Αριθμός 1642/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Φ.-Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δεβελάσκα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΤ Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Κατασκευών και Ναυτιλιακών, Τουριστικών, Γεωργικών και Δασικών Επιχειρήσεων", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής με απορρόφηση διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Τεχνική, Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Μέτων Α.Ε.", καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δομικά Έργα Α.Τ.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κωνσταντόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-1999 αγωγή της αρχικά ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δομικά Έργα Α.Τ.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8831/2001 μη οριστική, 4105/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1089/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-4-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 10-5-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 Α.Κ., προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και ζημίας (Α.Π.41/2010). Αδικοπραξία κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 Π.Κ. Κατά τη διάταξη αυτή η μεν αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος, η δε υποκειμενική υπόσταση αυτού έγκειται στη συνδρομή του στοιχείου του δόλου, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικώς ή μερικώς), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και τη θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (Α.Π.657/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο Ι. Β. που απεβίωσε στις 17-6-1996... είχε από το έτος 1949 ιδρύσει την εταιρεία με την επωνυμία "Δομικά Έργα Α.Τ.Ε.", της οποίας αρχικά κατέστη καθολική διάδοχος με απορρόφηση η εταιρεία "Ανώνυμη Τεχνική, Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Μέτων Α.Ε." και στη συνέχεια της τελευταίας εταιρείας κατέστη καθολική διάδοχος η εφεσίβλητη [ήδη αναιρεσίβλητη] εταιρεία. Κύριος μέτοχος της παραπάνω εταιρείας "Δομικά Έργα Α.Τ.Ε." ήταν ο Ι. Β., κατέχοντας το 97% του συνόλου των μετοχών της. Ο εκκαλών-εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων] ήταν ανιψιός και θετό τέκνο του Ι. Β., παράλληλα δε, μαζί με τον αδελφό του Γ., που επίσης είχε υιοθετηθεί από τον Ι. Β., ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας, εμφανιζόμενοι για φορολογικούς λόγους στις γενικές συνελεύσεις ως μέτοχοί της, ενώ στην πραγματικότητα κάτοχος του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών, όπως ήδη αναφέρθηκε, ήταν ο ίδιος ο Ι. Β.. Ο τελευταίος φύλασσε τις μετοχές σε τραπεζική θυρίδα, της οποίας μόνο αυτός έκανε χρήση και δεν αποδείχθηκε ότι είχε μεταβιβάσει τις μετοχές αυτές στον εκκαλούντα-εναγόμενο και στον αδελφό του με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος και ο αδελφός του δεν υπήρξαν κύριοι των μετοχών της εφεσίβλητης-ενάγουσας εταιρείας κρίθηκε με την 3016/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 8343/2003 απόφαση αυτού του δικαστηρίου και αμετάκλητη με την 1456/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εφεσίβλητης-ενάγουσας ο εκκαλών-εναγόμενος ορίστηκε αντιπρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και του χορηγήθηκε η εξουσία να υπογράφει για λογαριασμό της κάθε είδους έγγραφα, να διακινεί τους εταιρικούς λογαριασμούς στις τράπεζες και γενικά να προβαίνει σε διαχειριστικές πράξεις της περιουσίας της. Ο εκκαλών-εναγόμενος στις 1-9-1994, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη και την εξουσία που του είχε χορηγηθεί από το διοικητικό συμβούλιο της εφεσίβλητης-ενάγουσας, έδωσε εντολή στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε. στο …, όπου η εφεσίβλητη εταιρεία διατηρούσε τον ... λογαριασμό όψεως, να εμβάσει το ποσό των 1.500.000 γαλλικών φράγκων στον ... ατομικό λογαριασμό που εκείνος διατηρούσε στην ελβετική τράπεζα Commerzbank Schweiz A.G. Η εν λόγω εντολή εκτελέσθηκε αυθημερόν από την εντολοδόχο τράπεζα, με συνέπεια να μεταφερθεί το παραπάνω χρηματικό ποσό στον ανωτέρω ατομικό λογαριασμό του εκκαλούντος-εναγομένου. Το μήνα Δεκέμβριο 1994, όταν έγινε γνωστή η ανωτέρω μεταφορά χρημάτων και του ζητήθηκαν εξηγήσεις από τον πρόεδρο της εταιρείας Ι. Β., ο ίδιος εκδήλωσε την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί παράνομα το ποσό αυτό. Επομένως αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-εναγόμενος υπεξαίρεσε το παραπάνω ποσό των 1.500.000 γαλλικών φράγκων. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι η ανάληψη του εν λόγω ποσού έγινε έναντι μελλοντικών κερδών και ότι χρησιμοποίησε το ανωτέρω ποσό προκειμένου να προβεί σε αγορά μετοχών της εταιρείας δικών του συμφερόντων με την επωνυμία " ….", η οποία είχε εισαχθεί πρόσφατα στο χρηματιστήριο, προς στήριξη της μετοχής της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το χρηματικό ποσό που ανέλαβε ο εκκαλών-εναγόμενος ανήκε στο νομικό πρόσωπο της εφεσίβλητης-ενάγουσας και όχι στους μετόχους της και δεν υπήρξε απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου για μια τέτοια διάθεση ούτε αποδείχθηκε ότι υπήρχε σιωπηρή συναίνεση των μελών του διοικητικού της συμβουλίου προς τούτο. Επιπλέον δε η τυχόν διάθεση του ποσού αυτού για αγορά των μετοχών της ανωτέρω εταιρείας μετά την παράνομη ιδιοποίησή του, δεν αναιρεί την αδικοπρακτική συμπεριφορά του (υπεξαίρεση). Επίσης ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου-εναγομένου ότι για τον ίδιο σκοπό ο Ι. Β. είχε προβεί σε ανάληψη ποσού 1.000.000 περίπου γαλλικών φράγκων από τον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό πρέπει να απορριφθεί καθόσον δεν ασκεί καμία επιρροή στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του εκκαλούντος-εναγομένου έναντι της εταιρείας και δεν αίρει την ευθύνη του τελευταίου για τη ζημία που υπέστη η εταιρεία. Επιπλέον η επικαλούμενη ανάληψη χρημάτων εκ μέρους του Ι. Β. από τον ίδιο λογαριασμό της Ε.Τ.Ε. …έλαβε χώρα στις 10-8-1994 και 28-9-1994 με τη μεταφορά 526.000 και 500.000 γαλλικών φράγκων αντίστοιχα από την Ε.Τ.Ε. .., όχι σε ατομικό λογαριασμό του Ι. Β. αλλά σε λογαριασμό που διατηρούσε η εφεσίβλητη-ενάγουσα στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε. στην οδό ... Τέλος δεν αναιρούνται τα ανωτέρω από το γεγονός ότι μετά την παράνομη ιδιοποίηση του ποσού αυτού, το οποίο αποτελούσε μέρος εσόδων της εφεσίβλητης-ενάγουσας από τη συμμετοχή της στην κοινοπραξία "Μετρό", τούτο εμφανίστηκε στα λογιστικά βιβλία της εφεσίβλητης-ενάγουσας με τη μορφή της συμψηφιστικής εγγραφής και αιτιολογία "έναντι κερδών επομένων χρήσεων από Κ/Σ ΜΕΤΡΟ", εγγραφή που αφορούσε έσοδα της εταιρείας και όχι φυσικών προσώπων... Η κρίση του δικαστηρίου περί υπεξαίρεσης του παραπάνω ποσού εκ μέρους του εκκαλούντος-εναγομένου επιρρωνύεται και με την 772α-910/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών... με την οποία κρίθηκε ένοχος για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Τέλος αποδείχθηκε ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εκκαλούντα-εναγομένου η εφεσίβλητη-ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσό των 66.541.500 δραχμών ή 195.279,53 ευρώ, το οποίο αποτελεί το ισάξιο σε δραχμές των 1.500.000 γαλλικών φράγκων κατά το χρόνο απώλειας (1-9-1994)...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 195.279,53 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ. και 375 Π.Κ., οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ούτε εκείνες των άρθρων 138 παρ.1 και 719 Α.Κ. περί εικονικότητας και εντολής αντίστοιχα, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες. Επί πλέον δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της τελεσθείσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης αδικοπραξίας της υπεξαιρέσεως. Ειδικότερα στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης περιέχεται το στοιχείο του δόλου εφόσον σ' αυτές περιέχεται ρητή παραδοχή ότι ο αναιρεσείων είχε την πρόθεση να ιδιοποιηθεί παράνομα το προαναφερθέν ποσό. Εξάλλου για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί αν μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Ι. Β. είχε συναφθεί ή όχι εικονική σύμβαση μεταβιβάσεως μετοχών, γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης. Επίσης για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί αν οι εξηγήσεις που έδωσε ο αναιρεσείων στον Ι. Β. ήταν επαρκείς ή όχι και σε αρνητική περίπτωση αν του ζητήθηκε να αποδώσει το υπεξαιρεθέν ποσό και αυτός αρνήθηκε. Συνεπώς οι πρώτος κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π.115/2011). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 περ.α Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001 και έχει εφαρμογή εν προκειμένω, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι νομίμως προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Α.Π.159/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά τα τρίτο και τέταρτο σκέλη του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 (περ.α) και 10 (περ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε πως ο Ι. Β. ουδέποτε μεταβίβασε τις μετοχές του στον ίδιο (τον αναιρεσείοντα) και τον αδελφό του Γ. και πως αυτοί εμφανίζονταν στις γενικές συνελεύσεις ως μέτοχοί της ενώ στην πραγματικότητα κάτοχος του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών ήταν ο Ι. Β., χωρίς τα πιο πάνω να έχουν προταθεί με την αγωγή και χωρίς να έχει ταχθεί σχετικό θέμα αποδείξεως με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του διότι τα φερόμενα ως ληφθέντα υπόψη χωρίς να έχουν προταθεί από την αναιρεσίβλητη και χωρίς να έχει ταχθεί σ' αυτήν σχετικό θέμα αποδείξεως περιστατικά δεν συνιστούσαν "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αφού δεν ήταν αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε ως βάση την αδικοπραξία του αναιρεσείοντος (υπεξαίρεση). Κατά το άρθρο 559 αριθ.16 περ.α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Αν όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως (Α.Π.319/2012). Στην προκειμένη περίπτωση από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι σ' αυτήν διαλαμβάνεται μεν παραδοχή ότι με την αναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση έγινε δεκτό πως ο αναιρεσείων και ο αδελφός του δεν ήσαν κύριοι μετοχών της αναιρεσίβλητης, δεν διαλαμβάνεται όμως και παραδοχή ότι από την απόφαση αυτή απορρέει δεδικασμένο στην παρούσα δίκη. Συνεπώς ο πρώτος κατά το πέμπτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνακόλουθα ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π.295/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 (περ.γ) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε προς ανταπόδειξη κατά των αγωγικών ισχυρισμών και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 10-8-1994 επιστολή του προς την Ε.Τ.Ε. …, 2) την από 1-9-1994 επιστολή του προς την Ε.Τ.Ε. …, 3) την από 28-9-1994 επιστολή του Ι. Β. προς την Ε.Τ.Ε. …, 4) τις από 1-11-1994 και από 31-12-1994 λογιστικές καρτέλες της αρχικά ενάγουσας, 5) την 215/14-2-1995 επιστολή του ορκωτού λογιστή Κ. Π., 6) την από 9-6-2008 έκθεση του ορκωτού λογιστή Χ. Χ., 7) τα πρακτικά της τακτικής γενικής συνελεύσεως των μετόχων της αρχικά ενάγουσας της 30-6-1995. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι σ' αυτήν αναφέρεται ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του από την εκτίμηση και "των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν". Από τη βεβαίωση αυτή αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης που προπαρατέθηκαν προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα τη μη λήψη υπόψη των οποίων αποδίδει στην προσβαλλομένη ο αναιρεσείων, καθενός από τα οποία δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π.399/2011). Δεν συνιστούν δε πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Α.Π.488/2010). Εξάλλου κατά το άρθρο 450 εδ.α Α.Κ. δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαιτήσεως η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο. Στην προκειμένη περίπτωση με τις από 15-3-2001 έγγραφες προτάσεις του τις οποίες υπέβαλε κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο αναιρεσείων, στα πλαίσια αρνήσεως της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και ειδικότερα της ζημίας της αναιρεσίβλητης, ισχυρίσθηκε ότι κατέβαλε για λογαριασμό της και προς εκπλήρωση υποχρεώσεών της τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά και συνολικά το ποσό των 69.492.119 δραχμών και με ορθό υπολογισμό 64.892.119 δραχμών, επικουρικά δε προέβαλε ένσταση συμψηφισμού του πιο πάνω ποσού με την ένδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος απορρίφθηκε με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε ενώπιον του εφετείου με λόγο εφέσεως, ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαιτήσεως η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο, όπως η προκειμένη. Συνεπώς ο τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 (περ.β) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-4-2012 αίτηση του Ν. Φ.-Β. για αναίρεση της 1089/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