Αριθμός 1822/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Ε. Ξ. του Β., κατοίκου Ελληνικού. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Τριανταφυλλάκη και Ιωάννη Λιναρίτη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (...) και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία - πιστωτικό ίδρυμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθή Φλωροπούλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3668/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1841/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 1841/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (αρχικώς ενάγουσα), της οποίας η ήδη αναιρεσίβλητη τυγχάνει καθολική διάδοχος λόγω διάσπασης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της πρώτης (που εγκρίθηκε με την 45.089/16.4.2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. και δημοσιεύθηκε με τις 45.116/16.4.2021 και 45.123/16.4.2021 ανακοινώσεις), με την από 12.1.2018 αγωγή της, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ήδη αναιρεσειόντων, ζήτησε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα, άλλως το ανυπόστατο δύο συγκεκριμένων (των από 16.10.2017 και 29.12.2017) αποφάσεων της γενικής συνέλευσης της πρώτης των αναιρεσειόντων ανώνυμης εταιρείας, άλλως να κηρυχθεί η ακυρότητα αυτών, καθώς και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 1.11.2017 αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της τελευταίας, που πιστοποιεί την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, και β) να αναγνωριστεί, ότι η ίδια ήταν ενεχυρούχος δανείστρια 6.870 ονομαστικών μετοχών εκδόσεως της πρώτης των αναιρεσειόντων, ιδιοκτησίας της "...." και μάλιστα ότι είχε δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη γενική συνέλευση αυτής (πρώτης αναιρεσείουσας), υποστηρίζοντας ότι είχαν και αυτά συνεκχωρηθεί υπέρ της, σύμφωνα με ειδικότερους όρους της ενεχυρικής σύμβασης που είχε συνάψει με την άνω αναφερόμενη μέτοχο "....". Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες, με την απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της πρώτης από αυτούς και δια της προσωπικής κράτησης της δεύτερης, τρίτου και τέταρτης από αυτούς (φυσικών προσώπων - μελών του δ.σ. της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας), να παραλείπουν κάθε μελλοντική διατάραξη του ενεχυρικού της δικαιώματος στο μέλλον, και να υποβληθεί στη δημοσιότητα του άρθρου 7β κ.ν. 2190/1920 η επί της αγωγής της δικαστική απόφαση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη από τους αναιρεσείοντες (φυσικά πρόσωπα), έκανε αυτή δεκτή ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και απήγγειλε την ακυρότητα της δεύτερης (από 29.12.2017) απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων αυτής, αναγνώρισε την (αρχικώς) ενάγουσα ως ενεχυρούχο δανείστρια και έχουσα δικαίωμα ψήφου επί 6.870 ονομαστικών μετοχών εκδόσεώς της πρώτης αναιρεσείουσας και διέταξε τη δημοσίευση της απόφασής του κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7βκ.ν. 2190/1920. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκαν από τα διάδικα μέρη αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 1841/2021 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, έκανε δεκτή την έφεση της αρχικώς ενάγουσας, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της από 1.11.2017 αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, που πιστοποιεί την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής ως μη νόμιμη, ενώ δέχτηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος ως προς τα λοιπά αιτήματά της και α) ακύρωσε αμφότερες τις άνω μνημονευόμενες αποφάσεις της γενικής συνέλευσης των μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας, β) αναγνώρισε ότι η αρχικώς ενάγουσα τυγχάνει ενεχυρούχος δανείστρια με δικαίωμα ψήφου κατά τις γενικές συνελεύσεις επί 6.870 ονομαστικών μετοχών εκδόσεως της πρώτης αναιρεσείουσας, γ) υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσείουσα, με την απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της, και δια της προσωπικής κράτησης των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης από τους αναιρεσείοντες, να παραλείπει κάθε διατάραξη του ενεχυρικού δικαιώματος της αρχικώς ενάγουσας στο μέλλον και δ) διέταξε την υποβολή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 7β κ.ν. 2190/1920. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), η κρινόμενη, από 10-9-2021, αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2. Από τις διατάξεις του άρθρου 35α παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Κ.Ν. 2190/1920, ο τίτλος του οποίου προστέθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3604/2007, (που εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο πριν την κατάργησή του με το άρθρο 189 του Ν. 4548/2018), αναφερόμενο στην ακυρωσία των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης Ανώνυμης Εταιρείας, κατηγορία η οποία διευρύνθηκε σε σχέση με τα προβλεπόμενα από το προϊσχύσαν δίκαιο προκειμένου να συσταλεί η κατηγορία των άκυρων αποφάσεων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την επιφύλαξη των άρθρων 35β και 35γ, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. Ακυρώσιμη είναι και η απόφαση που λήφθηκε: α) χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες, που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 από μετόχους, οι οποίοι ζητούν την ακύρωση σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο, ή β) κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα. Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί με αγωγή από οποιονδήποτε μέτοχο, κάτοχο μετοχών που εκπροσωπούν τα δύο εκατοστά (2/100) του κεφαλαίου, αν δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση. Η αγωγή ακύρωσης της απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας. Η ανωτέρω αγωγή στρέφεται κατά της εταιρείας και ασκείται εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Μητρώο. Σύμφωνα με τις ανωτέρω ρυθμίσεις προβλέπονται πλέον τέσσερις κατηγορίες ακυρώσιμων αποφάσεων: α) αποφάσεις που ελήφθησαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με τον νόμο ή το καταστατικό, β) αποφάσεις που ελήφθησαν από ΓΣ που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί, γ) αποφάσεις που ελήφθησαν χωρίς να παρασχεθούν οι οφειλόμενες πληροφορίες που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 και δ) αποφάσεις που ελήφθησαν κατά κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1462/2023, ΑΠ 214/2022, ΑΠ 1015/2020). Παράβαση των διατάξεων για τη συγκρότηση της γενικής συνέλευσης υπάρχει ιδίως, όταν η εταιρία αποκλείει αυθαίρετα τους μετόχους από την άσκηση των δικαιωμάτων διοικήσεως, όπως του δικαιώματος παραστάσεως, συζητήσεως, προτίμησης κατά την ανάληψη νέων μετοχών και ψήφου ή όταν, αντίστροφα, επιτρέπει την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών σε πρόσωπα, που δεν έχουν την ιδιότητα του μετόχου, δηλαδή, όταν στη συνέλευση συμμετέχουν και ψηφίζουν πρόσωπα, που δεν δικαιούνται από πλευράς προϋποθέσεων και διατυπώσεων να συμμετέχουν και να ψηφίζουν σε αυτήν. Στην τελευταία περίπτωση, προϋπόθεση για την επέλευση της ακυρωσίας της απόφασης, αποτελεί η συμμετοχή των μη νομιμοποιούμενων προσώπων να ήταν αποφασιστική για την επίτευξη της απαρτίας ή η ψήφος τους να ήταν αποφασιστική για την επίτευξη πλειοψηφίας κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 35α του Κ.Ν. 2190/1920 (ΑΠ 1426/2013).Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1, 3 και 4 του Κ.