ΑΡΙΘΜΟΣ 53/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά,- Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Εμμανουήλ Αναστασάκη, περί αναιρέσεως της 2476/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα: Η εταιρεία "ΓΕΚΩ-ΑΓΡΟΤΙΚΑΙ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ-ΒΙΟΤΕΧΝΙΑΙ Α.Ε", που εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της, Παναγιώτη Ρουμελιώτη και Νικόλαο Σκούτα. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 26 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 64/12. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 19/12/2011 αίτηση αναιρέσεως του Α. Κ. και οι από 25/9/2012 πρόσθετοι λόγοι, κατά της 2476/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 2476/2011 απόφαση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, άνω των 73.000 ευρώ, ως διαχειριστή ξένης περιουσίας,και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, Α. Κ., κατά το χρονικό διάστημα από 5-6-1999 έως 30-12-2006, και εντός του πρώτου πενθημέρου ενός εκάστου μηνός της χρονικής αυτής περιόδου, πρόεδρος ων του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΚΩ - ΑΓΡΟΤΙΚΑΙ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ Α.Ε", με έδρα αρχικά τον ... και πλέον την ..., έλαβε και εισέπραξε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, τα μηνιαία μισθώματα από την εκμίσθωση ενός ακινήτου ιδιοκτησίας αυτής, ευρισκομένου στο 14° χλμ της Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας, στο ύψος της Μεταμόρφωσης Αττικής, μισθωμένου για επαγγελματική χρήση από την εταιρία με την επωνυμία "Ο. Φ. Α.Ε.", δυνάμει των από 15-6-1999 και 30-11-2001 συμβάσεων μισθώσεως, ως και των τροποποιητικών αυτής, εκ συνολικού ποσού 2.016.885,69 ευρώ. Ειδικότερον, με την παραπάνω ιδιότητα του και για την ως άνω αιτία, εισέπραξε α) για το έτος 1999, μισθώματα εκ ποσού 16.111,33 ευρώ μηνιαίως και 96.668,70 ευρώ ετησίως, β) για το έτος 2000, μισθώματα εκ ποσού 19.097,04 ευρώ μηνιαίως και 229.164,59 ευρώ ετησίως, γ) για το έτος 2001, μισθώματα εκ ποσού 19.988,38 ευρώ μηνιαίως και 239.860,63 ευρώ ετησίως, δ) για το έτος 2002, μισθώματα εκ ποσού 21.628,64 ευρώ μηνιαίως και 259.543,69 ευρώ ετησίως, ε) για το έτος 2003, μισθώματα εκ ποσού 22.865,06 ευρώ μηνιαίως και 274.380,82 ευρώ ετησίως, στ) για το έτος 2004, μισθώματα εκ ποσού 24.126,49 ευρώ μηνιαίως και 289.517,92 ευρώ ετησίως, ζ) για το έτος 2005, μισθώματα εκ ποσού 25.412,04 ευρώ μηνιαίως και 304.944,49 ευρώ ετησίως και η) για το έτος 2006, μισθώματα εκ ποσού 26.900,40 ευρώ μηνιαίως και 322.804,85 ευρώ ετησίως. Εκ των παραπάνω δε ποσών, έπρεπε να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας ή στο ταμείο αυτής, μετά από αφαίρεση των πάσης φύσεως γενικών εξόδων, των καταβληθέντων φόρων επί των κερδών των ως άνω χρήσεων, των τελών χαρτοσήμου και των μερισμάτων που καταβλήθηκαν στους μετόχους και που ανέρχονταν στο ποσό των 1.060.753,51 ευρώ, το συνολικό ποσό των 956.132,18 ευρώ (= 2.016.885,69 - 1.060.753,51), το οποίο αυτός δεν έπραξε. Ακολούθως, όπως προέκυψε μετά από λεπτομερή καταγραφή των χρεοπιστώσεων της μηνύτριας εταιρίας κατά τις ανωτέρω εταιρικές χρήσεις, που διενεργήθηκε στις 24-7-2007 για λογαριασμό της (εταιρίας) από τον ορκωτό λογιστή Γ. Β., πέραν του ότι ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε το ανωτέρω ποσό, επιπροσθέτως την 31-12-2006 υπήρχε έλλειμμα ταμείου, εκ ποσού 199.041,20 ευρώ, προερχόμενο από λοιπές εισπράξεις και πιστώσεις που αυτός, υπό την ως άνω ιδιότητα του, διενήργησε για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας, αφορώσες τις εταιρικές χρήσεις των ετών 1999 - 2006, το οποίο ποσό, όμως, δεν απέδωσε στην μηνύτρια. Δηλαδή, στις 31-12-2006, το συνολικό έλλειμμα του ταμείου της μηνύτριας εταιρίας ανερχόταν στο ποσό των 1.155.173,38 ευρώ, και δη 956.132,28 ευρώ από μη αποδοθέντα μισθώματα και 199.041,20 ευρώ από μη αποδοθείσες λοιπές εισπράξεις και πιστώσεις. Εν συνεχεία, αν και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας απαίτησαν από τον κατηγορούμενο, δια της από 18-12-2007 έγγραφης εξωδίκου οχλήσεως του, που κοινοποιήθηκε σ' αυτόν στις 27-12-2007, να αποδώσει στην εταιρία το παραπάνω ποσό, ύψους 1.155.173,38 ευρώ, το οποίο είχε περιέλθει, σύμφωνα μετ' ανωτέρω, στην κατοχή του, αυτός δεν το απέδωσε, όπως όφειλε, αλλά, χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, το ιδιοποιήθηκε. Συνολικά, δηλαδή, με τις παραπάνω πράξεις, ιδιοποιήθηκε το χρηματικό ποσό των 1.155.173,38 ευρώ, το οποίο του είχε εμπιστευθεί η μηνύτρια εταιρεία υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρόκειται δε για υπεξαιρεθέν αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Τα όσα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, ότι, δηλαδή, όλα τα εισπραχθέντα από μισθώματα ποσά, που αφορούν την μηνύτρια εταιρία, η οποία ήταν συμφερόντων της Μονής Οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, τα παρέδιδε κάθε φορά που τα εισέπραττε στις μοναχές της Μονής, που ουσιαστικά ασκούσαν την διαχείριση της εταιρίας και κυρίως στην Ηγουμένη Α., κατά κόσμον Α. Τ., και την μοναχή Π., κατά κόσμον Ά. Μ. (υπεύθυνη για τα οικονομικά της Μονής), στερούνται κάθε ουσιαστικής βασιμότητος, καθόσον εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου εκ των ως άνω κατ' είδος μνημονευομένων επαληθεύεται ο τοιούτος ισχυρισμός του. Στα βιβλία της μηνύτριας εταιρίας δεν υπάρχει καμία σχετική καταχώριση, ούτε άλλο σχετικό παραστατικό, ενώ θα έπρεπε να σημειωθεί ότι, παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις του προς τα μέλη του Δ.