ΑΡΙΘΜΟΣ 40/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ειρήνη Γιαννοπούλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 66820/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 194/2012. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από την επίδοση της απόφασης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, αλλιώς η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η πιο πάνω προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής απόφασης επιτρέπεται αναίρεση (αρθρ. 476 παρ. 2 του ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρει το χρόνο της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και εκείνον της άσκησης του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση δε, που, με το ένδικο μέσο, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η, από την αιτία αυτή, αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, που ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο κατ' άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 66820/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε με αυτή ως εκπρόθεσμη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 84164/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών του ΙΚΑ και παράβαση του ν. 4321/1963. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προέβαλε, ότι δεν έλαβε έγκαιρα γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, η οποία επιδόθηκε σ' αυτόν ως άγνωστης διαμονής, ενώ είχε αυτός κατά το χρόνο επίδοσης γνωστή διαμονής στην παραγγείλασα την επίδοση Εισαγγελική αρχή, καθόσον αυτή του είχε κοινοποιήσει το από 17-4-2008 κατηγορητήριο που αφορά άλλη ποινική υπόθεση. Ως αιτιολογία για την απόρριψη της παραπάνω εφέσεως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 473 παρ.1 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός εάν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (βλ. ΑΠ 745/2006 ΝΟΜΟΣ). Η επίδοση προς το πρόσωπο του οποίου η διαμονή δεν είναι γνωστή, γίνεται προς αυτό ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ.α προσώπων, προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ.1 του ιδίου παραπάνω κώδικα, για την επίδοση που ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 155-158, εκείνος που την ενεργεί οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης σημειώνεται ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, υπογράφεται δε το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και εκείνον που ενεργεί την επίδοση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από 9.2.2009 αποδεικτικό επίδοσης στον κατηγορούμενο του αρχιφύλακα ..., ο εκκαλών - κατηγορούμενος, κατά την επίδοση σε αυτόν της εκκαλουμένης 84164/07 ερήμην του εκδοθείσας απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αναζητήθηκε κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, στην επί της οδού ... αριθμ. 62 στα ..., τελευταία γνωστή, από την μήνυση του ΙΚΑ εναντίον του διεύθυνση, και δεν βρέθηκε, όπως βεβαιώνει ο ενεργήσας την επίδοση ότι διαπίστωσε μετά από σχετική έρευνα, ούτε αυτή (κατηγορούμενη), ούτε κάποιος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠΔ συγγενείς της (δηλαδή σύζυγος ή γονέας ή αδελφός της ή άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής της έως και τον τρίτο βαθμό), γι' αυτό και η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης έγινε, ενόψει και του ότι η διαμονή της ήταν άγνωστη στην αρμόδια για την επίδοση αρχή, στον από τον Δήμαρχο του Δήμου της τελευταίας πιο πάνω κατοικίας της κατηγορουμένης ορισμένο για τον σκοπό αυτό δημοτικό υπάλληλο, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη σχετική κάτω από το αποδεικτικό επίδοσης βεβαίωσή της, προέβη στην τοιχοκόλληση της εκκαλουμένης απόφασης στο δημοσιότερο μέρος του πιο πάνω Δήμου και έστειλε τη σχετική βεβαίωση στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση, δηλαδή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σημειώνεται ότι στην ίδια παραπάνω διεύθυνση είχε αναζητηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, ο εκκαλών στις 27.8.07 προκειμένου να του επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα, το οποίο επιδόθηκε σε αυτήν ως αγνώστου διαμονής (βλ. το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας Εισ. Πρωτ Αθηνών). Ισχυρίζεται δε ο εκκαλών στην έκθεση εφέσεως, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης, επειδή δεν διέμενε στην διεύθυνση, στην οποία κλητεύθηκε, αλλά από τον Φεβρουάριο του έτους 2007, επί της οδού ... στην ... . Από τα προσκομισθέντα στο Δικαστήριο αποδεικτικά έγγραφα, που προσεκόμισε ο εκκαλών και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, αποδείχθηκε αφενός μεν η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του εκκαλούντος, ότι κακώς του κοινοποιήθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως άγνωστης διαμονής, καθόσον μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2007 διέμενε στην οδό ..., κατά τον κρίσιμο δε χρόνο της επίδοσης αυτή έπρεπε ν' αναζητηθεί στην οδό ... . Πλην όμως, όπως προέκυψε, δεν είχε γνωστοποιήσει την αλλαγή διεύθυνσής του στο ΙΚΑ, ούτε στην Εισαγγελία Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στο από 17.4.2008 κατηγορητήριο σε ασκηθείσα ποινική δίωξη εις βάρος του τον μήνα Απρίλιο του έτους 2008, για άλλη αξιόποινη πράξη, αναφέρεται ως διεύθυνση του η οδός ... αριθμ. 2. Συνεπώς, η φερόμενη επίδοση της απόφασης είναι έγκυρη και το Δικαστήριο θεωρεί ότι η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τα παραπάνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρει το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Περαιτέρω δε, αναφορικά με τον ισχυρισμό του εκκαλούντος κατηγορουμένου, τον οποίον περιέλαβε στην έφεσή του, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, δηλαδή τον ισχυρισμό ότι αυτός δεν ήταν άγνωστης διαμονής αλλά γνωστής, η αιτιολογία είναι αντιφατική. Και τούτο διότι, ενώ δέχεται, ότι από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του εκκαλούντος, ότι κακώς του κοινοποιήθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως άγνωστης διαμονής και ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έπρεπε να αναζητηθεί στην οδό ..., στην οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, του είχε κοινοποιηθεί, σε προγενέστερο χρόνο, από την Εισαγγελία Αθηνών για άλλη ποινική υπόθεση το από 17-4-2008 κατηγορητήριο ήτοι ενώ δέχθηκε ότι ήταν γνωστή η διεύθυνσή του (...) στην παραγγείλασα την επίδοση αρχή, εν τούτοις απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του, δεχθείσα, εν συνεχεία, εντελώς αντιφατικά, ότι ο εκκαλών δεν είχε γνωστοποιήσει την αλλαγή της διεύθυνσής του στο ΙΚΑ ούτε και στην Εισαγγελία Αθηνών και ότι, συνεπώς η παραπάνω διεύθυνσή του δεν ήταν γνωστή στην παραγγείλασα την επίδοση αρχή. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή, η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 66820/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