Ν. 2190/1920, όπως ο τίτλος προστέθηκε με το άρθρο 37 Ν. 3604/2007 και αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 του άρθρου 5 Ν.3884/2010, για να μετάσχει ο μέτοχος στη Γενική Συνέλευση, πρέπει να καταθέσει τις μετοχές του στο ταμείο της εταιρείας, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε οποιαδήποτε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στην Ελλάδα, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης ημέρα. Η ίδια προθεσμία ισχύει και για την κατάθεση στο ταμείο της εταιρείας των αποδείξεων κατάθεσης των μετοχών και των εγγράφων αντιπροσωπείας, οι δε μέτοχοι οι οποίοι δεν συμμορφώθηκαν προς τις διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν μετέχουν στη γενική συνέλευση παρά μόνο με άδεια αυτής. Η τήρηση των διατάξεων αυτών δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση του δικαιώματος παράστασης των μετόχων στη Γενική Συνέλευση, αλλά αποσκοπεί να δώσει στους μετόχους ένα μέσο αποδείξεως αυτού του δικαιώματος και να προαναγγείλει στην εταιρεία τη σκοπούμενη συμμετοχή των δικαιούμενων να συμμετάσχουν στη Γενική Συνέλευση προς διευκόλυνση του ελέγχου της νομιμοποίησής τους, όταν ο αριθμός των μετόχων είναι μεγάλος. Συνεπώς, όταν η παράλειψη ή η αταξία της προαναγγελίας δεν εμποδίζει αποφασιστικά την επίτευξη του ελέγχου της νομιμοποίησης, προβλέπεται στο νόμο (άρθρο 28 παρ. 4 του Κ.Ν. 2190/1920), ότι επιτρέπεται, με την άδεια της Γενικής Συνέλευσης, η συμμετοχή σ' αυτήν των μετόχων που δεν συμμορφώθηκαν προς την υποχρέωση προαναγγελίας. Κριτήρια για τη χορήγηση ή μη της εν λόγω αδείας δεν ορίζονται στο νόμο, όμως η σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης δεν δύναται να είναι αυθαίρετη, πολλώ δε μάλλον τιμωρητική, ούτε δύναται να αποτελέσει πρόσχημα για τον αποκλεισμό ανεπιθύμητων μετόχων, αλλά εξαρτάται από το κατά πόσο είναι δυνατό, παρότι παραλείφθηκε η προαναγγελία, να ικανοποιηθεί ο σκοπός, για τον οποίο επιβλήθηκε από το νόμο η συγκεκριμένη υποχρέωση, διότι σε αντίθετη περίπτωση η άρνηση της Γενικής Συνέλευσης δεν θα ήταν μόνο αδικαιολόγητη, αλλά και καταχρηστική (ΑΠ 1015/2020). Περαιτέρω, από το άρθρο 11α παρ. 1 του Κ.Ν. 2190/1920, που προβλέπει ότι "Το κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας διαιρείται σε μετοχές, που μπορεί να είναι ανώνυμες ή ονομαστικές και ενσωματώνονται σε τίτλους μίας ή περισσότερων μετοχών" προκύπτει, ότι με τον όρο μετοχή νοείται ο τίτλος, το αξιόγραφο, στο οποίο ενσωματώνεται η μετοχική σχέση, καθώς και ένα τμήμα του μετοχικού κεφαλαίου. Το δικαίωμα του ενεχύρου για την εξασφάλιση απαίτησης, που ρυθμίζεται από τα άρθρα 1209 επ. ΑΚ μπορεί να συσταθεί επί ανώνυμων και ονομαστικών μετοχών, ενόψει του ότι αποτελούν κινητά πράγματα. Όταν πρόκειται για τη σύσταση ενεχύρου επί ανώνυμων τίτλων, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενεχύρου κινητών πραγμάτων (άρθρο 1244 εδ. 1 ΑΚ.) οπότε απαιτείται η σύναψη της ενεχυρικής σύμβασης να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και να παραδοθεί ο τίτλος από τον κύριο στο δανειστή (άρθρο 1211 ΑΚ). Ειδική νομοθετική ρύθμιση για τη σύσταση ενεχύρου σε ονομαστικές μετοχές ανώνυμης εταιρίας με κριτήριο το πρόσωπο των συμβαλλόμενων προβλέπεται από το άρθρο 3 του α.ν. 1818/1951, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. 2 του ν. δ/τος 3330/1955 (ΑΠ 868/2014). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου "Το ενέχυρον επί ονομαστικών μετοχών, όταν συμβαλλόμενος είναι χρηματιστής, τράπεζα ή νομικόν πρόσωπον, συνιστάται δι' ιδιωτικού εγγράφου συντασσομένου εις διπλούν, υποβαλλομένου εις το προσήκον τέλος χαρτοσήμου και παραδόσεως αυτών εις τον δανειστήν μη απαιτουμένης οιασδήποτε ετέρας διατυπώσεως...", ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "..Επί πάσης άλλης περιπτώσεως ενεχυριάσεως των ονομαστικών μετοχών πλην των εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου αναφερομένων, εφαρμόζεται η διάταξις του άρθρου 1244 του Αστικού Κώδικος". Επομένως, στην περίπτωση ονομαστικών μετοχών, επί των οποίων συνιστάται ενέχυρο υπέρ τράπεζας, αρκεί η ενεχυρική σύμβαση να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και να παραδοθούν οι τίτλοι στην ενεχυρούχο δανείστρια τράπεζα, δεν απαιτείται δε οποιαδήποτε άλλη διατύπωση, ήτοι αναγγελία της κατάρτισης της ενεχυρικής σύμβασης στην εκδότρια των μετοχών εταιρία, η οποία αν γίνει, έχει νομιμοποιητικό υπέρ του ενεχυρούχου δανειστή χαρακτήρα. Στην περίπτωση αυτή αρκεί η σύμβαση ενεχύρασης να γνωστοποιηθεί στην εταιρία με οποιοδήποτε τρόπο και δεν απαιτείται να υποβάλλεται σε τύπο. Τρόπους γνωστοποίησης αποτελούν (ενδεικτικά) η εγγραφή της σύμβασης ενεχύρασης στο βιβλίο μετόχων ή η κοινοποίησή της στην εταιρία - εκδότρια των μετοχών με δικαστικό επιμελητή (άρθρο 8β παρ. 6 του ν. 2190/1920, AΠ 1349/2017). Περαιτέρω, αν δεν ορίστηκε διαφορετικά, ο ενεχυραστής (οφειλέτης), τόσο όταν πρόκειται για ενέχυρο σε ανώνυμες, όσο και σε ονομαστικές μετοχές, έχει δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στις γενικές συνελεύσεις σύμφωνα με τη ρύθμιση των άρθρων 1245 ΑΚ και 30α Κ.Ν. 2190/1920, όπως (το τελευταίο) ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το νόμο 3604/2007 (ΑΠ 1426/2013). Μία αντίθετη συμφωνία, ότι, δηλαδή, το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη γενική συνέλευση θα ανήκει στον ενεχυρούχο δανειστή είναι νόμιμη, εκτός αν το απαγορεύει το αρχικό ή το τροποποιημένο καταστατικό. Βέβαια, το δικαίωμα ψήφου, ως διοικητικό προσωποπαγές και άρα αμεταβίβαστο δικαίωμα παραμένει στο μέτοχο. Πλην, όμως, μπορεί κατά την ενεχύραση της μετοχής, να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταβίβασης η άσκηση του δικαιώματος ψήφου από τον ενεχυρούχο δανειστή. Ειδικότερα, επειδή πρόκειται για δικαίωμα, που πηγάζει από τη μετοχική σχέση, με τη συμφωνία για τη σύναψη του ενεχύρου ενεχυράζεται μαζί με το σύνολο των λοιπών δικαιωμάτων, που ερείδονται στη μετοχή, ακολουθεί δε την "τύχη" της βασικής σχέσης. Άρα, η περιεχόμενη στη σύμβαση ενεχύρασης συμφωνία περί της άσκησης του δικαιώματος ψήφου από τον ενεχυρούχο δανειστή, εμπεριέχει τη σιωπηρή μεταβίβαση της άσκησης και άλλων διοικητικών δικαιωμάτων, που καθιστούν την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος λειτουργική, όπως, ενδεικτικά, το δικαίωμα λήψης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και των σχετικών εκθέσεων του διοικητικού συμβουλίου και των ελεγκτών (άρθρο 27 παρ. 1 ν. 2190/1920) το δικαίωμα παροχής πληροφοριών (άρθρο 39 παρ. 4 ν. 2190/1920) και το δικαίωμα προσβολής των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης για ακυρότητα και ακυρωσία. Ο ενεχυράσας τις μετοχές του μέτοχος διατηρεί απλό δικαίωμα συμμετοχής στη γενική συνέλευση της ανώνυμης εταιρίας, ακόμα και αν έχει παραχωρήσει το δικαίωμα ψήφου στον ενεχυρούχο δανειστή (ΑΠ 546/1985), οπότε δεν τίθεται ζήτημα μη νόμιμης συγκρότησης της γενικής συνέλευσης για το λόγο αυτό. Η άσκηση του δικαιώματος ψήφου από τον ενεχυρούχο δανειστή γίνεται ιδίω ονόματι στη βάση εξουσιοδοτήσεως. Ο ενεχυραστής μέτοχος (εξουσιοδοτών) έχει παράσχει εξουσία στον ενεχυρούχο δανειστή (εξουσιοδοτούμενο) να ψηφίζει στο όνομά του και για λογαριασμό του επηρεάζοντας όμως έτσι την περιουσία- έννομη σφαίρα του (ενεχυράσαντος μετόχου).Η παρεχόμενη εξουσιοδότηση δεν οδηγεί στην ουσιαστική απώλεια του δικαιώματος ψήφου, αφού υποκείμενο του δικαιώματος εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα, να παραμένει ο ενεχυραστής μέτοχος. Ωστόσο, παρά την κατάφαση του ενοχικού χαρακτήρα της συμφωνίας μεταξύ ενεχυρούχου δανειστή και ενεχυραστή μετόχου, επιβάλλεται να γίνει λόγος για μία είδους "εμπραγμάτωση" αυτής της ενοχικής σχέσης, βασικό στοιχείο της οποίας είναι η υποχρέωση της ανώνυμης εταιρείας να δεχτεί τη συμμετοχή στη γενική συνέλευση του έχοντος δικαίωμα ψήφου ενεχυρούχου δανειστή και η αδυναμία εκ μέρους της να αρνηθεί το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου κατά τη διάρκεια της γενικής συνέλευσης των μετόχων, εφόσον βέβαια ο ενεχυρούχος δανειστής έχει τηρήσει τις διατυπώσεις του νόμου, αφού και για αυτόν ισχύει ό,τι προβλέπει ο νόμος για τη συμμετοχή των μετόχων (άρθρο 28 αρ. 1 και 5 Κ.Ν. 2190/1920). Συνεπώς, εφόσον ο ενεχυρούχος δανειστής καταθέσει, μαζί με τις μετοχές των οποίων είναι οιονεί νομέας, τη συμφωνία με την οποία το δικαίωμα ψήφου παρέχεται σε αυτόν, τότε το ανώτατο όργανο της ανωνύμου εταιρείας, η γενική συνέλευση (βλ. άρθρο 33 Κ.Ν. 2190/1920), είναι υποχρεωμένη να δεχτεί τη διδόμενη ψήφο, οδηγώντας σε διαφορετική περίπτωση την ακύρωση της απόφασης της γ.σ.. Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 99 παρ. 1, 100 παρ. 1, 103 παρ. 1, 5 του νόμου 3588/2007 (ΦΕΚ A 153/10-7-2007), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της προπτωχευτικής διαδικασίας εξυγίανσης φυσικού ή νομικού προσώπου με πτωχευτική ικανότητα, που τελεί σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του και το οποίο μπορεί να συνάψει με τους πιστωτές του συμφωνία εξυγίανσης, με περιεχόμενο οποιαδήποτε ρύθμιση του ενεργητικού και του παθητικού της περιουσίας του. Η συμφωνία αυτή μπορεί να περιέχει ως όρο μεταξύ των λοιπών και τη μεταβίβαση του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης του οφειλέτη σε τρίτο ή σε εταιρία πιστωτών. Η ισχύς της εν λόγω συμφωνίας εξυγίανσης τελεί υπό την προϋπόθεση της επικύρωσής της από το πτωχευτικό δικαστήριο. Στο άρθρο 106 Η παρ. 2 του ίδιου νόμου προβλέπεται, ότι "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου ή προβλέψεων της συμφωνίας, η επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν έχει επίπτωση στις ασφάλειες τρίτων, προσωπικές ή εμπράγματες, περιλαμβανομένων των προσημειώσεων, που έχουν παρασχεθεί από τρίτους για την εξασφάλιση της απαίτησης. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον...". Επομένως, πλην αντίθετης συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, η εμπράγματη ασφάλεια του ενεχύρου, που έχει παρασχεθεί υπέρ του δανειστή από τον οφειλέτη σε κινητά δικής του κυριότητας (όπως είναι και οι ονομαστικές μετοχές), κατ' αρχήν δεν αποσβέννυται, εκτός από αντίθετη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, η οποία είναι επιτρεπτή και δικαιολογείται από τη νομική φύση της συμφωνίας εξυγίανσης, που αποτελεί μικτή ενοχική σύμβαση με υπερέχον στοιχείο εκείνο της σύμβασης συμβιβασμού και ρυθμίζεται στα άρθρα 871 επ. του ΑΚ. Δύναται η συμφωνία εξυγίανσης να περιέχει επιμέρους συμφωνίες, όπως πώληση, ανάληψη μετοχών, παραίτηση από εμπράγματες ασφάλειες, οι οποίες - και ιδίως η εκπλήρωση των οποίων- τελικώς ανάγονται σε όρους του συμβιβασμού. Κατά τη γενική διάταξη δε του άρθρου 1243 ΑΚ, απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται ιδίως: 1) με την απόσβεση της απαίτησης για χάρη της οποίας έχει συσταθεί, 2) με την απόδοση του πράγματος από το δανειστή στον ενεχυραστή ή στον κύριο, 3) με τη μονομερή δήλωση του δανειστή προς τον ενεχυραστή ή τον κύριο ότι παραιτείται από το ενέχυρο, 4) με την ένωση στο ίδιο πρόσωπο της κυριότητας και του δικαιώματος του ενεχύρου. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). 3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη εταιρία (πρώτη αναιρεσείουσα) συστάθηκε με την υπ' αριθμόν ... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Β. Β.-Γ., καταχωρίστηκε στο Μ.Α.Ε. την 1η-10-2004 με αριθμό 57424/01ΝΤ/Β/04/204 δυνάμει της υπ' αριθμόν ... απόφασης του Νομάρχη Αθηνών και το διοικητικό της συμβούλιο αποτελείται από τους λοιπούς εναγόμενους (δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων) σύμφωνα με την από 5-10-2017 απόφαση της γενικής συνέλευσης αυτής και το από 6-10-2017 πρακτικό συγκρότησης, που καταχωρίστηκαν στο Γ.Ε.ΜΗ. με αριθμούς καταχώρισης ... και ..., αντίστοιχα. Το μετοχικό της κεφάλαιο αρχικά είχε οριστεί στο ποσό των 300.000 ευρώ, διαιρούμενο σε δέκα χιλιάδες μετοχές, που έκαστη εξ αυτών είχε ονομαστική αξία 30 ευρώ. Με απόφαση της από 18-9-2012 έκτακτης καθολικής γενικής συνέλευσης το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας αυξήθηκε κατά το ποσό των 104.100 ευρώ δια της έκδοσης 3.470 μετοχών, που έκαστη είχε ονομαστική αξία 30 ευρώ, αξία υπέρ το άρτιο 546,3689 ευρώ και τιμή διάθεσης 576,3689 ευρώ. Η υπέρ το άρτιο διαφορά από τη διάθεση των ως άνω μετοχών αποφασίσθηκε να πιστωθεί στο λογαριασμό "Αποθεματικό από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο". Κατόπιν τούτου το μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 404.100 ευρώ και διαιρείτο σε 13.470 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης 30 ευρώ, εκ των οποίων α) 6.870 μετοχές, που αντιστοιχούν στον υπ' αριθμόν 2 τίτλο με αριθμούς από 3.101 έως 9.970 και εκπροσωπούν ποσοστό 51,1 % του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης, ανήκουν στην εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", παρέχουν δε τούτες 6.870 ψήφους, β) 6.100 μετοχές ανήκουν κατά κυριότητα στην δεύτερη των εναγομένων και παρέχουν 6.100 ψήφους και γ) 500 μετοχές ανήκουν κατά κυριότητα στον τρίτο των εναγομένων και παρέχουν 500 ψήφους. Στο άρθρο 6° παρ. 6 του καταστατικού της πρώτης εναγομένης προβλέπεται, ότι επιτρέπεται η σύσταση επικαρπίας ή ενεχύρου επί μετοχής, ο δε επικαρπωτής ή ενεχυρούχος δανειστής έχει το δικαίωμα να παρίσταται στις γενικές συνελεύσεις και να ψηφίζει σε αυτές, ενώ στο άρθρο 23° παρ. 1 προβλέπεται ότι δικαίωμα παράστασης στη γενική συνέλευση, τακτική ή έκτακτη έχει κάθε μέτοχος. Ακολούθως, δυνάμει της από 5-8-2015 σύμβασης παροχής ενεχύρου επί χρεογράφων και εκχώρησης απαιτήσεων, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας τράπεζας και της εταιρίας "....", η τελευταία συνέστησε ενέχυρο επί των μετοχών που κατείχε εκδόσεως της πρώτης εναγόμενης εταιρίας προς εξασφάλιση απαιτήσεων της αντισυμβαλλόμενης της, οι οποίες απέρρεαν από την υπ' αριθμόν ... σύμβαση πίστωσης και των πρόσθετων πράξεων αυτής με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Οι εν λόγω συμβάσεις καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας ως δανείστριας και της πρώτης εναγόμενης εταιρίας (ενν. την εταιρεία "....") ως πιστούχου. Σε εκτέλεση των συμβάσεων παρασχέθηκε στην πρώτη εναγόμενη (ενν. την εταιρεία "....") πίστωση μέχρι του συνολικού ποσού των 9.615.965 ευρώ. Η πρώτη εναγόμενη (ενν. την εταιρεία "....") παραχώρησε υπέρ της ενάγουσας δικαίωμα ενεχύρου επί των 6.870 ονομαστικών μετοχών κυριότητας της με αριθμούς από 3.101 έως 9.970, οι οποίες είναι ενσωματωμένες στον τίτλο με αριθμό 2, που παραδόθηκε στην ενεχυρούχο δανείστρια. Ο σχετικός συγκεντρωτικός έγγραφος τίτλος μετοχών με αριθμό 2 εκδόθηκε κατόπιν της με ημερομηνία 23-3-2015 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης. Επιπλέον, συμφωνήθηκε με τον όρο 2.5 της ενεχυρικής σύμβασης, ότι "Όλα τα δικαιώματα παρόντα ή μέλλοντα, που πηγάζουν, αμέσως ή εμμέσως, από τα ενεχυραζόμενα χρεόγραφα, περιλαμβανόμενου και του δικαιώματος ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της εκδότριας των ενεχυραζομένων μετοχών της εταιρίας (άρθρο 30α ν. 2190/1920) εκχωρούνται από τούδε από τον Ενεχυράζοντα στην Τράπεζα. Συνεπώς η Τράπεζα μπορεί εφεξής να ασκεί, κατά την κρίση της, τα δικαιώματα αυτά δικαστικώς και εξωδίκως, στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό...". Στην πίσω σελίδα του εγγράφου του τίτλου 2 των ενσωματωμένων μετοχών, στις 5-8-2015, συμπληρώθηκε χειρόγραφα από τον εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, ο οποίος υπέγραψε το σχετικό κείμενο και έθεσε τη σφραγίδα της εταιρίας, ότι "....συστάθηκε σήμερα την 5-8-2015 ενέχυρο πρώτης (Α) τάξης επί των ενεχυραζομένων μετοχών προς εξασφάλιση οποιασδήποτε απαιτήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..."....από τη με αριθμό ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μετά των προσθέτων αυτής πράξεων μεταξύ της ... ως πιστούχου και της Τραπέζης ως δανείστριας, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται στην από 5 Αυγούστου 2015 Σύμβαση παροχής ενεχύρου επί χρεογράφων και εκχωρήσεως απαιτήσεων, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής και βάσει των διατάξεων του Κ.Ν 2190/1920 και του Ν.Δ. 17.7/13.8.1923, όπως ισχύουν, καθώς και της λοιπής εφαρμοστέας σχετικά νομοθεσίας". Από την επισκόπηση του κειμένου της προαναφερόμενης σύμβασης ενεχύρασης προκύπτει με σαφήνεια η βούληση των μερών και δη της ενεχυράζουσας πιστούχου εταιρίας, η οποία συμφωνούσε, η δε ενάγουσα αποδεχόταν, να συνεκχωρηθούν (στην ενάγουσα) όλα τα δικαιώματα που πηγάζουν από τα ενεχυραζόμενα χρεόγραφα, μεταξύ των οποίων και η συμμετοχή και η άσκηση του δικαιώματος ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της εκδότριας των ενεχυραζόμενων μετοχών εταιρίας και πρώτης εναγομένης. Επίσης, με τον όρο 2.9 συμφωνήθηκε, ότι σε περίπτωση αυξήσεως του κεφαλαίου της εκδότριας των ενεχυραζόμενων μετοχών εταιρίας, το δικαίωμα προτιμήσεως στις νέες μετοχές, που θα αναλογούν στις ενεχυραζόμενες θα ασκούσε η ενεχυράζουσα, οι νέες, όμως, μετοχές θα υπόκεινται αυτοδίκαια στο συνομολογούμενο ενέχυρο. Η ενεχυράζουσα, εφόσον δεν ασκούσε εντός προθεσμίας δέκα ημερών και κατόπιν έγγραφης προσκλήσεως της ενεχυρούχου δανείστριας το δικαίωμα προτίμησης, τούτο θα εκχωρείτο στην τράπεζα, η οποία και θα εδύνατο είτε να το ασκεί για λογαριασμό της ενεχυράζουσας είτε για δικό της λογαριασμό (όρος 2.9). Η ως άνω ενεχυρική συμφωνία καταχωρίστηκε στα βιβλία μετόχων της πρώτης εναγομένης στις 5-8-2015, όπου και αναγράφηκαν κατά λέξη τα εξής: "Με την από 5/08/2015 Σύμβαση Ενεχυρίασης μετοχών μεταξύ της Ενεχυράζουσας Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... 63 με αρ. Γ.Ε.ΜΗ. ... και Α.Φ.Μ. .... ... και της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ... με αρ. Γ.Ε.ΜΗ. 000223 72000 συστάθηκε ενέχυρο επί των μετοχών από 3.101 έως 9.970 που ενσωματώνεται στον υπ' αριθ. 2 τίτλο, δυνάμει της από 23/3/2015 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, ονομαστικής αξίας τριάντα ευρώ (30 €) η κάθε μία". Κάτω από το σχετικό κείμενο έχουν τεθεί οι εταιρικές σφραγίδες και οι υπογραφές των εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, της ενεχυράσασας τις μετοχές εταιρίας με την επωνυμία "..." και της ενεχυρούχου δανείστριας τράπεζας, ήδη ενάγουσας. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι ήδη από τις 5-8-2015 οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης είχαν ενημερωθεί για τη σύναψη της ενεχυρικής σύμβασης και επίσης είχε τεθεί υπόψιν τους και το έγγραφο κείμενο με τους ειδικότερους όρους, που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών και προαναφέρθηκαν, ώστε να ακολουθήσει η επισημείωση στο "σώμα" του μετοχικού τίτλου καθώς και η καταχώριση στο βιβλίο μετόχων. Οπωσδήποτε, οι εκπρόσωποι της πρώτης εναγόμενης δεν θα προχωρούσαν στις σχετικές επισημειώσεις, χωρίς να έχουν μελετήσει το κείμενο της σύμβασης, αρκούμενοι στις προφορικές ενημερώσεις των συμβαλλομένων στη σύμβαση ενεχύρασης. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, πρέπει ν' αναφερθεί, ότι η πρώτη εναγομένη, που κατά το επίδικο διάστημα, διέθετε ετήσιο κύκλο εργασιών 50.000.000 ευρώ και ενεργητικό περιουσίας ύψους 30.000.000 ευρώ, είχε αναθέσει την διαχείριση των υποθέσεων της και την εκπροσώπησή της σε έμπειρα στελέχη, ήτοι τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, τα οποία συνέδραμαν στο έργο τους έμπειροι νομικοί παραστάτες. Επεδείκνυαν δε, όπως θα λεχθεί και στη συνέχεια, απόλυτη τυπικότητα ως προς την τήρηση του καταστατικού και του νόμου σχετικά με τα ζητήματα λειτουργίας της εταιρίας. Κατόπιν τούτων, η γνωστοποίηση της ενεχυρικής συμφωνίας και του ειδικότερου όρου αυτής περί μεταβίβασης προς την ενεχυρούχο δανείστρια και ήδη ενάγουσα της άσκησης του δικαιώματος ψήφου στη γενική συνέλευση της πρώτης εναγομένης έγινε νομότυπα, γεγονός, που δεν αναιρείται από το ότι δεν γίνεται ειδική μνεία περί τούτου (της άσκησης του δικαιώματος ψήφου) στο βιβλίο μετόχων και το "σώμα" του τίτλου των μετοχών. Τούτο διότι, όπως αποδείχτηκε, η γνωστοποίηση πραγματοποιήθηκε, χωρίς να περιβληθεί κάποιο τύπο και δη, στην ένδικη υπόθεση, με την θέση υπόψιν στους εκπροσώπους της ενάγουσας του πλήρους κειμένου της σύμβασης, που είχαν την δυνατότητα να πληροφορηθούν το περιεχόμενό της και να καταχωρίσουν, όπως και έπραξαν, περίληψη αυτής στο βιβλίο μετόχων. Ως εκ τούτου δεν ασκεί έννομη επιρροή, το αν η μεταγενέστερη, δηλαδή μετά την καταχώριση στο βιβλίο μετόχων, επίδοση της ενεχυρικής σύμβασης, που έγινε κατ' εντολή της ενάγουσας από τον δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Ρ. (σχετική η με αριθμό ... έκθεση επίδοσης), στις 17-11-2015, στον ..., στην οδό ... εις χείρας της Γ. Χ. ως εξουσιοδοτημένης εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, ήταν νομότυπη ή όχι. Άρα παρέλκει η διερεύνηση του δεύτερου λόγου της υπό στοιχείο Α έφεσης, δια του οποίου προβάλλεται σφάλμα και υποστηρίζεται η εγκυρότητα της εν λόγω επίδοσης, καθώς και του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο Β έφεσης, δια του οποίου προβάλλεται, ότι η υπάλληλος Χ. Γ. ήταν αναρμόδια να παραλαμβάνει έγγραφα για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης. Αποδείχτηκε στη συνέχεια, ότι στις ... το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης αποφάσισε την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης για τις 16-10-2017, γεγονός που αναρτήθηκε στο ... στις ..., με θέματα ημερήσιας διάταξης την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής κατά το ποσό των 300.000 ευρώ δια της έκδοσης μετοχών και καταβολής μετρητών, καθώς και την τροποποίηση της σχετικής διάταξης του καταστατικού της. Κατά την εν λόγω γενική συνέλευση, προκειμένου να ληφθεί απόφαση για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και την σχετική τροποποίηση του καταστατικού της πρώτης εναγομένης συμμετείχε η εταιρία με την επωνυμία "...", ώστε να σχηματιστεί η απαιτούμενη απαρτία των 2/3 των εκπροσωπούντων το μετοχικό κεφάλαιο μετόχων, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 24 παρ. 3 και 27 περ. α του καταστατικού σε συνδυασμό με το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2190/1920. Επίσης, η εταιρία με την επωνυμία "...", ψήφισε κατά τη γενική συνέλευση, η δε ψήφος της, ενόψει του ότι διέθετε 6.870 ψήφους έναντι συνόλου 13.470 ψήφων των λοιπών μετόχων, ήταν αποφασιστική για την επίτευξη της πλειοψηφίας των 2/3, που απαιτείται κατά το καταστατικό, όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και την τροποποίηση του καταστατικού, καθώς και κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 35α παρ. 5 περ. α του νόμου 2190/1920. Η απόφαση για τις εν λόγω τροποποιήσεις ήταν ομόφωνη και μετά ταύτα το μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εναγομένης ανήλθε σε 704.100 ευρώ, διαιρούμενο σε 23.470 ονομαστικές μετοχές, αξίας εκάστης 30 ευρώ, γεγονός που καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., όπως ομοίως καταχωρίστηκε το από 1-11-2017 πρακτικό του Δ.