993, Π. κατά Ελλάδος) επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα ρύθμιση του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 2882/1991 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 § 4 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου). Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη (πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 61 Ν. 5016/2023 ΦΕΚ Α'21/4-2-2023) ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό" (ΟΛ. ΑΠ 2/2015). Από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης, που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (ΟΛ. ΑΠ 2/2015, ΟΛ. ΑΠ 14/2011). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, AΠ 863/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1004852/382/0010/29-1-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 57/11-2-2008, τεύχος ΑΑ και ΠΘ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και σε βάρος του Δημοσίου και των παρόδιων ιδιοκτητών, που θα συντελούνταν με δαπάνες του ενάριθμου έργου ..., για την κατασκευή του τμήματος από την χ.θ. 109+100,00 έως την χ.θ. 118+400,00 του Αυτοκινητόδρομου Κόρινθος - Πάτρα, σύμφωνα με την μελέτη οδοποιίας του υπόψη τμήματος, έκτασης συνολικού εμβαδού 189.358,58 τ.μ., όπως η απαλλοτριούμενη αυτή έκταση εικονίζεται σε κλίμακα 1:1000 στα από 27-3-2007 κτηματολογικά διαγράμματα με αριθμούς σχεδίων … έως και …και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, τα οποία συντάχθηκαν από τους μελετητές Γ.. Χ., Π.. Ο. και Κ.. Κ., για λογαριασμό του αναδόχου γραφείου μελετών "Μέθοδος Τεχνική Α.Ε. - Σύμβουλοι Μηχανικοί" και θεωρήθηκαν την 27-3-2007 από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ.. Με την υπ' αριθμ. 685/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ορίστηκε, με κρίσιμο χρόνο την 13-1-2009, η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης του εδάφους των επίδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, των συστατικών και των επικειμένων τους, καθώς και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομείναντων τμημάτων τους. Ακολούθως, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών την από 25-2-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2010 αίτηση, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθώς και να αναγνωριστεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματά τους. Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με αντίθετες αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων, που συζητήθηκαν στις 21-2-2013 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 78/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, που κρίθηκαν ως απορριπτέες και, ως προς τις λοιπές αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με τα ειδικότερα σε αυτή οριζόμενα θέματα. Μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση, μετά από ασκηθείσες κλήσεις και συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 7-3-2019, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 132/2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων και των συστατικών και επικειμένων τους, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των ειδικότερα αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων των ακινήτων, που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα αυτό, περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, για άλλα εναπομείναντα τμήματα απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα σ' αυτή και αναγνωρίστηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ακίνητα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, όσον αφορά τον κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, δέχθηκε τα εξής: "Το Δικαστήριο ... κρίνει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά τον χρόνο συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ... που απέχει πέραν του έτους από τον χρόνο συζήτησης της αίτησης προσωρινού καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως (13.1.2009) και, κατ' επέκταση, η πλήρης αποζημίωση, ήτοι εκείνη με την οποία δύνανται να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριωμένα με ισάξια αυτών ακίνητα υπό τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να συνυπολογίζεται τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτών συνεπεία της εξαγγελίας ή κήρυξης της προκείμενης απαλλοτρίωσης και της εκτέλεσης του έργου, συνυπολογιζομένης ωστόσο της επελθούσας ανατίμησης και μέχρι τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση υπόθεσης για λόγους άσχετους προς την εξαγγελία ή κήρυξη αυτής ή προς την κατασκευή του έργου, είναι η εξής ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι, εφόσον η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό και ως τέτοιο κρίσιμο χρόνο έλαβε υπόψη του, όπως συνάγεται από τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, το χρόνο της ενώπιόν του συζήτησης της υπόθεσης, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (7-3-2019) και όχι το χρόνο της πρώτης συζήτησης, κατά τον οποίο εκδικάστηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 74/2014 απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης (21-2-2013). Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, με το να δεχθεί ως κρίσιμο χρόνο, για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, των συστατικών και των επικειμένων τους, εκείνον, κατά τον οποίο επαναλήφθηκε η συζήτηση ενώπιον του Εφετείου (7-3-2019), μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αν κατά την πρώτη συζήτηση για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημίωσης διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης, που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, ορθώς μεν έκρινε ότι εφόσον η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, πλην όμως ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη ως κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης εκείνον της ενώπιόν του συζήτησης της υπόθεσης, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την 7-3-2019 και όχι το χρόνο της πρώτης συζήτησης, κατά τον οποίο εκδικάστηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 74/2014 απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την 21-2-2013, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου, καθώς και του πέμπτου αναιρετικού λόγου [κατά το κατά το μέρος που ο τελευταίος αυτός λόγος (5ος) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων και των επικειμένων τους ] από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του προκείμενου πρώτου αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ, των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ.1 και 13 παρ.1, 2 και 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο ή δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου και β) ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί, ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι σε περίπτωση που σε χρόνο μεταγενέστερο απαλλοτριωθεί τμήμα ιδιοκτησίας, το οποίο έχει απομείνει από προγενέστερη απαλλοτρίωση, τότε, προκειμένου να είναι πλήρης η αποζημίωση την οποία θα λάβει τελικώς ο δικαιούχος, θα πρέπει να καταβληθούν σε αυτόν τόσο η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτρίωσης, όσο και το υπόλοιπο της αξίας του τμήματος αυτού, το οποίο απαλλοτριώθηκε στα πλαίσια της δεύτερης, μεταγενέστερης, απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα, στην οριστική τιμή που θα καθοριστεί για το μεταγενεστέρως απαλλοτριωθέν εναπομείναν τμήμα, θα συνυπολογισθεί και η μείωση της αξίας που καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια προγενέστερης απαλλοτριωτικής δίκης, δηλαδή θα καθοριστεί οριστική τιμή, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη μείωση της αξίας του ακινήτου, η οποία καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτρίωσης και την αξία του εναπομείναντος τμήματος, διότι τότε, η οριστική αυτή τιμή ανταποκρίνεται πλέον αυτοτελώς στην πλήρη αξία του απαλλοτριωθέντος εναπομείναντος τμήματος και ικανοποιείται πλήρως η απορρέουσα από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, το Σύνταγμα και τον ΚΑΑΑ απαίτηση για πλήρη ικανοποίηση του δικαιούχου (ΑΠ 1277/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμός 9, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αποτελεί τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζήτησης (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.) στο δικονομικό δίκαιο. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 506/2020, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 431/2016, ΑΠ 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ` άρθρο 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001, αποζημίωσης, ή της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 2062/2017). Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται, η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παράλειψε να ασχοληθεί με οποιοδήποτε τρόπο με την ενώπιόν του κατατεθείσα προς κρίση αίτηση παροχής έννομης προστασίας (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1558/2018, ΑΠ 606/2015) και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας, έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν, ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της, ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 111/2022, ΑΠ 1550/2021, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 755/2019). Για να είναι ορισμένος ο παρών λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφενός ότι υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό, αναφορικά με την αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου να προσδιορίζεται επακριβώς η αίτηση που έμεινε αδίκαστη και να αναφέρεται το περιεχόμενό της (ΑΠ 862/2020, ΑΠ 156/2012, ΑΠ 115/2011, ΑΠ 135/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια: α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των υπό στοιχεία 5α, 5β, 11ου, 17α, 17β, 17γ, 17δ, 17 ε, 22α και 22β αναιρεσειόντων (που παρίστανται νομίμως στην παρούσα αναιρετική δίκη) για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των μνημονευομένων ακινήτων τους, επειδή έκρινε ότι είναι άνευ αντικειμένου, διότι έχει εμφιλοχωρήσει μεταγενέστερη απαλλοτρίωση και β) από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστο το αίτημά τους αυτό, δηλαδή για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ανωτέρω αίτημα των προαναφερόμενων αναιρεσειόντων δέχθηκε τα εξής: "το αίτημα περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου διότι έχει εμφιλοχωρήσει συμπληρωματική απαλλοτρίωση και θα κριθεί το εναπομείναν τμήμα μετά από αυτή". Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, την οποία παραβίασε ευθέως, και τούτο διότι η μεταγενέστερη συμπληρωματική απαλλοτρίωση του τμήματος ιδιοκτησίας, το οποίο έχει απομείνει από προγενέστερη απαλλοτρίωση, δεν καθιστά το αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, άνευ αντικειμένου, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, για να είναι πλήρης η αποζημίωση την οποία θα λάβει τελικώς ο δικαιούχος στην εν λόγω περίπτωση θα πρέπει να καταβληθούν σε αυτόν τόσο η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος (εφόσον ήθελε κριθεί ότι επήλθε σημαντική μείωση της αξίας αυτού), όσο και το υπόλοιπο της αξίας του τμήματος τούτου, το οποίο απαλλοτριώθηκε στα πλαίσια της δεύτερης, μεταγενέστερης, απαλλοτρίωσης και, κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής, για το μεταγενεστέρως απαλλοτριωθέν εναπομείναν τμήμα, θα συνυπολογισθεί και η μείωση της αξίας, που καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια προγενέστερης απαλλοτριωτικής δίκης. Επομένως, ο κρινόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του ιδίου δεύτερου αναιρετικού λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αφορά το ίδιο κεφάλαιο, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι, όπως και στο αναιρετήριο αναφέρεται, το Εφετείο απέρριψε ρητά το εν λόγω αίτημα και συνεπώς ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν ιδρύεται, αφού το άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν παράλειψε να ασχοληθεί με το αίτημα αυτό και δεν το άφησε αδίκαστο, αλλά αντίθετα το έλαβε υπόψη του και το απέρριψε. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 553 παρ. 1 β και παρ. 2 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως, και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση απόφασης εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής, εφόσον αφορά τα κεφάλαια της ίδιας αγωγής, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά της οριστικής διάταξης, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη και επιπλέον η αναίρεση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την οριστική διάταξη της εν μέρει οριστικής απόφασης, πρέπει να απευθύνεται και κατά της εν μέρει οριστικής αυτής απόφασης, γιατί η οριστική αυτή διάταξη δεν θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, αν δεν απευθύνεται και κατ` αυτής η αναίρεση (ΑΠ 619/2022, ΑΠ 1054/2019, ΑΠ 1188/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι υπό στοιχεία 44α και 44β αναιρεσείουσες (Ε. θυγ. Α. Ο. και Μ. θυγ. Α. Ο., αντίστοιχα) αποδίδουν στην προαναφερόμενη εν μέρει οριστική υπ' αριθμ. 