Σ. και μοναχές (μετόχους) ότι τηρεί τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας, δεν είχε ανοίξει και δεν τηρούσε κανέναν λογαριασμό αυτής (εταιρείας). Μάλιστα, από το έτος 1999, οι ως άνω μοναχές, και μάλιστα η κατά κόσμον Ά. Μ., ζητούσαν να τους φέρει τον αριθμό λογαριασμού, όπου όπως τους διαβεβαίωνε κατέθετε τα μισθώματα, χωρίς ποτέ να το πράξει, παρά μόνο μια φορά τους έδειξε ένα χαρτάκι με λογαριασμό που προφανώς δεν αφορούσε λογαριασμό της εταιρείας. Επίσης, ουδόλως απεδείχθη, ότι, ο κατηγορούμενος έφερε χρήματα στην Μονή, ούτε ποτέ είχε διανείμει μερίσματα στους μετόχους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ο εν λόγω κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ1 αυτόν πράξεως, αναγνωριζομένης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως εκ της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, καθόσον από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος διήγε έως τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ενώ εκ των αυτών ως άνω αποδεικτικών στοιχείων δεν προέκυψε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, καθόσον ούτε αναφέρονται, αλλ' ούτε απεδείχθησαν σχετικά πραγματικά περιστατικά, σημειουμένου ότι ο στην φυλακή διανυόμενος καλός βίος δεν αρκεί προς στοιχειοθέτηση της, αιτουμένης και απορριπτόμενης κατά συνέπεια, ελαφρυντικής περιστάσεως εκ της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 375 παρ.2 α, β, παρ. 1 β του ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, ή με άλλο τρόπο παραβίασε. Ούτε απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, ειδική αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν οι επί μέρους παραδοχές της απόφασης. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά δε το μέρος που μ' αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2,476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση αιτήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, άλλως η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται " εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 14,26 και 375 του ΠΚ" και " εκ πλαγίου παραβίαση ποινικού νόμου", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού αυτοί προβάλλονται εντελώς αόριστα, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια. Η από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενη ή τον συνήγορο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ, ήτοι το,ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο συνήγορος του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ, επικαλούμενος ότι " από το έτος 2006 και μέχρι σήμερα (21.9.2011) δεν υπέπεσε σε άλλο αδίκημα, η συμπεριφορά του στη φυλακή είναι άψογη, ενώ μέχρι και την ημέρα της συλλήψεως του, δεν επιχείρησε να διαφύγει ώστε να μην υποστεί τυχόν δυσμενείς συνέπειες, αλλά παρέμεινε στην οικία του με την οικογένεια του, όπου και συνελήφθη από αστυνομικούς σε εκτέλεση του εντάλματος συλλήψεως του Ανακριτή Αθηνών, το οποίος εκδόθηκε καθόσον δεν έλαβε γνώση της κλήσεως του για απολογία, που παρέλαβε η σύνοικος σύζυγος του Ε. Π., πάσχουσα από άνοια". Τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό του τον απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας, με την εξής αιτιολογία: "από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του καλά, καθόσον ούτε αναφέρονται, αλλά ούτε αποδείχθηκαν σχετικά πραγματικά περιστατικά, σημειουμένου ότι ο στη φυλακή διανυόμενος καλός βίος, δεν αρκεί προς στοιχειοθέτηση της αιτούμενης και απορριπτόμενης κατά συνέπεια της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ελλιπής, αλλά ειδική και εμπεριστατωμένη και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος που προβάλλεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα στη γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς "την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της μηνύτριας εταιρίας". Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία, καθόσον η αιτιολογία της και κατά το σκέλος αυτό είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύει, ότι ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, όντας Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΚΩ- ΑΓΡΟΤΙΚΑΙ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ Α.Ε", με την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, εισέπραξε για λογαριασμό της τα μισθώματα από την εκμίσθωση του ακινήτου της, ύψους 956.132,28 ευρώ και λοιπές εισπράξεις, ύψους 199.041,20 ευρώ, και συνολικά 1.155.173,38 ευρώ, τα οποία υποχρεούτο, ως εκ της ιδιότητας του αυτής, να της τα αποδώσει, πλην όμως δεν της τα απέδωσε, παρά τις έγγραφες οχλήσεις της, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19/12/2011 αίτηση του Α. Κ. του Γ., για αναίρεση της 2476/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μαζί με τους από 25/9/2012 πρόσθετους λόγους. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα ( 250) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