Σ. αυτής, με το οποίο πιστοποιείτο η ολική καταβολή της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό 270.000 ευρώ εκ μέρους της δεύτερης των εναγόμενων και κατά το ποσό των 30.000 ευρώ από τον τρίτο εξ αυτών. Οι παραπάνω μέτοχοι άσκησαν (μόνοι αυτοί) κατ' αποκλειστικότητα το δικαίωμα προτίμησης κατά την ανάληψη των νέων μετοχών, το οποίο προβλεπόταν στο άρθρο 5 παρ.6 του καταστατικού της πρώτης εναγομένης. Κατόπιν των ανωτέρω, η μετοχική σύνθεση της εναγόμενης εταιρίας μεταβλήθηκε κατά τρόπο ώστε, εκ του συνόλου των 23.470 ονομαστικών της μετοχών, 6.870 μετοχές ανήκαν στην εταιρία "....", 15.100 μετοχές στην δεύτερη εναγόμενη και 1.500 μετοχές στον τρίτο εναγόμενο. Μετά ταύτα, εφόσον αποδείχτηκε, ότι συνεκχωρήθηκαν στην ενάγουσα όλα τα δικαιώματα που πηγάζουν από τα ενεχυραζόμενα χρεόγραφα, μεταξύ των οποίων και η άσκηση του δικαιώματος ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της εκδότριας των ενεχυραζόμενων μετοχών εταιρίας και πρώτης εναγομένης, η εταιρία "..." αν και δικαιούτο να παραστεί, εντούτοις δεν είχε το δικαίωμα να ψηφίσει στη γενική συνέλευση. Επομένως, η απόφαση της γενικής συνέλευσης της 16ης-10ου-2017 περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και αντίστοιχης τροποποίησης του καταστατικού, που λήφθηκε με την αποφασιστική για την επίτευξη πλειοψηφίας ψήφο της εταιρείας "..." είναι ακυρώσιμη λόγω μη νόμιμης συγκρότησης της γενικής συνέλευσης. Η εκκαλουμένη, η οποία κατέληξε σε αντίθετη κρίση και απέρριψε την αγωγή κατά το σκέλος αυτό έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και επίσης πλημμελώς εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο Α έφεσής της..... Με την υπ' αριθμόν 8/16-1-2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατόπιν αίτησης υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και διορθώθηκε με τις με αριθμούς 61/2017 και 426/2017 αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου επικυρώθηκε η από ... συμφωνία εξυγίανσης της εταιρίας "...." που καταλάμβανε, σύμφωνα με τον υπ' αριθμόν ... όρο αυτής, και τις υποχρεώσεις τις απορρέουσες από την με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και τις αυξητικές αυτής, τις οποίες, ως αναφέρθηκε, είχε συνάψει η ως άνω εταιρία ως πιστούχος με την ενάγουσα ως πιστοδότρια. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας εξυγίανσης, που επικυρώθηκε, περιλαμβάνεται και ο με αριθμό ... όρος, όπου συμφωνήθηκε ότι η εταιρία "..." θα μεταβιβάσει προς την εταιρία με την επωνυμία "... ..." τις 6.870 μετοχές κυριότητας της, επί των οποίων είχε συσταθεί το ενέχυρο για την εξασφάλιση της απαίτησης της ενάγουσας από την ως άνω σύμβαση πίστωσης και τις αυξητικές αυτής, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ ενάγουσας και πρώτης εναγομένης. Η ολοκλήρωση της μεταβίβασης θα γινόταν μέχρι τις 28-2-2017. Επιπλέον, θα διατηρείτο υπέρ της ενάγουσας το προνόμιο από το υφιστάμενο ενέχυρο επί των μετοχών της οφειλέτιδος "με τρόπο που θα συμφωνηθεί", όπως επακριβώς διαλαμβάνεται στον όρο 24.10 της συμφωνίας εξυγίανσης. Εν τέλει, όμως, ο σχετικός όρος περί μεταβίβασης των ενεχυρασμένων μετοχών δεν υλοποιήθηκε, όπως συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη. Επομένως, αποδεικνύεται, ότι η επίδικη με ημερομηνία 5-8-2015 σύμβαση ενεχύρασης και οι διαλαμβανόμενοι σε αυτή όροι δεν τροποποιήθηκαν. Επιπλέον,.... η σύναψη της συμφωνίας εξυγίανσης, ενόψει του ότι δεν αποδείχτηκε διαφορετική συμφωνία μεταξύ των μερών (ενάγουσας και πρώτης εναγομένης), ουδεμία επίπτωση είχε στην εν λόγω εμπράγματη ασφάλεια..., η δε απόσβεση του ενεχύρου με κάποιον από τους προβλεπόμενους από το άρθρο 1243 ΑΚ τρόπους ουδόλως αποδείχτηκε. Η ενάγουσα, συνεπώς, δεν έπαυσε να είναι ενεχυρούχος δανείστρια, φορέας δικαιώματος ενεχύρου επί των 6.870 ονομαστικών μετοχών, με αριθμούς 3.101 έως 9.970, που ενσωματώνονται στον τίτλο με αριθμό 2 καθώς και δικαιούχος της άσκησης του δικαιώματος παράστασης και ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της πρώτης εναγομένης. Περαιτέρω, στις 27-11-2017 αποφασίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης για τις 29-12-2017 με θέματα της ημερήσιας διάταξης: α) την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας κατά 300.000 ευρώ με έκδοση μετοχών και καταβολή μετρητών και β) την τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού (περί μετοχικού κεφαλαίου) σύμφωνα με την απόφαση επί του ανωτέρω θέματος. Η σχετική πρόσκληση αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Γ.Ε.ΜΗ. στις 27-11-2017. Η ενάγουσα έλαβε γνώση της σχετικής ανάρτησης στο Γ.Ε.ΜΗ και επίσης πληροφορήθηκε τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Στις 29-12-2017, ημερομηνία της γενικής συνέλευσης, οι εκπρόσωποι της ενάγουσας, ενεχυρούχου δανείστριας και συγκεκριμένα οι υπάλληλοί της Χ. Ξ. και Μ. Β., προσήλθαν στα γραφεία της πρώτης εναγόμενης, προκειμένου να μετάσχουν στη συνέλευση και να ασκήσουν για λογαριασμό της τα απορρέοντα από το δικαίωμα του ενεχύρου δικαιώματα, καθώς και να ασκήσουν το δικαίωμα ψήφου. Όπως προκύπτει από το αντίγραφο του πρακτικού της γενικής συνέλευσης, οι εκπρόσωποι της ενάγουσας αποβλήθηκαν από τη συνεδρίαση, διότι δεν κατέθεσαν τα νομιμοποιητικά τους έγγραφα και ειδικότερα, επειδή δεν κατέθεσαν τις εξουσιοδοτήσεις των εντολέων τους. Η εκκαλουμένη, η οποία δεν πλήττεται ειδικά ως προς την απόδειξη της νομιμοποίησης των εκπροσώπων της ενάγουσας, αφού δεν διατυπώνεται σχετικό παράπονο εκ μέρους της εκκαλούσας (ενν.πρώτη εκκαλούσα) της υπό στοιχείο Β έφεσης για παράνομη συγκρότησή της για τον ειδικό αυτό λόγο, έκρινε, ότι δεν υφίστατο σχετικό κώλυμα παράστασης στη γενική συνέλευση και περαιτέρω άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου και λήψης πληροφοριών σχετικά με την οικονομική πορεία της εταιρίας, δοθέντος ότι οι εκπρόσωποι της ενεχυρούχου δανείστριας και ενάγουσας, είχαν γνωστοποιήσει τη σύμβαση ενεχύρασης και την εκχώρηση του παρεπόμενου δικαιώματος ψήφου και περαιτέρω (όπως συνάγεται από τη συγκεκριμένη διάταξη της εκκαλουμένης) επέδειξαν νομιμοποιητικά έγγραφα, προκειμένου να συμμετάσχουν (άρθρο 28 παρ. 1, 2 του νόμου 2190/1920, ήτοι απόδειξη κατάθεσης των μετοχών και έγγραφο αντιπροσωπείας). Το παράπονο της εκκαλούσας (ενν.εκκαλούντων), που διατυπώνεται με το δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο Β έφεσης συνίσταται στο ότι έσφαλε η εκκαλουμένη με το να κρίνει ότι η με ημερομηνία 29-12-2017 γενική συνέλευση είναι ακυρώσιμη και ότι, αντίθετα, αν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθά το νόμο και επίσης εκτιμήσει ορθά το αποδεικτικό υλικό, θα αποφαινόταν ότι η ενάγουσα απώλεσε τα δικαιώματα παράστασης κατά τη γενική συνέλευση, πληροφόρησης των οικονομικών στοιχείων της πρώτης εναγόμενης εταιρίας και ψήφου και ότι ορθά δεν της παρασχέθηκαν πληροφορίες αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, τις οποίες ζητούσε. Τούτο δε, για το λόγο ότι (όπως εκθέτει η εκκαλούσα) εξαιτίας της εξυγίανσης επήλθε κατάργηση του ενεχύρου, επικουρικά παραιτήθηκε η ενάγουσα από το σχετικό δικαίωμα και όλως επικουρικά δεν υφίστατο πλέον η αιτία για την οποία χορηγήθηκε το ενέχυρο. Οι σχετικοί ισχυρισμοί, όμως, ενόψει και των όσων προαναφέρθηκαν είναι αβάσιμοι και άρα πρέπει ν' απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης. Αποδείχτηκε, περαιτέρω, ότι η πρώτη εναγομένη δια των εκπροσώπων της διατάραξε, παράνομα, το ενεχυρικό δικαίωμα της ενάγουσας. Ειδικότερα, παρότι η ενάγουσα ήταν ενεχυρούχος δανείστρια με δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη γενική συνέλευση της πρώτης εναγομένης εταιρίας παρεμποδίστηκε να ασκήσει τα δικαιώματά της, αφού αποκλείστηκε από τη συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης, στις 27-11-2017 (ορθόν: 29-12-2017), δεν της παρασχέθηκαν πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση της εταιρίας, δεν ψήφισε κατά τη συνεδρίαση εκείνη και επίσης δεν άσκησε το δικαίωμα προτίμησης κατά την ανάληψη των νέων μετοχών, λόγω της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, αφού δε δημοσιεύτηκε σχετική πρόσκληση. Επομένως, η αγωγή κατά το σκέλος αυτό αποδεικνύεται βάσιμη κατ' ουσία...