78/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την πλημμέλεια: α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και τα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, για το λόγο ότι απέρριψε την ανταίτηση και την παρέμβαση, που ασκήθηκαν με τις από 15-2-2013 προτάσεις τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ως προς το περιεχόμενο σε αυτές αίτημά τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, καθόσον έκρινε ότι το αίτημα αυτό έπρεπε να ασκηθεί με αυτοτελή αίτηση και ότι η μεν ανταίτηση είναι απαράδεκτη, γιατί οι άνω αναιρεσείουσες δεν είναι πρόσωπα κατά των οποίων στρεφόταν η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και η δε παρέμβαση είναι απορριπτέα, διότι το αίτημα του Ελληνικού Δημοσίου με τη συνεκδικασθείσα αίτησή του "να αναγνωριστεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου" απερρίφθη ως απαράδεκτο και β) από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστο το ανωτέρω αίτημά τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης. Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο ανωτέρω σκέλη του είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον οι αποδιδόμενες πλημμέλειες αφορούν όχι την ανωτέρω υπ' αριθμ. 132/2020 απόφαση, που προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αλλά την υπ' αριθμ. 78/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία, κατά το μέρος που απέρριψε την άνω ανταίτηση και παρέμβαση των προαναφερόμενων αναιρεσειουσών, περιέλαβε οριστικές διατάξεις, ήτοι η ανωτέρω υπ' αριθμ. 78/2004 απόφαση είναι, ως προς τις απορριπτικές αυτές διατάξεις της, οριστική και συνεπώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αναίρεση, κατά το μέρος που αφορά τις οριστικές αυτές απορριπτικές διατάξεις της εν λόγω εν μέρει οριστικής υπ' αριθμ. 78/2014 απόφασης, θα έπρεπε να απευθύνεται και κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, διότι, ως προς τις ανωτέρω οριστικές διατάξεις της, δεν θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την υπ'αριθμ. 132/2020 οριστική απόφαση, αν δεν απευθύνεται και κατ` αυτής η αναίρεση, πλην όμως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται κατά της απόφασης αυτής (υπ' αριθμ. 78/2014), αλλά μόνο κατά της υπ' αριθμ. 132/2020 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ. ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ( ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019). Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ. ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 551/2020). Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, "αιτιολογία" της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011), καθόσον, ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματική ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθμός 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, ήτοι πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης [κατά το κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη μη γενομένη δεκτή μείωση της αξίας των απομενόντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των ειδικότερα αναφερομένων αναιρεσείοντων και τη συνακόλουθη απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβασίμου του αιτήματός τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, που δεν καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός], αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια: α) από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις ειδικότερα αναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις των μνημονευόμενων αρχιτεκτόνων - πολιτικών μηχανικών, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, αναφορικά με τη μείωση της αξίας των απομενόντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους και β) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, δηλαδή της μείωσης της αξίας των απομενόντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, όπου ρητά αναφέρει (2η σελίδα του 45ου φύλλου αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων, όπως επίσης ρητά αναφέρει και τις τεχνικές εκθέσεις, που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από αυτούς, σε συνδυασμό και με όλες τις αιτιολογίες και παραδοχές της, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τις ανωτέρω φερόμενες ως αγνοηθείσες τεχνικές εκθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το άνω πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν διατυπώνουν παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονούνται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό, το οποίο οι ίδιοι θεωρούν ως ορθό. Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ανάγονται στην πραγματικότητα σε παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των ως άνω αποδεικτικών μέσων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα : 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το περιεχόμενό του και 2) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του άνω Δικαστηρίου της ουσίας και ειδικότερα ποιες συγκεκριμένα είναι οι ανεπάρκειες που προσάπτονται στην πληττόμενη απόφαση, ήτοι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ δεν αρκεί η αναφερόμενη στο αναιρετήριο γενική έκφραση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει "ανεπαρκείς αιτιολογίες". Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους παρισταμένους αναιρεσείοντες και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σ' αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 εδάφιο β' ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 162/2016). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς τους 4η, 8ο, 9ο, 10α , 10β, 10γ, 10 δ, 13 α, 13β, 18 α, 18β, 18γ, 18δ, 23α, 23β, 24α, 24β, 25α, 25β, 26α, 26β, 27α, 27β, 27γ, 28β, 28δ, 29β, 30β, 31β, 32ο, 33α, 33β, 36γ, 36δ, 40α, 40β και 41η των αναιρεσειόντων. -Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσείοντες. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 132/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της και κατά το μέρος που αφορά στους παριστάμενους αναιρεσείοντες. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