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχτηκε την έφεση της αρχικώς ενάγουσας και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, δέχτηκε αυτήν και ως ουσιαστικά βάσιμη και α) ακύρωσε την με ημερομηνία 16-10-2017 απόφαση της γενικής συνέλευσης μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας, β) ακύρωσε την με ημερομηνία 29-12-2017 απόφαση της γενικής συνέλευσης μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας, γ) διέταξε την υποβολή της απόφασης στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 7β του νόμου 2190/1920, δ) αναγνώρισε, ότι η αρχικώς ενάγουσα τυγχάνει ενεχυρούχος δανείστρια με δικαίωμα ενεχύρου επί 6.870 ονομαστικών μετοχών εκδόσεως της πρώτης αναιρεσείουσας και δικαίωμα άσκησης ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της πρώτης αναιρεσείουσας, ε) υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσείουσα να παραλείπει (δια των εκπροσώπων της) κάθε διατάραξη του ενεχυρικού δικαιώματος της αρχικώς ενάγουσας στο μέλλον και στ) απείλησε κατά της πρώτης αναιρεσείουσας χρηματική ποινή 6.000 ευρώ και προσωπική κράτηση 1 μήνα για καθένα από τους δεύτερη,τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων για κάθε μελλοντική παράβαση της ως άνω υποχρέωσης προς παράλειψη. 4. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30α παρ. 1 και 35 α' Κ.Ν. 2190/1920, 3 του ΑΝ 1818/1951 και 1245 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8β παρ.6 του Κ.Ν. 2190/1920, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, Α) η απόφαση της γενικής συνέλευσης μετόχων της 16-10-2017 της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και αντίστοιχης τροποποίησης του καταστατικού της, ελήφθη με την αποφασιστική ψήφο μετόχου, ο οποίος δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, και Β) στην από 29-12-2017 γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας, κατά την οποία αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και αντίστοιχη τροποποποίηση του καταστατικού, παρεμποδίστηκε να ασκήσει τα δικαιώματά της η (αρχικώς) ενάγουσα τράπεζα, αν και ήταν ενεχυρούχος δανείστρια με δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη γενική συνέλευση, η δε ψήφος της θα ήταν αποφασιστική για την επίτευξη της πλειοψηφίας, με συνέπεια να καταφάσκεται ακυρωσία της απόφασης καθεμιάς γενικής συνέλευσης λόγω μη νόμιμης συγκρότησης αυτής. Και τούτο, διότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) μεταξύ της (αρχικώς) ενάγουσας και της κυρίας των μετοχών εταιρείας ... είχε προηγηθεί έγκυρη ενεχυρική συμφωνία, με τον ειδικότερο όρο περί μεταβίβασης προς την ενεχυρούχο δανείστρια (αρχικώς ενάγουσα) της άσκησης του δικαιώματος ψήφου στη γενική συνέλευση μετόχων της εκδότριας των μετοχών πρώτης αναιρεσείουσας, η συμφωνία δε αυτή, με τον προαναφερόμενο όρο, είχε γνωστοποιηθεί νομότυπα στην πρώτη αναιρεσείουσα, ήδη από τις 5-8-2015, οπότε τέθηκε υπόψη των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης αναιρεσείουσας το έγγραφο κείμενο της σύμβασης με τους ειδικότερους όρους της και καταχωρίστηκε από αυτούς στα βιβλία μετόχων της εταιρείας, ανεξαρτήτως αν δεν έγινε ρητή μνεία και του επίμαχου όρου περί άσκησης του δικαιώματος ψήφου από την ενεχυρούχο δανείστρια τράπεζα, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8β του ΚΝ 2190/1920, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο τρόπος γνωστοποίησης της σχετικής συμφωνίας είναι ενδεικτικός και όχι υποχρεωτικός, ενόψει και του ότι η διάταξη του άρθρου 30α του ΚΝ 2190/1920 δεν παραπέμπει σ' αυτή του άρθρου 8β του ίδιου νόμου, ενώ, περαιτέρω, η υπαγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας σε καθεστώς εξυγίανσης ουδεμία επίπτωση είχε στην εν λόγω εμπράγματη ασφάλεια, β) παρά τη γενομένη ως άνω νόμιμη γνωστοποίηση της ενεχυρικής σύμβασης με τον ειδικότερο όρο περί μεταβίβασης προς την ενεχυρούχο δανείστρια της άσκησης του δικαιώματος ψήφου στη γενική συνέλευση μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας, η απόφαση της γενικής συνέλευσης μετόχων της 16-10-2017 περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και αντίστοιχης τροποποίησης του καταστατικού της, λήφθηκε με την αποφασιστική για την επίτευξη πλειοψηφίας ψήφο της εταιρείας "...", η οποία, λόγω της προηγηθείσας ενεχυρικής συμφωνίας και του ανωτέρω ειδικότερου όρου, δεν είχε τέτοιο δικαίωμα και γ) κατά τη γενική συνέλευση της 29-12-2017 η αρχικώς ενάγουσα Τράπεζα, ενώ ήταν ενεχυρούχος δανείστρια με δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη γενική συνέλευση μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, παρεμποδίστηκε να ασκήσει τα δικαιώματά της, αφού αποκλείστηκε από τη συνεδρίαση της εν λόγω γενικής συνέλευσης, δεν της παρασχέθηκαν πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση της εκδότριας των μετοχών πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, δεν ψήφισε κατά τη συνεδρίαση εκείνη και επίσης δεν άσκησε το δικαίωμα προτίμησης κατά την ανάληψη των νέων μετοχών, λόγω της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, αφού δε δημοσιεύτηκε σχετική πρόσκληση. Επομένως, με βάση τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της αρχικώς ενάγουσας, ως προς τα αιτήματα ακύρωσης των με ημερομηνίες 16-10-2017 και 29-12-2017 αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας, της αναγνώρισης της ενάγουσας ως ενεχυρούχου δανείστριας με δικαίωμα ενεχύρου επί 6.870 ονομαστικών μετοχών εκδόσεως της πρώτης αναιρεσείουσας και δικαίωμα άσκησης ψήφου στις γενικές συνελεύσεις μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας, και της καταδίκης αυτής να παραλείπει (δια των εκπροσώπων της) κάθε διατάραξη του ενεχυρικού δικαιώματος της ενάγουσας στο μέλλον, με απειλή ποινών έμμεσης εκτέλεσης σε βάρος αυτής και των λοιπών αναιρεσειόντων. Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ως προς τις περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, διότι α) δεν αποδείχθηκε ασφαλώς γνώση της πρώτης αναιρεσείουσας περί συνεκχώρησης (στην αρχικώς ενάγουσα) όλων των δικαιωμάτων που πηγάζουν από τις ενεχυραζόμενες μετοχές εκδόσεώς της, μεταξύ των οποίων και η συμμετοχή και η άσκηση του δικαιώματος ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της και β) ότι μετά την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης καθίσταται σφόδρα αμφισβητούμενη η διατήρηση ενεργού του δικαιώματος ενεχύρου της αρχικώς ενάγουσας Τράπεζας, είναι απαράδεκτος, καθόσον με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. 5.Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές: 1) Με τον όρο 2.5 της ενεχυρικής σύμβασης συμφωνήθηκε, ότι "Όλα τα δικαιώματα παρόντα ή μέλλοντα, που πηγάζουν, αμέσως ή εμμέσως, από τα ενεχυραζόμενα χρεόγραφα, περιλαμβανόμενου και του δικαιώματος ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της εκδότριας των ενεχυραζομένων μετοχών της εταιρίας (άρθρο 30α ν. 2190/1920) εκχωρούνται από τούδε από τον Ενεχυράζοντα στην Τράπεζα. Συνεπώς η Τράπεζα μπορεί εφεξής να ασκεί, κατά την κρίση της, τα δικαιώματα αυτά δικαστικώς και εξωδίκως, στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό...". 2) Στην πίσω σελίδα του εγγράφου του τίτλου 2 των ενσωματωμένων μετοχών, στις 5-8-2015, συμπληρώθηκε χειρόγραφα από τον εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος υπέγραψε το σχετικό κείμενο και έθεσε τη σφραγίδα της εταιρίας, ότι έλαβε χώρα η σύσταση ενεχύρου "σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται στην από 5 Αυγούστου 2015 Σύμβαση παροχής ενεχύρου επί χρεογράφων και εκχωρήσεως απαιτήσεων, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής και βάσει των διατάξεων του Κ.Ν 2190/1920 και του Ν.Δ. 17.7/13.8.1923, όπως ισχύουν, καθώς και της λοιπής εφαρμοστέας σχετικά νομοθεσίας...". 3) Η ως άνω ενεχυρική συμφωνία καταχωρίστηκε στα βιβλία μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας στις 5-8-2015 και συνεπώς από τότε οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας είχαν ενημερωθεί για τη σύναψη της ενεχυρικής σύμβασης και επίσης είχε τεθεί υπόψιν τους και το έγγραφο κείμενο με τους ειδικότερους όρους, που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών και προαναφέρθηκαν, ώστε να ακολουθήσει η επισημείωση στο "σώμα" του μετοχικού τίτλου καθώς και η καταχώριση στο βιβλίο μετόχων, 4) Η προαναφερόμενη σύμβαση ενεχύρασης και οι διαλαμβανόμενοι σε αυτή όροι δεν τροποποιήθηκαν μετά την υπαγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας σε καθεστώς εξυγίανσης και η αρχικώς ενάγουσα δεν έπαυσε να είναι ενεχυρούχος δανείστρια, φορέας δικαιώματος ενεχύρου επί των 6.870 ονομαστικών μετοχών, με αριθμούς 3.101 έως 9.970, που ενσωματώνονται στον τίτλο με αριθμό 2 καθώς και δικαιούχος της άσκησης του δικαιώματος παράστασης και ψήφου στις γενικές συνελεύσεις μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας, 5) Κατά τη γενική συνέλευση μετόχων της 16-10-2017, προκειμένου να ληφθεί απόφαση για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και την σχετική τροποποίηση του καταστατικού της πρώτης αναιρεσείουσας, συμμετείχε η, ενεχυράσασα τις μετοχές στην αρχικώς ενάγουσα,μέτοχος εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία ψήφισε κατά τη γενική συνέλευση, η δε ψήφος της, ενόψει του ότι διέθετε 6.870 ψήφους έναντι συνόλου 13.470 ψήφων των λοιπών μετόχων, ήταν αποφασιστική για την επίτευξη της πλειοψηφίας των 2/3, που απαιτείται κατά το καταστατικό, όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και την τροποποίηση του καταστατικού, καθώς και κατά το νόμο, 6) Κατά την έκτακτη γενική συνέλευση μετόχων της 29-12-2017 με θέματα της ημερήσιας διάταξης: α) την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας κατά 300.000 ευρώ με έκδοση μετοχών και καταβολή μετρητών και β) την τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού (περί μετοχικού κεφαλαίου) σύμφωνα με την απόφαση επί του ανωτέρω θέματος, οι εκπρόσωποι της ενάγουσας ενεχυρούχου δανείστριας, και συγκεκριμένα οι υπάλληλοί της Χ. Ξ. και Μ. Β., προσήλθαν στα γραφεία της πρώτης αναιρεσείουσας, προκειμένου να μετάσχουν στη συνέλευση και να ασκήσουν για λογαριασμό της τα απορρέοντα από το δικαίωμα του ενεχύρου δικαιώματα, καθώς και να ασκήσουν το δικαίωμα ψήφου, αλλά αποβλήθηκαν από τη συνεδρίαση, αν και είχαν γνωστοποιήσει στην πρώτη αναιρεσείουσα τη σύμβαση ενεχύρασης και την εκχώρηση του παρεπόμενου δικαιώματος ψήφου και δεν υφίστατο σχετικό κώλυμα παράστασης στη γενική συνέλευση και περαιτέρω άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου και λήψης πληροφοριών σχετικά με την οικονομική πορεία της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας. Οι παραπάνω παραδοχές αποτελούν πλήρη και σαφή αιτιολογία που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως, χωρίς να καταλείπονται λογικά κενά. Οι περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου ότι "...Οπωσδήποτε, οι εκπρόσωποι της πρώτης εναγόμενης δεν θα προχωρούσαν στις σχετικές επισημειώσεις, χωρίς να έχουν μελετήσει το κείμενο της σύμβασης, αρκούμενοι στις προφορικές ενημερώσεις των συμβαλλομένων στη σύμβαση ενεχύρασης. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, πρέπει ν' αναφερθεί, ότι η πρώτη εναγομένη,... είχε αναθέσει την διαχείριση των υποθέσεων της και την εκπροσώπησή της σε έμπειρα στελέχη, ήτοι τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, τα οποία συνέδραμαν στο έργο τους έμπειροι νομικοί παραστάτες. Επεδείκνυαν δε,... απόλυτη τυπικότητα ως προς την τήρηση του καταστατικού και του νόμου σχετικά με τα ζητήματα λειτουργίας της εταιρίας....", δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχειρήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων. Ουδεμία δε αντίφαση δημιουργείται μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου ότι "η γνωστοποίηση της ενεχυρικής συμφωνίας και του ειδικότερου όρου αυτής περί μεταβίβασης προς την ενεχυρούχο δανείστρια και ήδη ενάγουσα της άσκησης του δικαιώματος ψήφου στη γενική συνέλευση της πρώτης εναγομένης έγινε νομότυπα, γεγονός, που δεν αναιρείται από το ότι δεν γίνεται ειδική μνεία περί τούτου (της άσκησης του δικαιώματος ψήφου) στο βιβλίο μετόχων και το "σώμα" του τίτλου των μετοχών", "Τούτο διότι, όπως αποδείχτηκε, η γνωστοποίηση πραγματοποιήθηκε, χωρίς να περιβληθεί κάποιο τύπο και δη, στην ένδικη υπόθεση, με την θέση υπόψιν στους εκπροσώπους της ενάγουσας του πλήρους κειμένου της σύμβασης, που είχαν την δυνατότητα να πληροφορηθούν το περιεχόμενό της και να καταχωρίσουν, όπως και έπραξαν, περίληψη αυτής στο βιβλίο μετόχων", και "Ως εκ τούτου δεν ασκεί έννομη επιρροή, το αν η μεταγενέστερη, δηλαδή μετά την καταχώριση στο βιβλίο μετόχων, επίδοση της ενεχυρικής σύμβασης,... εις χείρας της Γ. Χ. ως εξουσιοδοτημένης εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, ήταν νομότυπη ή όχι", αφού το Εφετείο κατά τρόπο σαφή δέχτηκε ότι οι εκπρόσωποι της ενεχυρούχου δανείστριας και αρχικώς ενάγουσας, είχαν ήδη από τις 5.8.2015 γνωστοποιήσει τη σύμβαση ενεχύρασης και την εκχώρηση του παρεπόμενου δικαιώματος ψήφου στην πρώτη αναιρεσείουσα, με ευθύνη της οποίας έγινε η καταχώριση της σχετικής σημειώσεως στο βιβλίο μετόχων. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 6.Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 201/2017, ΑΠ 168/2015). Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, 201/2017). Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 483/2022, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως το νόμο, διότι ουδόλως έλαβε υπόψη της ότι οι εκπρόσωποι της αρχικώς ενάγουσας Τράπεζας για την νόμιμη συμμετοχή τους στη γενική συνέλευση μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας της 29-12-2017 δεν κατέθεσαν τα νομιμοποιητικά τους έγγραφα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε διαλάβει στην προσβληθείσα με έφεση απόφασή του την παραδοχή ότι "οι εκπρόσωποι της ενεχυρούχου δανείστριας και ενάγουσας, είχαν γνωστοποιήσει τη σύμβαση ενεχύρασης και την εκχώρηση του παρεπόμενου δικαιώματος ψήφου και περαιτέρω επέδειξαν νομιμοποιητικά έγγραφα, προκειμένου να συμμετάσχουν (άρθρο 28 παρ. 1, 2 του νόμου 2190/1920, ήτοι απόδειξη κατάθεσης των μετοχών και έγγραφο αντιπροσωπείας)", παρ' όλα αυτά, δεν διατυπώθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα και τους λοιπούς αναιρεσείοντες ειδικό προς τούτο παράπονο με την έφεσή τους, παρά μόνο (προέβαλαν) "ότι η ενάγουσα απώλεσε τα δικαιώματα παράστασης κατά τη γενική συνέλευση, πληροφόρησης των οικονομικών στοιχείων της πρώτης εναγόμενης εταιρίας και ψήφου και ότι ορθά δεν της παρασχέθηκαν πληροφορίες αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, τις οποίες ζητούσε, για το λόγο ότι εξαιτίας της εξυγίανσης επήλθε κατάργηση του ενεχύρου, άλλως ότι παραιτήθηκε η ενάγουσα από το σχετικό δικαίωμα, άλλως ότι δεν υφίστατο πλέον η αιτία για την οποία χορηγήθηκε το ενέχυρο". Κατά συνέπεια, ο πιο πάνω προβαλλόμενος με την αίτηση αναίρεσης ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, που δεν είχε προταθεί στο εφετείο με λόγο έφεσης και έτσι δεν κατέστη αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης ούτε κατ' εξαίρεση, καθόσον το συγκεκριμένο σφάλμα, που προέκυψε από την πρωτόδικη απόφαση, μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή στο Εφετείο και δεν προβλήθηκε, ενώ δεν συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, είναι απαράδεκτος. 7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται απόλυτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 2/2008,ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 554/2018,ΑΠ 198/2015). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 671/2022,ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019). Εξάλλου, δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση του δικαστηρίου, ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/1987,ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 311/2012, ΑΠ 1184/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη και, σε κάθε περίπτωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχουν ληφθεί υπόψη, αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ως εναγόμενοι-εκκαλούντες κατά τη συζήτηση της έφεσής τους, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν γνώριζε την, δυνάμει της συμβάσεως ενεχύρασης, εκχώρηση του παρεπόμενου δικαιώματος ψήφου από την μέτοχο ... στην αρχικώς ενάγουσα Τράπεζα και ειδικότερα 1) εκτυπώσεις ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ πρώτης και δεύτερης των αναιρεσειόντων και αρχικώς ενάγουσας, από τις οποίες προκύπτει ότι δεν υπήρξε καμία αναφορά σε δικαίωμα ψήφου της αρχικώς ενάγουσας, 2) ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ. Κ. και Β. Κ., ΦΕΚ και καρτέλα ... όπου αναγράφεται η έδρα της πρώτης αναιρεσείουσας, καρτέλα ... όπου αναγράφεται η έδρα της ..., μελέτη της ... αναφορικά με την χρηματοοικονομική κατάσταση της πρώτης αναιρεσείουσας όπου και αναφέρεται η έδρα της, από 9.4.2019 υπεύθυνη δήλωση της Χ. Γ., απ' όπου προκύπτει ότι ουδέποτε της επιδόθηκε η από 5.8.2015 σύμβαση ενεχύρου και 3) ανακοινώσεις των έξι προηγούμενων γενικών συνελεύσεων μετόχων της πρώτης αναιρεσείουσας, από όπου προκύπτει, λόγω της μη συμμετοχής της, ότι η αρχικώς ενάγουσα αποδέχτηκε ότι δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις της πρώτης αναιρεσείουσας. Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, (πλην της από 9-4-2019 "υπεύθυνης δήλωσης" της μάρτυρος Χ. Γ. - Β. η οποία, όπως έκρινε το Εφετείο, έγινε με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην ένδικη δίκη και ορθώς αποκρούστηκε ως μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο), τόσο οι πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, όσο και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων προς απόδειξη των οποίων αυτοί επικαλέστηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, αφού, ειδικότερα, αναφέρει ότι "Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, προκειμένου να χρησιμεύσουν ως άμεση απόδειξη ή για να συναχθούν εξ αυτών δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων οι με αριθμούς ... και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Ρ., που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης, των ενώπιον του Συμβολαιογράφου-Αθηνών, Α. Π. ένορκων καταθέσεων των Β. Κ. και Γ. Κ., για τις οποίες συντάχθηκαν οι με αριθμούς ... πράξεις και πριν τη λήψη των οποίων η ενάγουσα κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την εξέταση..., χωρίς ωστόσο να ληφθεί υπόψιν η από 9-4-2019 "υπεύθυνη δήλωση" με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, όπου διαλαμβάνεται η μαρτυρία τρίτου (εν προκειμένω της Χ. Γ. - Β.), διότι συντάχθηκε (η υπεύθυνη δήλωση) με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη". Και τούτο ανεξάρτητα απ' το ότι τα έγγραφα αυτά δεν υπήρξαν καθοριστικά για την δικανική κρίση του Εφετείου, αφού στο αιτιολογικό αναφέρει, ότι η από 5.8.2015 σύμβαση ενεχύρου με την περιεχόμενη σ' αυτή εκχώρηση της ασκήσεως του δικαιώματος ψήφου είχε ήδη γνωστοποιηθεί στην πρώτη αναιρεσείουσα και η επίδοση-κοινοποίηση ήταν νομικά αδιάφορη, καθώς και ότι η υπαγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας σε καθεστώς εξυγίανσης, δεν επηρέασε το υφιστάμενο ενέχυρο επί των μετοχών της οφειλέτιδος μετόχου εταιρείας υπέρ της δανείστριας αρχικώς ενάγουσας. Σε κάθε περίπτωση, αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη, ούτε ποιά η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του KΠολΔ, είναι αβάσιμος. 8. Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020), ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθμ. 2-6 ΚΠολΔ (ΑΠ 354/2011). Πράγματα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 250/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων α) ότι σε περίπτωση ύπαρξης πρόσθετης συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων ψήφου επί ονομαστικών μετοχών, προϋπόθεση για να έχει "τριτενέργεια" αυτή η συμφωνία έναντι της τρίτης-εκδότρια των μετοχών ανώνυμης εταιρείας είναι η προηγούμενη γνωστοποίηση του ειδικού περιεχομένου της (περί εκχώρησης δικαιωμάτων ψήφου) στην εκδότρια ΑΕ και ότι τέτοια γνωστοποίηση ουδέποτε έλαβε χώρα, β) ότι λόγω της μη έγκυρης επίδοσης της ενεχυρικής σύμβασης στην εκδότρια των μετοχών πρώτη αναιρεσείουσα, αλλά και του γεγονότος ότι ουδεμία μνεία γίνεται περί ενεχύρασης δικαιώματος ψήφου στο βιβλίο μετόχων και στον ίδιο τον επίμαχο μετοχικό τίτλο κατά τον χρόνο των ως άνω επίδικων γενικών συνελεύσεων, αυτές νομίμως συγκροτήθηκαν και αποφάσισαν και γ) οι εμφανισθέντες στις 29.12.2017 ως εκπρόσωποι της αρχικώς ενάγουσας τράπεζας,δεν προσκόμισαν τη σύμβαση ενεχύρου,ούτε και σε απόσπασμα και ορθώς δεν έγινε δεκτή η συμμετοχή τους στην γενική συνέλευση της 29.12.2017. Ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης εκ του αρ. 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν "άρνηση" της ιστορικής βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού τους ισχυρισμούς αυτούς τους έλαβε υπόψη το Εφετείο και τους απέρριψε ως εκ του πράγματος, δεχόμενο ειδικότερα, α) ότι η γνωστοποίηση της ενεχυρικής συμφωνίας και του ειδικότερου όρου αυτής περί μεταβίβασης στην ενεχυρούχο δανείστρια του δικαιώματος ψήφου έγινε νομότυπα, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερος τύπος, β) ότι και οι δύο ως άνω γενικές συνελεύσεις δεν συγκροτήθηκαν και δεν αποφάσισαν νομίμως, διότι δεν παρίστατο η ενεχυρούχος δανείστρια αρχικώς ενάγουσα Τράπεζα στην οποία είχε εκχωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ψήφου με τη ενεχύραση των ως άνω μετοχών από την οφειλέτιδα μέτοχο εταιρεία, η δε ψήφος της ήταν αποφασιστική για την επίτευξη της πλειοψηφίας και γ) ότι αναφορικά με την νομιμοποίηση των εκπροσώπων της αρχικώς ενάγουσας Τράπεζας στη γενική συνέλευση της 29.12.2017 διότι δεν διατυπώθηκε σχετικό παράπονο εκ μέρους των αναιρεσειόντων ως εκκαλούντων, με την έφεσή τους, για νόμιμη συγκρότησή της για τον ειδικό αυτό λόγο. 9. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 10-9-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1841/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 10-9-2021 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", 2) Δ. Ξ. του Ι.,3)Κ. Κ. του Γ. και 4) Ε. Ξ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1841/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